Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Ποίηση Πυροβολάκη Αντώνη


Το ταγκό της καταιγίδας

Κοιτάζω πίσω τα πυρφόρα χρόνια.
Νεκρά  αστέρια στην λεωφόρο του μεγάλου πουθενά.
'' Αν αφεθείς φεύγει ο φόβος '', σιγοτραγουδάει η αυγή.
Γυμνόστηθη η Ζενεβιέβ χορεύει στα περίχωρα του Ρίο
σάμπα, μ' ένα αστέρι στα μαλλιά,
καθώς της κόκας οι αλήτες εκτοξεύονται σε άναστρους ζεματισμένους ουρανούς.
Η αδιαλλαξία σου σύννεφο βροχερό, έφερε τη σύρραξη ανάμεσα σ' ένα ουράνιο τόξο
και μια λασπουριά.
Το ηλιόφως '' μπουένας νότσες '' απαντάει, όταν του φωνάζεις '' γεια σου '', στο Μοντεβίδεο,
ενώ σκοτάδι και βρασμένο στάρι του Απρίλη αθωώνει
στα πορνεία τα αγορασμένα μυοκάρδια.
Χθες έφεραν μια παπαρούνα , που αιμορραγούσε στα επείγοντα.
Είναι πολύ αργά για αυτήν, έχει κοπεί για ένα έρωτα μεγάλο, αποφάνθηκαν οι ειδικοί.
Φοράς το δέρμα της σιωπής, μυρίζεις σαν αρχαίος τάφος.
Κτερίσματα και κλάματα και λέξεις μέσα στο σφαγείο των χειλιών σου.
Δεν έχει απομείνει ούτε ένας φθόγγος μες το χωνευτήρι των ποιημάτων που να μην πονάει.
Η λύπη, αχ η λύπη, μια μελαχρινή κοπέλα που μεθά τους αλλοπαρμένους λεξιθήρες
των χαμένων Σαββατόβραδων.
Τζάμπα είναι η μοναξιά, για αυτό βάλε ακόμα μία βότκα, απ΄ την ακριβή.
Αγάπη με παγάκια στο κρυστάλλινο ποτήρι.
Ένα δαρμένο πιτσιρίκι είναι ο χρυσός χειμώνας στα νησιά τ' απογεύματα.
Συνέχεια στάζει μελαγχολικές ματιές με λήθη βουρκωμένες
και κόβει με το ξύλινο σπαθί του τα κεφάλια μιας Λερναίας Ύδρας που τη λένε νοσταλγία.
Τι περιμένεις, λιθοβόλησε με, που στραγγάλισα τα όνειρα σου
και τα έκρυψα μες τους κρατήρες της σελήνης, οι άνθρωποι να μην τα βρουν.
Ούτε καν περασμένο μεγαλείο δεν μυρίζουν πια τα κουρέλια σου
θλιμμένε Ναβουχοδονόσορα της επαρχίας.
Στην εκταφή οι καταραμένοι αναγνωρίζονται επειδή κείτονται μπρούμυτα θαμμένοι
με ένα στίχο του Καρυωτάκη χαραγμένο στην παλάμη.
Ένα ταγκό κι απόψε θα χορέψω με μια καταιγίδα έξω απ' το λιμάνι του Μπουένος Άιρες.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: