Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Ποίηση Πυροβολάκη Αντώνη

Στο καφέ της λησμονιάς

Τσάι ροδάκινο στο καφέ της λησμονιάς.
Σκεφτόμουν τον Καμύ με τον ΄΄Ξένο'' του,
του τίποτα τον τυχοδιώκτη που αναμετριόταν με το κοκκινόχωμα του Μαρακές,
ένα λιθοβολημένο Στέφανο και ένα νέο να πεθαίνει από λευχαιμία,
ν' αχνοτρέμει στην κοιλάδα της αστροφεγγιάς.

Σκεφτόμουν τους στυγνούς μου αποχωρισμούς από χιονοσκεπείς ανθρώπους,
τις σιδερένιες μου θηριωδίες επί του παρόντος πόνου.

Τους στίχους μου αγριοπούλια του ονείρου, καρφιτσωμένα στρας
σε σύννεφα που φόραγαν πουκάμισα λευκά, με βρόχινες αντωνυμίες στις μανσέτες.

Ζωή μου ηλιοβολή, ως πότε θα κρατάς τσίλιες
σε ουράνια τόξα, θ' απολογείσαι για την εκπυρσοκρότηση της αγριομέλισσας
από το ρεβόλβερ μίας μαργαρίτας;

Μα κάτι τέτοια δεν τα γράφεις,
ούτε τα στέλνεις εκεί που κονταροχτυπιούνται οι λέξεις.
Αλλιώς γίνεσαι βλάσφημος και ένα τίμημα πληρώνεις
με νάμα και ακάνθινα στεφάνια.

Άκουγα το γκαρσόνι να απολογείται στους τουρίστες,
σκεφτόμουν την κυρία Κατερίνα με μια προσφυγιά και μια γαρδένια στην καρδιά
και με φωνή σαν πικραμύγδαλο ήθελα να φωνάξω:
΄΄ δε λέει συγνώμη η πυρκαγιά αδερφέ μου, εμείς είμαστε οι γλύπτες
εμείς είμαστε οι ποιητές,
εμείς αφήνομε το αποτύπωμα της αρχαίας μας ματιάς στο χωροχρόνο΄΄.

Κι όπως η ερημιά δινόταν στα λαδάδικα των οριζόντων,
ψίθυρος έγινε το ανόητο μου ποιηματάκι,
έτσι για να έχει πριν το τέλος, κάτι να αγαπήσει η σιωπή.

Σκεφτόμουν μυστικές γραφές φυλακισμένες στους μηνίσκους της σελήνης.

Έβλεπα αυταπάτες ν' αρμενίζουν σε ναυάγια στα αστέρια,
κι ένα θεό να αφαιρεί τους κρίκους από της αθανασίας τις χειροβομβίδες.   

Δεν υπάρχουν σχόλια: