Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011






Παρουσιάστηκε στις 20-2-2011 από την ΕΛΟΣΥΛ Λάρισας η "Ανθολογία 20 ανδρών ποιητών της Λάρισας. Πρόκειται για μια ομαδική ποιητική συλλογή αξιόλογων ποιητών της Λάρισας που πραγματικά αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς.










Οι ποιητές που συμμετέχουν είναι οι εξής:


 Μερικά από τα ποιήματα:
ΗΛΙΑΣ ΚΑΤΣΑΝΟΣ
  (Λογοτεχνικό ψευδώνυμο Τίνος Αλασάκης)

Είναι φορές που ουρλιάζεις στην έρημο
κι η φωνή σου βουλιάζει
βουλιάζει στη άμμο
όπως τα πόδια σου,
άλλοτε πάλι εξοστρακίζεται
στην ασπίδα του άνεμου
κι άλλοτε γίνεται μπούμερανγκ
και χτυπάει ανελέητα τα ίδια του τύμπανα.
Τότε είναι που σε ζώνει ο φόβος
τότε είναι που σ' αδράχνει η απελπισία
και μένεις μετέωρος
με το στόμα ολάνοιχτο
καταπίνοντας τις κραυγές σου.

ΖΩΑ
Είμαι ένα ζώο μιας άλλης εποχής.
Ανήκω στη συνομοταξία των φυτοφάγων ενδοστρεφών.
H τύχη μ' έφερε στη ζούγκλα του Σήμερα
να ζω παρέα με τους θανάσιμους εχθρούς μου:


ζώα σαρκοφάγα εξωστρεφή. Ολόγυρά μου σαρκάζουν και μ' απειλούν. Δείχνουν τα δόντια τους, τα κέρατα τους, χορεύουν, ξέφρενα, επιδεικτικά με πλούσιες χαίτες κι ακριβό τρίχωμα χοντρόπετσα και αδειοκέφαλα. Μοναδικά μου όπλα το ήθος και η φυγή. Στην κλειδωμένη μοναξιά μου βρίσκω ασφάλεια και ευτυχία...

ΕΡΩΤΑΣ
Σε πρωτοαντίκρυσα ένα μεσημέρι μ' ένα μάτσο ελπίδες στα χέρια σου. Φορούσες ένα ζεστό κόκκινο αίμα με άσπρες γιρλάντες
και δεν ξεχνούσες να διώχνεις τα σύννεφα κάθε φορά που έσκυβαν να σε φιλήσουν. Περπατούσες βιαστικά καρφώνοντας ένα - ένα τα όνειρά σου στις πλάκες του πεζοδρομίου. Σ' ακολουθούσα
μετρώντας προσεχτικά τους σφυγμούς των δέντρων και τις λύπες των ανθρώπων ώσπου χάθηκες - δεν ξέρω - κι έμεινα μόνος
συντροφιά μ' ένα μακρινό αγέρι φορτωμένο ερωτικά παραμύθια.

Μη βιαστής την Άνοιξη να κλάψεις
όταν μετρώντας τον κόσμο
τον βρεις να σου λείπει
όταν τα χελιδόνια δεν τραγουδήσουν
το γνώριμο αγαπημένο σου τραγούδι
κι οι παπαρούνες
αλλάξουνε φόρεμα.
Που ξέρεις! Μπορεί να μεγάλωσαν τ' άστρα
μα είναι τόσο μακριά που δεν φαίνονται
κάποτε ήταν κοντά μας - θυμάσαι;
Κάποτε κι οι κοασμοί των βατράχων
ήταν όλοι δικοί μας...
Όμως της λυγαριάς τα κλωνάρια
μπορεί ν' ανθίσουν και φέτος


Είμαι ένα δέντρο χωρίς ρίζες
μεσ' στους ανέμους των καιρών...
O πατέρας μου έφυγε
για το πιο μακρυνό ταξίδι του.
Δεν θα γυρίσει
αυτό είναι βέβαιο
Γιατί κι ο χρόνος δεν τον παίρνει πια.
Πρέπει να βιαστούμε όλοι μας
ο χρόνος παραγινωμένο ρόδι
θα σκάσει σύντομα
σαν ένα άλλο Σύμπαν
μυριάδες γαλαξίες κι απειράριθμοι ήλιοι
Θ' ανοίξουν δρόμο
για να περάσει Εκείνος
που είναι έξω
και πάνω απ' όλα.
Εκείνος που έρχεται
με βήμα γοργό
στο δάσος όπου στέκουμαι
δέντρο
χωρίς
ρίζες.
Παιδί τ' ανέμου φύσσα, πέτα πάνω απ' τη θάλασσα του ζόφου, όπου οι άνθρωποι κολυμπούν με κομμένα κεφάλια
ψάχνοντας να βρουν το χαμένο εισιτήριο για τον Αστερισμό της Ανδρομέδας.
Παιδί τ' ανέμου φύσσα
και δρόσισέ τους στην αγωνία τους
κι οδήγησέ τους γρήγορα στην ακτή,
όπου τους περιμένουν
οι αναστημένοι Ατλαντες
με τα χρυσά ουρανόπλοια
έτοιμοι για το ταξίδι στην καρδιά του ήλιου.
Εκεί θα οικοδομήσουν τη νέα Ατλαντίδα
απρόσβλητοι πια απ' το νερό,
απ' τη φωτιά
κι από τον θάνατο.

Στα μάτια του παιδιού φωλιάζει η αγάπη Στα μάτια των ανθρώπων η υποκρισία To παιδί μ' έναν κρίνο γεννιέται Με το φίλημα μιας πεταλούδας αποκοιμιέται Και μεγαλώνει πρόωρα - θεριεύει Στην ανθρώπινη ζούγκλα


Όπου δεν υπάρχουν κρίνοι και πεταλούδες Παρά μονάχα συμφέροντα, συμφέροντα και αιμοβόρα ένστιχτα.
Ω Θεέ των παιδιών και των αθώων, Κάνε τη Γη μας εύφορη πεδιάδα Και σπείρε κρίνους αμέτρητους Και μυριάδες πεταλούδες Να αναθρέψουν Τα τέκνα Σου.
Νόμους σοφούς ψηφίζω κι αυστηρούς για όλους τους πολίτες και για την ευτυχία όλων προσπαθώ. Είμαι το Κράτος του Δικαίου.
Όμως - κακά τα ψέματα - οι «ημέτεροι» πάνω απ' τους νόμους στέκουν κι έξω κι ευημερούν αυτοί σε βάρος των πολλών.
Κι εγώ το Κράτος που τα βλέπω όλα, αφού το δίκιο να επιβάλλω δε μπορώ, κλείνω τα μάτια και τους ευλογώ...

H ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΡΑΧΩΝ
Κι έβρεχε ο Θεός καημούς κι έβρεχε κι έβρεχε
κι άναβεν η θάλασσα - φούσκωνε η γης μούγκριζαν τα σύννεφα - πόναγαν τ' αστέρια βάφονταν τα όνειρα πράσινα στο φως, γυάλιζαν τα όνειρα κίτρινα στο φως, πόναγαν τα σύννεφα - έσκουζαν τ' αστέρια έβραζεν η θάλασσα - άναβε η γης κι έβρεχε ο Θεός καημούς κι έριχνε λιθάρια
κι έχτιζαν οι άνθρωποι πέτρινες καρδιές κι άνοιγαν οι άνεμοι μαύρες αγκαλιές κι έφεγγαν λυχνάρια.

ΑΜΑΡΤΩΛΗ ΝΥΧΤΑ
Της μέρας διάβηκε το φως γεμάτο πύρινες ανησυχίες κι ήρθεν η Νύχτα αλαφροπερπατούσα κι έρριψε μάγια
κι άναψαν καημοί - πόθοι θεριά - κι αμάρτησαν πολλοί... κι εκρύβη το φεγγάρι από ντροπή κι εκλείσανε τα μάτια τ' άστρα...
Ηλίας Κατσάνος


Οι μηχανές σηκώνουν σκόνη ανασαίνοντας πετρέλαιο και οινόπνευμα γκαζωμένες με 300 στην κινούμενη άσφαλτο.

Ξημερώματα
Σύννεφα υγρά
στο βάθος ουρανοί όλων των ειδών
αγκαλιά το κόκκινο με το κίτρινο
και πιο βαθιά χοάνες ατέλειωτες τα τούνελ
απαγορεύεται η είσοδος
λευκές πινακίδες πορείας.

Κίνδυνος
Εδώ ξεβράζουν φόνισσες θάλασσες 
στενά καράβια μου δώσαν 
πάνε τα όνειρα λέει όποιος πρόλαβε πρόλαβε
εισιτήρια επιστροφής.

Τώρα
Μην εγκαταλείπεις λέω και σου αφήνω
ένα φιλί στη χούφτα να κρατάς
εδώ και εκεί και παντού γεμίζει ναρκοπέδια
χαμένη ισορροπία
ακροβατώ, παραπατώ, πτώση
στον αέρα.


Καταφύγιο, καταφύγιο!
To πέμπτο σημείο του ορίζοντα
να κρυφτώ να μην ακούω να μη βλέπω
το πέμπτο σημείο
η καρδιά
σου.

Ήταν κρύα η θάλασσα 
τέτοια ώρα 
Βαθύ μπλε ραγισμένο
Τα κύματα τραγουδούσαν
Παρακάτω ένας ήλιος περίμενε
Ήταν όλα στη θέση τους
Περίεργο
Τέτοια ώρα
όλα
είναι σε αταξία
Μια φωτιά σβησμένη καπνίζει ακόμα
Ένα κόκκινο
Κινδύνου κόκκινο να φωνάζει 
ακόμα
H στεριά μακριά
Θάλασσας βαθύ μπλε
Απουσίας μπλε νυχτερινό
Τέτοιο μπλε θυμάμαι να με τυλίγει.

Όνειρο. Ονειρεύομαι.
Ήσουνα λέει
ντυμένη Οδύσσεια!

Δεν υπάρχουν σχόλια: