Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Ένα ποίημα του Πυροβολάκη Αντώνη


Χαμογελάς

Χαμογελάς.
Στο πυρωμένο απαύγασμα αρχαίων άστρων,
έβλεπες τα χαλάσματα της Ιεριχούς και ένα Λάζαρο να επιστρέφει απ' το πουθενά.
Των ποιημάτων το κραδαστικό κενό αλέθει λέξεις κι υακίνθους,
καθώς ο Ιονέσκο ξεριζώνει τα σμαράγδια από του παράλογου τη σάρκα
Ξέρεις, το χάδι μου λογοδοτεί στο χάος.
Του λέει ότι ντύνεσαι τις συννεφιές..
Τους λέει ότι με το δάκρυα σου ξεδιψάς τα νυχτοπούλια.
Στο μεσοκαλόκαιρο της τρέλας, σαν μαέστρος διευθύνω την φιλαρμονική των τριζονιών,
ένας τριγμός θανάτου ,που σπαράσσει βιολοντσέλα και κορμιά.

Κι εσύ χαμογελάς.

Παντού καθρέπτες και θεοί γρονθοκοπούν τα γκρίζα σου τα μάτια.
Να με φυλάξεις αναμάρτητο μέσα στην αγκαλιά σου.
Ζήτα από τον πνιγμένο να με ζωγραφίσει με το χρώμα της σιωπής.
Ο πρίγκιπας της σιγαλιάς, να με φωνάζουν τα σφαχτάρια.
Τα  ανάλαφρα  σου χνάρια  
εκλιπαρούν, μωλωπισμένα απ' τα βασανιστήρια της σκόνης,
να με φιλήσεις πάλι, να με κυνηγήσεις μ' ατλαζένιους πόθους
στα κρεμαστά εκατόφυλλα της Βαβυλώνας

Χαμογελάς.

Ένα τσιγάρο δρόμος είναι μέχρι τον παράδεισο, αν απ' το φώσφορο του σπίρτου
φτερουγίσουν φλόγες και  συνταγολόγια  με  κόκκινες  γραμμές.
Έτσι προφέρεται το αντίο, σαν βούισμα του ανέμου στα κατάρτια των ερώτων.
Σαν πλήθους παφλασμός, που θέλει να λιντσάρει το φεγγάρι.
Απ' τα μαλλιά σε άρπαζαν οι ουρανοί τα μεσημέρια.
Τρίχινες μελαχρινές καδένες κρέμονταν από το λαιμό του ήλιου.
Στου Δούναβη τις όχθες χόρευες βαλς με τα αγάλματα.
.Φτάνει ως εδώ,  τοξότες  ερωμένοι  έχουν  βάλει  στόχο την  καρδιάς σου.

Κι εσύ χαμογελάς.    

Δεν υπάρχουν σχόλια: