Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Ποίηση Κυριακίδη Νίκου



ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΩΠΗ
Ο έρωτας των φτωχών ανθρώπων,
πόσο πολύ μου θυμίζει παιχνίδι πανηγυργιώτικο
σε χέρια μιας γελαστής φάτσας.
Τα τραγούδια των φτωχών ανθρώπων,
πόσο πολύ μου θυμίζουν την αγκαλιά μιας μάνας
μετά τον ξαφνικό ερχομό.
Το πένθος των φτωχών ανθρώπων,
πόσο πολύ μου θυμίζει πεταμένες σκληρές φλέβες
σ’ έναν κρεάτινο χώρο.
Μια υγρή αγάπη
Με αίματα στα χέρια.
Ένα μουρμούρισμα της τάβλας
Με την απουσία εκείνης.
Μια εκταφή
Γιορτή μιας κοντής μαυρισμένης γριάς
Που γίνηκε ψηλή, ξανθιά, ανοιχτοντυμένη.




ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
«Αὔριο θὰ κόψουμε
»Κάτι λουλούδια.
»Αὐριο θὰ ψάλουμε
»Κὰτι τραγούδια,
»Εἰς τὴν πολύανθη
»Πρωτομαγιά»
Διονύσιος Σολωμός


Όσοι αρνήθηκαν τον πατέρα και την μητέρα τους,
πράττοντας αλλιώτικα
Αυτοί που δεν πρόσεξαν την ασφάλεια των παιδιών τους,
ανεξαρτήτως εάν είχαν
Όσοι ξέρουν τη φλέβα που ενώνει τη σόλα με το πεζοδρόμιο,
χωρίς καμιά εξοχή να παρεμβάλλεται ακάλεστη
Αυτοί που δεν πίστεψαν πως υπάρχουν «ελάχιστοι» αδελφοί μας...
βλέποντας το Μέγιστο στα νύχια της οδύνης,
κολλημένο σαν βρώμα
Όσων τα γήπεδα της ηδονής ήταν κυρίως υπαίθρια
-με το μάτι να παραφυλάει στην τσίτα-
μη και μπει ο ευνούχος κανόνας
με τους υστερικούς του δολοφόνους
Τα παιδιά που παραμυθιάζονται -πιο πολύ- εκείνα τα δευτερόλεπτα,
πριν ξανακάνουν με λύσσα όσα ξορκίζουν
Όσοι όταν γερνούν
σιωπηλά αποσύρονται
και διώχνουνε με πείσμα
την πορνεία της αδράνειας
Όσοι λαθεύουν γιατί δεν ησυχάζουν
Όσοι μένουν άγνωστοι γιατί δεν ακκίζονται
Όσοι αγαπούν την ταχυπαλμία κι ας είναι η τελευταία
Αυτοί που θυμώνουν εύκολα
που ξεχνούν εύκολα
αλλά ξαναθυμώνουν οριστικά
Οι κακοί γείτονες
-από τότε που αυτοκτονήσαν οι αυλές-
που παραμυθιαστήκανε εκτός των εργατικών πολυκατοικιών,
με τα πρωινά ξυπνήματα, τις φωνές των ερώτων,
τις φωνές των «οικονομικών προβλημάτων»
Οι θαμώνες των προποτζίδικων
που μιλούν πολύ, ιδιαίτερα όταν δεν ξέρουν τίποτε
Οι αληθινοί αρχιεπίσκοποι των θρησκευόμενων:
Γριές κατσιασμένες και αγράμματες
που επέβαλαν τη φιλενάδα τους την Παναγία
στους μετα-ιουδαίους ινστρούχτορες,
που εννοούν, χωρίς φόβο κι εμετικό αυτοοίκτο, το
«Κουράστηκα,
πάω να βρω τον Πλάστη μου»

είναι «Πρωτομαγιά»


Δεν υπάρχουν σχόλια: