Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Ποίηση Πυροβολάκη Αντώνη

Dark Blue WallpaperΚατάδυση
Το  χτυποκάρδι  της  βροχής  τραβούσε   τις  σκανδάλες των  ονείρων.
Ένα  εξάσφαιρο    φθινόπωρο,  στον  κρόταφο  πυροβολούσε  τα  φεγγάρια
Έτσι ενταφιάζεται  η  προσμονή κι  αναγεννιέται   σ'  ένα  χώμα  αναιδές,
μια  ματαιοδοξία,  που  ονομάζεται   λουλούδι.
Κι  άδικα  ας  υπόσχεται    η  έγχρωμη  βασίλισσα    του  θέρους,
  στα  ιλουστρασιόν   πορνό  περιοδικά  κι  άλλες  ανερμάτιστες  τρυφές,
 σε  εμένα,  το  φτωχό  Ναβουχοδονόσορα  της  επαρχίας.


Σαν  θαλασσογραφία  αφρίζει  τούτη  η  οδύνη.
Τόσο  αεικίνητα  ακίνητη,  σαν σκοτεινιά  που  απλώνει  και  μεγαλώνει ήσυχα.
Διέφθειρε  με νυχτολούλουδο.
Στείλε  μία   λάγνα  νύχτα να  τη  ρίξω στο κρεβάτι μέχρι  το ξημέρωμα.
Πες  στον  απουσιολόγο   να  με διαγράψει  από  την  ύπαρξη.
Να  κλωτσήσει  την  ανέμη, να  γυρίσουν,  σαν  αγριοπούλια  τα  φιλιά,
σαν  παραμύθια
Είναι  σα  μουσκεμένο  πυροτέχνημα  η  μνήμη  τελικά.

Ήταν  παρατημένη  και  περίμενε  στην  άκρια μιας  ερημιάς.
Θα  με  παντρευτείς,  τη  ρώτησα  κι  αυτή  μου  είπε,  όχι  είμαι  η
μοναχοκόρη  του Αιόλου
 Με μια  νυκτωδία  απ'  τα  πέρα  χάη  κι απόψε,  την γλώσσα της  θα
βγάλει  την  αστροφεγγιά.
Με  νότες ασημιές  θα τη  στολίσουν   οι   κιθάρες  του  απείρου.
Κι  εγώ σαν  σκοτισμένος  φάρος  θα  κλάψω στο  νερό  μαύρο  μετάξι.

Τρέξε  μικρό αγόρι  να   μη   σε  ρημάξουν  τα  διλήμματα  της  μαργαρίτας.
Κυνήγησες  τα  οράματα  των  χερουβείμ.
Χώρεσες  του  Θεού  τους  μίτους  και  τις  αστραπές  στην  σχολική
σου  τσάντα.
Έβγαλες  του  λυκόφωτος  το  αγκάθι  απ'  το  πέλμα  της  ημέρας.
Τώρα πορεύεσαι  στο  φως κάνοντας  κάπου  κάπου   ορθοπεταλιά,  καβάλα
 στο  ουράνιο  τόξο.

Θέλω  να  ξεδιψάσω  με  το  κρεμεζί  του  ήλιου.
Στα  χείλη  μου  να ανοσιουργεί   το δηλητήριο  της  πίκρας.
Μ'  ένα απαύγασμα  στο  βλέμμα  να καταδυθώ  στο  σκοτεινό  ωκεανό  μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: