Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Ποίηση Πυροβολάκη Αντώνη


Ο γιος του Σίσυφου

Πια δεν υπάρχει άλλος δρόμος, παρά μόνο η ανάβαση στο μαργαριταρένιο λόφο.
Σου τα χαρίζω όλα τιποτένια μου πριγκίπισσα.
Βιβλία, χάδια,αποδράσεις, και ένα εισιτήριο για του ουράνιου τόξου το σινεμασκόπ.
Συστήματα πολιτικά, ειδύλλια και πλήξη.
Στην αποβάθρα των αυτόχειρων μια διαφορική εξίσωση δακρύζει
τις ανείπωτες μεταβλητές του πόνου
κι η Σύλβια Πλαθ επιβιβάζεται στην τελευταία μελαγχολική οτομοτρίς
Σαν μια τανάλια είναι αυτή η πόλη.
Λες και σωριάστηκε στον κάμπο, από το ράφι τ' ουρανού, ρημάζοντας τις χαμοκερασιές
κι άφησε το νου μας, έλασμα λυγισμένο, να κοιτάζει αμήχανα τα άστρα.
Κι εσύ αναζητάς την ουτοπία σ' άσπρες σκόνες.
Κι η λήθη όνειρο ενός νηπίου, που κοιμάται χορτασμένο και ζεστό.
Ποια άνοιξη χειρούργησε τους σιαμαίους σου χειμώνες.
Ένας πνιγμένος δύτης στα βαθιά, φορά ένα αδιάβροχο ρολόι στο καρπό του
και σε περιμένει μ' όστρακα και δακτυλίδια.
Μία κονσέρβα χάος έχω στο ντουλάπι μου.
Το πορφυρό εργοστάσιο του δειλινού την έχει συσκευάσει.
Μη φανταστείς διαγαλαξιακούς ανέμους και γαλάζιους νάνους.
Μονάχα μια πανσέληνο κι ένα σκυλί πνιγμένο.
Πια δεν υπάρχει άλλος δρόμος.
Φύγε κι εσύ, να μάθω τι σημαίνει πουθενά.
Τώρα πια είμαι ευτυχισμένος.
Τώρα μπορώ να κάνω, τα χωμάτινα σπουργίτια μου να φτερουγίσουν
στα ανάκτορα των Πελασγών με τις ολάνθιστες αυλές.
Την νύχτα πλήρωσαν των λέξεων οι γητευτές
να επικηρύξει με αθανασία τα στοιχειά των μολυβιών.
Για δες, ο Σίσυφος, τώρα πια με κοιτάζει με το βλέμμα ενός πατέρα.
Οι ηλιαχτίδες του καλοκαιριού παίζουν κρυφτό πίσω από τα μισόκλειστα του βλέφαρα.
Του Αυγούστου οι άνεμοι ανακατώνουν τα μαλλιά του.
Σηκώνει το λιθάρι του χαμογελώντας κι ανεβαίνει τον αμμόλοφο των μαργαριταριών.      

Είναι φορές

Είναι που μερικές φορές θα ήθελα
στο άδειο δωμάτιο, ένα άνθρωπο, γρέζι σε μίας μοναξιάς τη φόδρα.
Απλά να κοιταζόμαστε,
στα χέρια να κρατάμε τις ραγισμένες μας καρδιές.
Να παίζει ένα ουράνιο τόξο στα ηχεία, όχι μουσική, μονάχα μίας ίριδας το μοιρολόι
κι οι νότες να πετούν μπογιές στα μάτια να τυφλώνουν τους Πολύφημους της θλίψης και τη σιγαλιάς.
Είμαι ο παρίας των μελαγχολικών ξενοδοχείων, να εκμυστηρεύεται στο τρυφερό γαλάζιο εκείνος, σκουπίζοντας τα βρόχινα του δάκρυα,
κι εμένα να μου έρχονται στο νου τα εγκλήματα αγάπης
και οι πυρωμένοι ήλιοι του Απρίλη.
Είναι που μερικές φορές θα ήθελα την προδοσία ενός φιλιού,
μια παγωμένη αγκαλιά που να θυμίζει έρημη παραλία του χειμώνα,
έτσι για λίγο να ξεχάσω τον πυρετό των λέξεων,
να μείνουν μόνο ρίγη αποσιωπητικών,
φτυσίματα μελάνης,
σημάδια απ' της λήθης τις οπλές στα στενοσόκακα τούτης της σελίδας.
Είναι που μερικές φορές θέλω να μαχαιρώσω με θαυμαστικά
τα μικρά καθημερινά μας ποιητικά ολοκαυτώματα
και όταν καταφτάσουν ένοπλοι οι τεχνοκριτικοί για να με συλλάβουν
σαν το σχιζοφρενή να ομολογήσω:
'' Μου είπε το ανοιξιάτικο αγέρι να το κάνω ''.

Δεν υπάρχουν σχόλια: