Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

Διήγημα του Βασίλη Χαραλάμπους

Εκείνο το χωράφι στους «λάκκους»
                                                                                                                                                                                  Του Βασίλη Χαραλάμπους
---------------------------------------
            Μπροστά τα δυό βόδια, πίσω τ΄ άλετρο κι  ο Χριστοφής να φωνάζει δυνατά.  Πρέπει ίσαμε το σούρουπο νάχει οργώσει το χωράφι.

-  Γιάννη, πιο γρήγορα, θα νυχτωθούμε και το χωράφι θα μείνει ατέλειωτο.

            Ο Γιάννης καταϊδρωμένος σώπαινε κι΄ εργαζόταν με ζήλο.  Είναι τώρα τέσσερα χρόνια στη δούλεψη του κυρ Χριστοφή, από τότε πούχει μείνει πεντάρφανος και τον πήρε ο γείτονας αυτός να το μεγαλώσει.

            Σχολείο καθόλου δεν πήγε ο Γιάννης.  Σαν έγινε δώδεκα χρονών τον έβαλε ο κυρ Χριστοφής να προσέχει το μποστάνι.  Το καλοκαίρι φόρτωνε το γάϊδαρο και έφερνε τα καρπούζια στην αγορά να τα πουλήσει.

            Σήμερα ολοένα στο καύμα τ΄ Αυγουστιάτικου ήλιου με το άλετρο τέλειωσε το χωράφι πριν δύσει ο ήλιος.  Ο κυρ Χριστοφής είχε φύγει κατά το μεσημέρι γιατί είχε κάποιες δουλειές στο χωριό.  Σαν τέλειωσε λοιπόν ο Γιάννης τ΄ όργωμα, άκουσε παιδική φωνή στο διπλανό περιβόλι.

Ο Γιάννης του φώναξε.

-          Κωστή εσύ είσαι;
-          Ναι Γιάννη.
-          Έλα δω να φύγουμε μαζί.

                        Ο Κωστής, το παιδί του κοινοτάρχη του χωριού ήρθε κρατώντας κι  ένα βιβλίο στα χέρια του.  Κάθισαν  πλάϊ σε μια ελιά.  Ο Γιάννης πήρε το βιβλίο και το κοίταξε με περιέργεια κι  ύστερα αρχίνισε αμήχανα να το μετροφυλλά.  Να διαβάζει δεν ήξερε , μονάχα τις ζωγραφιές έβλεπε.

-          Εσύ είσαι μεγαλύτερος μου, του είπε κάπως αδιάφορα ο Κωστής, θα το έχεις διαβάσει σίγουρα αυτό το βιβλίο.

Ο Γιάννης τον κοίταξε λυπημένα και χωρίς να μιλήσει τούγνεψε πως δεν το διάβασε.  Έδωσε το βιβλίο στον Κωστή κι΄  έμεινε για λίγη ώρα αμίλητος.  Μέσα του άναψε ο πόθος να μάθει κι΄ αυτός γράμματα.  Δεν τολμούσε όμως να ζητήσει τέτοιο πράγμα από τον κυρ Χριστοφή.  Έμεινε για λίγο σιωπηλός αφήνοντας κρυφές ματιές στο βιβλίο.  Ο Κωστής συνέχισε αδιάφορα να ρίχνει πετραδάκι στο ρυάκι σφυρίζοντας τόσο άτεχνα ένα σκοπό.

Την άλλην μέρα καθώς δούλευε στο σταύλο ήταν πολύ σκεφτικός.  Φούντωσε μέσα εκείνος ο πόθος να μάθει γράμματα.  Ώρα πολλή πηγαινοερχόταν στο σταύλο αμήχανα.  Για μια κοντοστάθηκε για λίγο.

-          Θα το πω στον παπά Λάζαρο, μονολόγησε.  Όμως θ΄ ακούσει τον παπά ο κυρ Χριστοφής;


Κι  έτσι μονολογώντας κίνησε για το σπιτικό του παπά Λάζαρου.  Εξάλλου ο κυρ Χριστοφής εκείνη την  ώρα έλειπε στο χωράφι.  Στο δρόμο περπατούσε με το κεφάλι σκυμμένο κι΄ ο γέρο Αλέξης που τον συνάντησε στο δρόμο απόρησε γιατί τούτο το καλωσυνάτο παλληκάρι δεν τον χαιρέτησε.  Όμως μετά από λίγα βήματα πιο πέρα, ο Γιάννης, κοντοστάθηκε και γύρισε σαστισμένος το κεφάλι.

-          Συμπάθα με παππού, κάτι έχω στο νου που με βασανίζει και αφαιρέθηκα.
-          Δεν πειράζει παλληκάρι, όλοι το ίδιο είμαστε, μικροί μεγάλοι βάσανα και σκοτούρες.  Μα που πας κατά δω Γιάννη;
-          Στου παπα Λάζαρου.
-          Στο καλό να πας, και συνέχισε ο γέρο Αλέξηςτο δρόμο για το καφενείο στηριζόμενος σ΄ ένα χοντρό καλάμι, κι ο Γιάννης κίνησε για το σπίτι του παπα Λάζαρου.
Σε λίγο νάτος ο Γιάννης κατηφορίζει το δρομάκι τρέχοντας, και κάθε τόσο τρίβοντας τα χέρια του χαρούμενος.  Εκεί όμως που κατηφόριζε νάσου μπροστά του ο κυρ Χριστοφής.

-          Τι συμβαίνει Γιάννη και δεν είσαι στο σταύλο και γυρνάς στο χωριό; Είπε με κάπως δυνατή φωνή.

Ο καημένος ο Γιάννης έγινε κατακίτρινος από το φόβο του.  Από τις βγήκαν έξω οι γειτόνισσες.
         -  Άφησε τ΄ ορφανό κυρ Χριστοφή,του φώναξαν οι γειτόνισσες.
         -  Εσείς τη δουλειά σας να κοιτάτε, είπε κάπως αυστηρά ο κυρ Χριστοφής.  Σ΄ αυτό το παιδί αξίζει γερή τιμωρία.

Εκείνη την ώρα περνούσε ο παπα Λάζαρος.  Από μακριά φαίνεται ότι είδε τη σκηνή γι΄ αυτό όταν πλησίασε ρώτησε.

-          Τι συμβαίνει κυρ Χριστοφή.

Κι΄ ύστερα βάλθηκαν να συζητάνε ίσαμε που έφτασαν στο καφενείο κι΄ οι τρείς μαζί.   Στο τέλος ο κυρ Χριστοφής δέχθηκε ν΄ αφήσει τ΄ ορφανό ναπάει στο σχολείο μόνο που δεν θάδινε τίποτα στον Γιάννη.  Μάταια προσπάθησε ο παπα Λάζαρος να δώσει κάτι στο παιδί ο κυρ Χριστοφής.

Σε λίγες μέρες με τον ντορβά στον ώμο πήγαινε κι΄ αυτός με τα΄άλλα παιδιά στο σχολείο.  Λίγο μεγαλύτερος φυσικά, όμως ο ζήλος τέτοια πράγματα δεν κοιτά.  Στην αρχήυν δεν τα πολυκατάφερνε, όμως ύστερα συνήθισε.  Όσο για σπιτικό βρήκε μια μικρή καμαρούλλα στου παπα Λάζαρου.  Και μια Κυριακή βγαίνοντας από την εκκλησία ο Γιάννης,  άκουσε δυο γερόντισσες να λένε πως ο κυρ Χριστοφής είναι βαριά άρρωστος.

-          Παιδιά δεν έχει να τον βοηθάνε .  Τι θα γίνει τώρα;
-          Τι θα απογίνουν τα ζώα του και τα χωράφια του;  Αναρρωτήθηκε η άλλη.

Κάτι πέρασε από το μυαλό του Γιάννη εκείνη την ώρα.  Όμως ήταν και το σχολείο. Έμεινε για λίγο σκεφτικός κι  ύστερα πήρε το δρόμο για το σπιτικό προσπερνώντας βιαστικά μια παρέα συνομιλήκων του.  Παραύστερα σαν έφτασε στου κυρ Χριστοφή, η κυρά Μαρία η γυναίκα του έμεινε απορημένη ανοίγοντας την πόρτα.

-          Καλώς τον Γιάννη,  έλα μέσα κι΄ έχω ζυμώσει κουλούρια που σου αρέσουν.  Πως πάει το σχολείο Γιάννη;
-          Το σχολείο καλό είναι, μα από αύριο δεν θα ξαναπάω.
-          Γιατί παιδί μου;
-          Από αύριο κυρία Μαρία θα φροντίζω το σταύλο και ότι μπορώ στα χωράφια του κυρ Χριστοφή.
-          Μα γιέ μου γίνεται να μη πάεις σχολείο;
-          Κυρία Μαρία τ΄ αποφάσισα.  Που είναι τώρα ο κυρ Χριστοφής;

Η συνάντηση που ακολούθησε με τον κυρ Χριστοφή συγκινητική.  Τα είπαν ώρα πολλή.  Στο τέλος ο Γιάννης δέχθηκε να πηγαίνει το πρωί στο σχολείο και τα΄ απόγευμα να δουλεύει στου κυρ Χριστοφή.  Ήταν κι΄ η αρρώστια βαριά, αφού τρείς μήνες έκανε στο κρεβάτι.  Κι  όταν κατόπιν έγινε καλά ο κυρ Χριστοφής και μπορούσε να δουλεύει κάλεσε το Γιάννη και του είπε:

-  Γιάννη, σκέφτηκα να σου δώσω εκείνο το χωράφι στους ΄΄λάκκους’’.

Ο Γιάννης ευγενικά ευχαρίστησε τον κυρ Χριστοφή, όμως δεν δέχθηκε.

-          Σε ευχαριστώ κυρ Χριστοφή, όμως το χωράφι στους ΄΄λάκκους’’ δώσε το στην αδελφή σου τη Νίκη που τόσες δυσκολίες έχει.  Ευκαιρία κιόλας να συμφιλιωθείτε γιατί δεν κάνει αδέλφια να μη μιλούν μεταξύ τους. 

Ο κυρ Χριστοφής άκουγε σιωπηλός ξακολουθώντας να διαπορεί για την τόση του Γιάννη ωριμότητα.  Αργότερα μαθεύτηκε ότι ο κυρ Χριστοφής έδωσε τα μισά του χωράφια στην αδελφή του.  Όσο για τον Γιάννη πρόκοψε στα γράμματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: