Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΜΑΡΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΜΑΡΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

Ποίηση Αποστόλου Μαρίνα

Το γιατί τους*

Ρωτάς γιατί αλήθεια τόση μαυρίλα,
τόσος γκρίζος ουρανός.
Ρωτάς γιατί οι στίχοι στάζουν μαύρο αίμα
γιατί το χαρτί τους ποτέ δεν ξεράθηκε από τα δάκρυα
κι ας έχουν παρέλθει τόσα χρόνια.
Μα… κοίτα καλά! Πάρε αν μπορείς στα χέρια σου τη μηχανή του χρόνου
και ταξίδεψε πίσω εκεί, αν τολμάς.
Πόλεμος και πάλι πόλεμος και μετά εκστρατεία
κι Ιδιώνυμο και Μεγάλη Ιδέα και νεκροί
και φαντάροι που νιάτα ούτε είδαν ούτε χάρηκαν.
Και φυματίωση και σύφιλη και μίσος και πείνα και συνωμοσίες και καταδίωξη των εργαζομένων. Και δυσμενείς μεταθέσεις.
Φρονήματα, ρουφιάνοι και κοινωνική κατακραυγή.
Διχόνοια, βενιζελικοί και βασιλικοί. Δικτατορία, εξορία.
Ανελευθερία, αμορφωσιά και λογική καμιά κι η φούστα τριάντα πόντους πάνω απ’ το χώμα. Κι ανισότητα.
Πρόσφυγες-δούλοι, ζητιάνοι και πόρνες και το μεροκάματο ακόμα πιο λίγο.
Κι εκμετάλλευση και θάνατος, πολύς θάνατος, πρόωρος κι άδικος.
Κι οι κυβερνήσεις βραχύβιες κι η τρίχα τριχιά κι οι δρόμοι δύσβατοι.
Δες λοιπόν το γιατί, βρες την εξήγηση, κατάλαβε γιατί
δε στέγνωσε ποτέ το μελάνι τους!

*Αφιερωμένο στους Έλληνες ποιητές της δεκαετίας 1920.



Αποστόλου Μαρίνα 

Δείτε περισσότερα ποιήματα στη σελίδα της ποιήτριας στο "Σύγχρονοι ποιητές"

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Ποίηση Μαρίνα Αποστόλου



Μούσια, βιβλία και βλέμμα απλανές

Σαν πεις τη λέξη ‘’ποιητής’’
μία εικόνα μοναχά θα σου ρθει στο μυαλό σου
Ένα τζάκι να καίει, ένα σαλόνι φορτωμένο, μία βιβλιοθήκη έτοιμη να καταρρεύσει
Κι άλλα βιβλία διάσπαρτα παντού
Μεγάλα γυαλιά μυωπίας, μαλλιά ατημέλητα
Μούσια άκοπα, βαριά φωνή, βλέμμα απλανές
Μνήμες από την εξορία
Λεξιλόγιο εξεζητημένο
Γνώση ιστορικών λεπτομερειών
Διηγήσεις, συμβουλές και πρότυπα άλλων μεγαλύτερων ποιητών
Αναγνώσεις στίχων όλο νόημα
Κι ίσως και μια πίπα στο χέρι να σιγοκαίει
Αυτό θα πει ‘’ποιητής’’
Αυτή είναι η επιβεβλημένη εικόνα του
Όλα τ’ άλλα δε συνάδουν
Και καμιά αναφορά σε νεότερους
Αυτοί έπονται και δεν έχουν μελετηθεί


Ποιητής είναι όλα τα παραπάνω.


Λυγμοί στο σκοτάδι

Η νύχτα έπεσε
Τα φώτα σβήσανε στους διαδρόμους
Σιωπητήριο παντού
Όχι όμως και στις ψυχές
Αυτές είναι άγρυπνες
Ζωντανές
Τα μάτια βουρκώνουν
Ξεσπάνε
Δάκρυα
Και μετά τα δάκρυα λυγμοί
Δε φαίνεται τίποτα
Μόνο σκοτάδι
Τα δάκρυα δε φαίνονται
Μόνο σκοτάδι και λυγμοί
Οι λυγμοί τρυπούν το πέπλο της ησυχίας
Τα κορμιά τρέμουν μπροστά στη φρίκη του αξεπέραστου
Του οριστικού, του ανίκητου
Λουλούδια, γλάστρες και μπουκέτα
Μέσα και έξω απ’ το δωμάτιο
Η νύχτα σηκώνει όλο το βάρος της δυστυχίας
Το πρωί άραγε θα μας βρει πιο αδύναμους ή πιο δυνατούς;

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Ένα ποίημα της Μαρίνας Αποστόλου


ΜΑ ΕΣΥ ΒΛΕΠΕΙΣ ΜΟΝΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Δε βλέπεις τη γέννηση
Δε βλέπεις την ευκαιρία που άλλοι τόσο άδικα στερήθηκαν
Δε βλέπεις του ταξιδιού τη διαδρομή
Το άρωμα του χρόνου δεν οσφραίνεσαι
Δε νιώθεις του μυστηρίου τη γοητεία
Ακόμα το λάθος που μπορεί σωστό να γίνει
Και το άσχημο σε όμορφο, αν θες, να μεταμορφωθεί

Ξέρω, εγγυήσεις θες πολλές να έχεις σιγουριά
Γι’ αυτό δε βλέπεις την πορεία, δεν αναγνωρίζεις τις χαρές
Έστω κι αν αυτές είναι λίγες
Δε διακρίνεις το ηλιοβασίλεμα, τη χαραυγή, την υγρασία του βρεγμένου νωπού χώματος μετά από τη βροχή
Τον ήλιο που λάμπει και ζεσταίνει τη σάρκα μας
Τις γλυκές φωνές των παιδιών
Το έργο και τις θύμησες που μένουν
Τις έγχρωμες φωτογραφίες
Εσύ βλέπεις μόνο το τέλος και μελαγχολείς
Εσύ βλέπεις μόνο την κοινή κατάληξη και απελπίζεσαι νωρίς
Εσύ δεν άκουσες ποτέ κουδούνια να ηχούν μελωδικά

Κι έτσι βιάζεσαι γρήγορα όλα να τελειώσουν
Δε νοιάζεσαι για τα χρώματα, για τα αγγίγματα, δε σου λέει τίποτα η περιπέτεια

Γιατί εσύ δε βλέπεις παρά μόνο το τέλος!

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Διήγημα από τη Μαρίνα Αποστόλου

TA TAKOYNAKIA

Το απόγευμα της σχολικής γιορτής του Δημοτικού είχε φτάσει. Κοίταξα το ρολόι μου κι είδα ότι πλησίαζε επτά παρά τέταρτο. ‘’Ώρα να φύγω’’, σκέφτηκα. Βγήκα για ένα λεπτό χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο στο μπαλκόνι...έκανα συχνά αυτή τη μηχανική κίνηση το καλοκαίρι...κίνηση αψυχολόγητη...λες και τι καινούριο θα έβλεπα! Λες και τα σπίτια της γειτονιάς θα χαν φύγει από τη θέση τους...λες και θα χαν αλλάξει τα πρόσωπα που έμεναν απέναντί μου μέσα σε μισή ώρα! Γιατί είχα φτάσει στο σημείο να βγαίνω στο μπαλκόνι περίπου κάθε μισή ώρα αγναντεύοντας πότε την τριόροφη τσιμεντένια πολυκατοικία, πότε το χαμηλό σπιτάκι της Γεωργίας της μικρής... της μασκότ της γειτονιάς.
Η ματιά μου δε θα διαρκούσε πολύ... ίσα-ίσα να την ρίξω και θα έφευγα για το Δημοτικό. Πριν καλά-καλά όμως κλείσω την μπαλκονόπορτα, είδα κάτι μικρό που μου έκανε ωστόσο αίσθηση...δυο τακούνια να χτυπάνε πάνω στην άσφαλτο του παραδρόμου...ή μάλλον δεν είδα απλά...άκουσα κιόλας...ήταν τα τακούνια ή καλύτερα τα τακουνάκια της Μαριλένας. Παπούτσια κλειστά και μακρόστενα...με κάτι λεπτά τακουνάκια που ίσα που της χάριζαν ελάχιστους πόντους επιπλέον και τη μεταμόρφωναν σε ελαφρώς ψηλότερη γυναίκα. Μαύρα στο χρώμα κι ίσως όχι τόσο βολικά και ξεκούραστα, έδειχναν να τη χτυπάνε, να την ενοχλούν κι η ίδια να τα κουμαντάρει με δυσκολία. Η γειτόνισσα έμοιαζε να βιάζεται, σαν κάτι να χε ξεχάσει...ήξερα καλά ότι είχε άγχος, αγωνία για την παρουσία του γιου της στη σχολική γιορτή. Τελείωνε την γ’ τάξη ο Νικολάκης της... κι έπρεπε να ναι στην πρώτη γραμμή για να τον απαθανατίσει με τη φωτογραφική της μηχανή. Το κολλητό παντελόνι που φορούσε ασφικτυούσε πάνω της και διέγραφε ταυτόχρονα τα πλαδαρά σχεδόν παραμορφωμένα της μπούτια...από πάνω είχε επιλέξει μια μπλούζα πιο φαρδιά η οποία έπεφτε μέχρι τη μέση της και κουκούλωνε επαρκώς το πελώριό της στήθος. Την είδα να μπαίνει στην πολυκατοικία και να ξαναβγαίνει μετά από ένα λεπτό. Με την ίδια βιασύνη, συνέχισε να περπατάει με τα χίλια ζόρια πάνω στα τακουνάκια της και να κατευθύνεται προς το σχολείο. Δυσφορούσε, ήταν ολοφάνερο αλλά και τι να έκανε; Δεν μπορούσε να φορέσει πάλι αθλητικά παπούτσια που τόσο την εξυπηρετούσαν σε καθημερινό επίπεδο. Μαλακά και επίπεδα, της ήταν πάντα τόσο άνετα και ξεκούραστα! Εκείνο το απόγευμα όμως όφειλε να είναι πιο περιποιημένη, πιο κομψή...για χάρη του παιδιού της. Τα τακουνάκια εκείνα αποτελούσαν τη βάση του πιο ‘’καλού’’ ίσως ζευγαριού που διέθετε. Νοικοκυρά στο επάγγελμα στηριζόταν αποκλειστικά στο μισθό του επαγγελματία οδηγού άντρα της. Πόσα πια χρήματα να περίσσευαν για τα λούσα της; Οικογένεια με δύο παιδιά και στεγαστικό δάνειο δεν είχε πολλά περίθωρια για επιπρόσθετα πράγματα.
Την ακολούθησα καθώς κι εγώ τον ίδιο προορισμό είχα. Την έβλεπα στο βάθος του δρόμου να πηγαίνει βάρκα-γιαλό... η σιλουέτα της ήταν τόσο χαρακτηριστική... θα ταίριαζε για μοντέλο στο Φερνάντο Μποτέρο... νοτιοαμερικανό ζωγράφο που έχει μια αδυναμία στις πολύ ζουμερές. Με σύμμαχο το πείσμα της, κατάφερε να μπει στην αυλή του σχολείου και να καταλάβει τη θέση που επιθυμούσε για να φωτογραφήσει το παιδί της. Έκατσα σχετικά κοντά της και με την τσάντα μου όρισα απαγορευτικό σε όποιον ήθελε να κάτσει δεξιά μου. Όλο και κάποια γνωστή θα ερχόταν, κατά πάσα πιθανότητα συνάδελφος καθηγήτρια για να παρακολουθήσουμε μαζί τη γιορτή των μαθητών μας από το φροντιστήριο. Η Μαριλένα παρέμενε όρθια καθώς καθιστή δε θα ήταν δυνατό να κάνει τη δουλειά της. Το πρόσωπό της στράβωνε εξαιτίας του ήλιου ο οποίος έκαιγε το δέρμα των θεατών εκείνο το απόγευμα. Έριχνε βλέμματα αριστερά και δεξιά, μιλούσε κατά καιρούς με άλλες μαμάδες ενώ ενίοτε κουνούσε τα πόδια της και τα έβγαζε εναλλάξ από τα τυραννικά υποδήματα. Ανακουφιζόταν για λίγο τρίβοντάς τα και μετά πάλι στην υποταγή. Έκανε πότε ένα βήμα μπροστά πότε ένα πίσω... πότε αριστερά πότε δεξιά... Ασυνήθιστη σε τακούνια ονειρευόταν ίσως ένα ζεστό ποδόλουτρο μετά τη γιορτή του σχολείου... Η ώρα είχε πάει επτά και δέκα. Ο διευθυντής του Δημοτικού πήρε το μικρόφωνο και ανήγγειλε την έναρξη των επιδείξεων. Όλοι όσοι δεν είχαμε πρόγραμμα στα χέρια μας θεωρούσαμε ότι η αρχή ανήκε στην α’ Δημοτικού. Με έκπληξη όμως είδαμε ότι την εκκίνηση έκανε η γ’ τάξη. Η ματιά μου έπεσε μοιραία στην ετοιμοπόλεμη Μαριλένα. Κλείνοντας το ένα μάτι και χρησιμοποιώντας το άλλο για να βλέπει μέσα από τη φωτογραφική μηχανή, ξέχναγε για λίγο τα τακουνάκια της και εστίαζε όλη της την προσοχή στο γιο της. Έστρεψα τη ματιά μου στα παιδάκια. Ζωή, νιάτα και αθωότητα...
Κάπως έτσι θα ναι ο παράδεισος...
Σε λίγο κατέφθασε η Ελευθερία, η συνάδελφός μου. Με καλησπέρισε κι έκατσε στην ‘’πιασμένη’’ θέση. Την ενημέρωσα για την εξέλιξη της σχολικής γιορτής με σκοπό να την εντάξω στο κλίμα. Η Μαριλένα απ’ την άλλη μιλούσε και κακάριζε με τις άλλες μαμάδες... έδειχνε να διασκεδάζει ιδιαίτερα. Μαμάδες περήφανες και ευτυχισμένες. Γεμάτες. Οι γυμναστικές επιδείξεις συνεχίζονταν. Παιδικές φωνές παντού. Η βραδιά ήταν των παιδιών αλλά και δική τους. Ανήκε κατά βάση στους γονείς που ανέσταιναν κάθε μέρα τα παιδιά τους με ένα σωρό βάσανα. Εγώ κι η Ελευθερία δεν είχαμε παιδιά, ωστόσο μοιραζόμασταν τη χαρά και τον ενθουσιασμό απ’ την πλευρά του εκπαιδευτικού. Ξέραμε όμως καλά ότι δεν ήταν το ίδιο.
Είχε νυχτώσει για τα καλά. Έκανε ψυχρούλα. Τα παιδιά της Στ’ Δημοτικού παρουσίαζαν ένα κωμικό αποχαιρετιστήριο σκετσάκι. Η παιδική ηλικία τελείωνε εκείνο το βράδυ παραχωρώντας αναπόφευκτα τη θέση της στη δύσκολη εφηβεία. Την περίοδο με τη λιγότερη αγνότητα, τους έρωτες, τις απογοητεύσεις, το πολύ διάβασμα, τις εξετάσεις, τις οικογενειακές εκρήξεις και τις αντιθέσεις. Στο πέρασμα στην αληθινή πρακτική ζωή.
Κατά τις δέκα η ώρα ο διευθυντής ανακοίνωσε τη λήξη της γιορτής κι ευχαρίστησε γονείς, παιδιά και δασκάλους. Η Ελευθερία δεν είχε σταματήσει να τραβάει φωτογραφίες. Με τη διάλυση των τμημάτων, μας εντόπισαν και μας πλησίασαν μαθητές απ’ το φροντιστήριο. Μας αγκάλιασαν, μας φίλησαν και ανακοίνωσαν ο καθένας τους τα καλοκαιρινά τους σχέδια. Κάπως έτσι γινόμασταν κι εμείς παιδιά.
Η Μαριλένα κρατώντας το γιο της απ’ το χέρι πήρε το δρόμο της επιστροφής με κάποιες απ’ τις μητέρες των συμμαθητών του. Τα πόδια της ξανά χωμένα στα στενά αφιλόξενα τακουνάκια σφίγγονταν κάνοντας υπομονή μέχρι την άφιξη στο σπίτι. Πάσχιζαν να συμβαδίσουν με τις άλλες γυναίκες που βάδιζαν συγκριτικά πιο άνετα. Την έβλεπα να ξεμακραίνει κι η φιγούρα της να γίνεται όλο και πιο μικρή όλο και πιο λίγη.
Του χρόνου πάλι...

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Ένα γαλλικό ποίημα από τη Μαρίνα Αποστόλου

LES MOINS FORTUNÉS
Qui sont ceux?
Appelés les moins fortunés?
Désireux
d’ une vie plus privilégiée
vivant presqu’ écartés
leurs rêves effacés
les visages glacés
Qui sont ceux?
Leur identité cachée
Leur âme altérée
Où vont tous ceux?
Les sinistrés
Ne cherchant que
la clé
d’ un paradis parti
d’ un paradis vieilli
y sont mal accueillis
aboutis
à une impasse
quelle est leur tâche?
Entourés des menaces
partout
issus
d’un monde dit tiers
voulant aller ailleurs
où ça?
Les voilà…
Qui sont ceux?
On les connaît
jamais joyeux
jamais souriants
ils ont faim
le cœur battant
parlant
des langues différentes
des promesses inexistantes
Qui sont ceux?
Les moins fortunés
Les égarés…


Απόδοση

Ποιοι είναι αυτοί;
Αυτοί που τους αποκαλούμε άτυχους της ζωής αυτής;
Επιθυμούν μια ζωή με περισσότερα καλά
ζώντας σχεδόν περιθωριοποιημένοι

τα όνειρά τους έχουν σβηστεί
τα πρόσωπά τους είναι παγωμένα


Ποιοι είναι αυτοί;

Η ταυτότητά τους άγνωστη
Η ψυχή τους αλλοιωμένη

Πού πάνε όλοι αυτοί;

Οι πληγέντες

Δεν ψάχνουν παρά το κλειδί
ενός παραδείσου που χάθηκε
ενός παραδείσου που γέρασε

'Ασχημη υποδοχή

Οδηγημένοι σε ένα αδιέξοδο

Ποιος είναι ο σκοπός τους;


Περικυκλωμένοι από απειλές

παντού

Προέρχονται από έναν κόσμο

που όλοι εμείς αποκαλούμε ''τρίτο''

Θέλουν αλλού να πάνε

Πού είναι αυτό το ''αλλού'';

Να τοι ...

Ποιοι είναι αυτοί;

Τους ξέρουμε


δεν είναι ποτέ χαρούμενοι
ποτέ χαμογελατοί

πεινούν

η καρδιά τους χτυπάει
μιλώντας

γλώσσες διαφορετικές

υποσχέσεις ανύπαρκτες

Ποιοι είναι αυτοί;

Οι άτυχοι της ζωής αυτής;

Οι χαμένοι...

Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

ΜΑΡΙΝΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΟΙΗΜΑ



 Τα ταμεία
Άνοιξα την πόρτα
κι αντίκρισα γύρω μου ταμεία
πολλά ταμεία παντού
με κάτι στόματα ορθάνοιχτα
έτοιμα να με κατασπαράξουν
κι εμένα και το πλήθος όλους μας

Από πάνω τους μια πελώρια επιγραφή έγραφε ‘’ΤΑΜΕΙΟ’’
Ήταν τόσο περιττή!
Ο καθένας μπορούσε να καταλάβει τη σαρκοβόρα κι αδηφάγα διάθεσή τους
Πίσω απ’ τους πάγκους τους καλά κουρδισμένα ανθρωπάκια μάς κοιτούσαν επιθετικά με κάτι μάτια κόκκινα, ήθελαν να μας αδειάσουν το πορτοφόλι-γι’ αυτό ζούσαν

Παντού στην πόλη έχουν στηθεί ταμεία
Όπου κι αν στρέψεις τη ματιά σου θα τα δεις
Θα σε πιάσει ίλιγγος
Ταμεία που υπάρχουν για να εισπράξουν
Να εισπράξουν τα λεφτά σου, αν είναι δυνατόν και την ψυχή σου που μεταφράζεται σε ύλη αλλά και σ’ ένα τον ίδιο αν μπορέσουν, θέλουν να σε χωρέσουν στο ακόρεστο συρτάρι τους που δε λέει να κλείσει

Ταμεία, ταμεία παντού…

Θέλουν να με καταπιούν ζωντανό 

ενώ ψάχνω την έξοδο κινδύνου

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Μαρίνα Αποστόλου


 Παγκόσμια ημέρα ποίησης

Σε καιρούς χαλεπούς
σε καιρούς ταπεινούς
μαύρους κι εκμηδενιστικούς
θα μας βρείτε αρωγούς
όχι από κέφι και ναρκισσισμό
μα από χρέος επιτακτικό
Εμπρός μολύβια και πένες!
Αρχινάτε!
Θέματα
Συμπλέγματα
Τίποτα δε θα περάσει αναίμακτα
Εμπρός! Βάλτε φωτιά στις κόλλες
Και τις αλήθειες ξεστομίστε όλες
Ήρθε η ώρα για τις ποιητικές παρόλες
να βγουν στα μπαλκόνια του μυαλού
τη σαπίλα να καταδείξουν του κόσμου αυτού

Μαρίνα Αποστόλου
Για την 21η Μαρτίου, παγκόσμια ημέρα ποίησης αλλά και ημέρα πολέμου και γενικότερης κρίσης