Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΕΦΤΑΣΑΝ ΣΤΙΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΕΦΤΑΣΑΝ ΣΤΙΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Απριλίου 2023

Βατόπουλος Νίκος, Ένα παιδί μεγαλώνει στην Αθήνα

Η καταγραφή δεν είναι παρά η ζώσα μνήμη. Χωρίς τη ζώσα μνήμη η μικροϊστορία αυθαιρετεί.

Γράφει η Χρύσα Μαστοροδήμου //

 

Νίκος Βατόπουλος «Ένα παιδί μεγαλώνει στην Αθήνα», εκδ. Μεταίχμιο

 

Αθήνα της Κατοχής μέσα από τα μάτια ενός παιδιού.
Από τις εφηβικές περιπέτειες στο μεγάλο πεδίο της δημόσιας Ιστορίας.
Ένα από τα σπάνια γραπτά τεκμήρια γραμμένα από παιδί ή έφηβο
στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’40. Με αφετηρία το ημερολόγιο που κρατούσε ο πατέρας του στα χρόνια του ’30 και ως το 1944, ο Νίκος Βατόπουλος ξετυλίγει μια διπλή αφήγηση μέσα στον χρόνο και με φόντο την Αθήνα της Κατοχής αλλά και το τοπίο της παιδικής και εφηβικής ηλικίας εκείνα τα χρόνια. Μαζί με την καθημερινότητα, έρχονται στο φως διαδρομές μέσα στην Αθήνα, τα σχολικά χρόνια στη Λεόντειο Πατησίων, ο συνοικιακός αθλητισμός γύρω από το “Σπόρτιγκ”, τα μπάνια στο Φάληρο, τα ταξίδια με καΐκι ως το Άστρος, η εξερεύνηση του παραμυθένιου τοπίου στις όχθες του Κηφισού. Όλα αυτά συνθέτουν μια διαφορετική εμπειρία της αστικής διαβίωσης και δίνουν τροφή για σκέψη για τις ανάγκες της απλής ζωής, για το δικαίωμα στην ευτυχία, για τη σταδιακή ενηλικίωση μέσα από τα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής.
Με την Αθήνα πρωταγωνίστρια, το ημερολόγιο αυτό είναι ένα από τα σπάνια γραπτά τεκμήρια γραμμένα από παιδί ή έφηβο στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’40. Δίνει το έναυσμα για σύγκριση, μελέτη, αναστοχασμό.

(Από την έκδοση)

 

Το νέο πόνημα του Ν. Βατόπουλου «Ένα παιδί μεγαλώνει στην Αθήνα, 1934-1944» αποτελεί, με αφορμή το ημερολόγιο του πατέρα του, ένα βιβλίο που καταφέρνει μέσα σε λίγες σελίδες να αποτυπώσει μια ολόκληρη εποχή.

Η άμεση ενασχόληση του συγγραφέα με τη λειτουργία του γραψίματος ως βίωμα έχει ως αποτέλεσμα να απολαμβάνουμε ένα δοκίμιο περί γραφής και όχι μόνο.

Ο πατέρας, ως μυθιστορηματικός ήρωας, χρησιμοποιείται επιδέξια από το συγγραφέα ως το όχημα για να αποτυπώσει τις σκέψεις του για τη γραφή ως δημόσιο λόγο, να μας φέρει εικόνες και βιώματα μιας άλλης εποχής και μια άλλης Αθηνάς, όχι όμως ως  μια νοσταλγική θέαση του παρελθόντος αλλά ως καταγραφή, ως ιστορικό στοιχείο. Αυτή η συνειδητοποίηση της σύνδεσης λογοτεχνίας με τη δημόσια ιστορία γίνεται όλο και περισσότερο συνειδητή τον τελευταίο καιρό. Η λογοτεχνία καλύπτει ιστορικά κενά αλλά πολλές φορές  καταγράφει και ουσιαστικά – επιστημονικά και τεκμηριωμένα, πλευρές της ιστορίας που διαφορετικά δε θα είχαν σωθεί. Η λογοτεχνία ως συνδετικός κρίκος με την ιστορία πρέπει εν τέλει να ιδωθεί με περισσότερη σοβαρότητα και θεωρώ ότι είναι ένα κομμάτι που προσφέρεται για έρευνα. Ένα τέτοιο βιβλίο σύνδεσης λογοτεχνίας και δημόσιας ιστορίας αποτελεί αναμφισβήτητα το βιβλίο του κου Βατόπουλου.

«Υπάρχουν οι καταγραφές. Όσο πιο λίγοι θυμούνται τόσο ο χρόνος θα γίνεται άπιαστος, σα να ήταν έτσι από πάντα ή σα να μη συνέβη ποτέ. Κενό. Όσο εκλείπει η ζώσα μνήμη, η μικροϊστορία αυθαιρετεί. Κάποιοι κατέγραφαν (και καταγράφουν) την καθημερινότητα τους, αλλά είναι ελάχιστοι. Οι πιο πολλοί αποχαιρετούν τον κόσμο αφήνοντας ελάχιστα τεκμήρια» θα μας πει χαρακτηριστικά σε έναν από τους αρκετούς εύστοχους ορισμούς της γραφής που παραθέτει.

Συνάμα η  ανάγκη κάθε εποχής ορίζεται από το συγγραφέα «ως αρχέγονη δύναμη και μοχλός της ιστορίας».

Ο συγγραφέας χρησιμοποιώντας το ημερολόγιο του πατέρα του ως αρχέτυπο, βρίσκει την ευκαιρία να αποτυπώσει και να καταγράψει ένα πλήθος λεπτομερειών που αφορούν στην αρχιτεκτονική των σπιτιών, καθημερινές συνήθειες των ανθρώπων, πολιτιστικά στοιχεία της κατοχής και μετά, αθλητικά σωματεία, σχολεία, γειτονιές, φιλίες, καθημερινά βιώματα που συνθέτουν τον ανθρώπινο βίο και δη μέσα σε μια δύσκολη εποχή με ένα λόγο άμεσο, λιτό, ουσιαστικό και μεστό, κατεξοχήν στοιχείο ενός έμπειρου και εμπνευσμένου λογοτέχνη.

«Τα μικρά σπίτια της Αθήνας άφηναν συχνά τα σώματα ανικανοποίητα.  Υπήρχε πάντοτε η επιθυμία για μια καλύτερη ζωή. Και η επιθυμία αυτή ήταν έντονη και στη διάρκεια της Κατοχής, όταν το κύριο ερώτημα ήταν ως πότε θα τραβήξει αυτός ο πόλεμος. Οι ανάγκες της ζωής όριζαν πάντα και ένα τρόπο θέασης του κόσμου».

Με τη χαρισματική του πένα θα φωτίσει το κοινωνικό γίγνεσθαι και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της Αθήνας και των αθηναϊκών συνοικιών μέσα από τις σχεδόν απτές καταγραφές του ημερολογίου αλλά και φωτογραφίες, παραστάσεις, ποδοσφαιρικούς αγώνες, ονομαστικές φιλίες.

Η γειτονιά, ως χώρος έκφρασης, ως αυλαία της παιδικής ανάγκης για ελευθερία δεσπόζει στις σελίδες του. Μέσα από θαμπές φωτογραφίες ξεχύνονται οι παιδικές μνήμες και φέρνουν στο προσκήνιο μια Αθήνα σε δύσκολες συγκυρίες αλλά συνάμα και βαθιά ανθρώπινη σε συνδυασμό με ένα ανόθευτο φυσικό τοπίο.

Η διαδρομή στο χτες θα καταλήξει για το συγγραφέα στην Αθήνα του σήμερα. Η αντιδιαστολή αναπόφευκτη. Η ελευθερία των παιδιών που κυριαρχούσε στην Αθήνα της κατοχής αντιπαραβάλλεται με τη σιωπή των σύγχρονων παιδικών χαρών. Η σύγχρονη εικονοποιία της παντελής έλλειψης του φυσικού τοπίου τον  θλίβει και τον θυμώνει. Στο τέλος της αφήγησης στέκεται η ιδανική Αθήνα που οραματίζεται ο ίδιος αλλά και η πλειοψηφία των πολιτών της. Για τον συγγραφέα η Αθήνα έχει γίνει μια εσωστρεφής πόλη που απουσιάζουν οι παιδικές φωνές και δε διστάζει να φανερώσει την επιθυμία του να επανέρθει στην πόλη το φυσικό στοιχείο που έχει εκλείψει από την υπερβολική (και ενίοτε άχαρη) πύκνωση των οικοδομημάτων.

Η Αθήνα εμφανίζεται σε αυτό το γοητευτικό αφήγημα ως μήτρα αφηγήσεων. Ο συγγραφέας μέσα από αυτή τη γοητευτική προσέγγιση του παρελθόντος και την αναπόφευκτη αναμέτρηση με το παρόν μας προσφέρει μια ουσιαστική παρακαταθήκη εικόνων και εμπειριών  και φυσικά τροφή για περαιτέρω έρευνα και σκέψη, αυτό που εν τέλει καθιστά ένα βιβλίο πραγματικά ξεχωριστό.

 

Νίκος Βατόπουλος

 

Ο Νίκος Βατόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Από το 1988 εργάζεται στην εφημερίδα Η Καθημερινή ως δημοσιογράφος, στο πολιτιστικό τμήμα. Έχει ειδικευτεί στην ιστορία της Αθήνας και σε θέματα αστικού πολιτισμού. Στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνονται η φωτογραφική καταγραφή της Ελλάδας, η ιστορία των αστικών κέντρων, η αρχιτεκτονική του 19ου και του 20ού αιώνα, η ιστορία των εντύπων και οι διαδρομές των σκαπανέων της φωτογραφίας. Ειδική ερευνητική ενότητα αποτελεί η μη καταγεγραμμένη μικροϊστορία και η «ανεπίσημη» πόλη. Έχει λάβει μέρος σε εικαστικές εκθέσεις ως φωτογράφος και έχει διοργανώσει το πρότζεκτ «Η Αθήνα της δεκαετίας του ‘60» (Ελληνοαμερικανική Ενωση, 2014).Έχει συμμετάσχει στα συλλογικά έργα: «Φωτογραφικόν Πρακτορείον ”Δ. Α. Χαρισιάδης”» (Μουσείο Μπενάκη, 2009), «Γιώργος Ζογγολόπουλος» (Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή, 2016) και «18 κείμενα για τον Γιάννη Μαρή» (Πατάκης, 2016). Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορούν τα βιβλία του: Περπατώντας στην ΑθήναΜικροί δρόμοι της ΑθήναςΌπου και να ταξιδέψω, όπως και η αγγλική έκδοση Walking in Athens.

 

Μπλιούμη Αγλαϊα, Αποχαιρέτα τη Στουτγάρδη Ασυάνακτα

Το πεπρωμένο της Ρωμιοσύνης είναι η διασπορά της

Γράφει η Χρύσα Μαστοροδήμου //

 

Αγλαΐα Μπλιούμη «Αποχαιρέτα τη Στουτγάρδη, Αστυάνακτα», εκδ. Κέδρος

 

«Ο συγγραφέας ψάχνει αργά αργά την κατάλληλη βελονιά να κεντήσει το αφήγημα της ζωής τους, αυτολεξεί, μα με πυξίδα και χωρίς χάρτη

Κάπως έτσι η συγγραφέας, η Αγλαΐα Μπλιούμη, ψάχνοντας να βρει την κατάλληλη βελονιά  κεντώντας το πρώτο της μυθιστόρημα, έρχεται να μας ταξιδέψει με αφορμή τη ζωή του Παντελή και της Κατερίνας στη βροχερή Στουτγάρδη και συγκεκριμένα στο Λούντβιγκσμπουργκ, ένα από τα σημαντικά βιομηχανικά κέντρα της πάλαι ποτέ Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Το μυθιστόρημα ανήκει στη μεταναστευτική λογοτεχνία και αφορά στη λεγόμενη δεύτερη γενιά μεταναστών. Είναι ένα μυθιστόρημα για την ιστορία της σύγχρονης ελληνικής μετανάστευσης, τις ελληνογερμανικές σχέσεις αλλά και την κοινή ευρωπαϊκή μνήμη. Η αφετηρία της είναι αυτοβιογραφική συνειδητά όπως έχει πει η ίδια και ξεκίνησε από την ανάγκη της να καλύψει ένα κενό στη μεταναστευτική λογοτεχνία και κυρίως να φανερώσει στο ελληνικό κοινό πλευρές της ελληνικής μετανάστευσης που δεν είναι τόσο γνωστές σε όλους. Μιλάει λοιπόν για αυτομυθοπλασία.

Με τον ιδιαίτερο τίτλο «Αποχαιρέτα την τη Στουτγάρδη, Αστυάνακτα» η συγγραφέας με μια σχεδόν ποιητική και συνειρμική γραφή αναμοχλεύει τις μνήμες του παρελθόντος συντροφιά με μια φθαρμένη βαλίτσα για να ταξιδέψει στο χώρο και το χρόνο και να προσγειωθεί στο σήμερα.

Ο Frye είχε πει πως η λογοτεχνία δεν συνιστά γραμμική αλληλουχία αλλά προκύπτει από τη δυναμική ανασύνθεση του πολιτισμικού παρελθόντος μέσα από τη διαπλοκή συμβόλων, μύθων και αρχετύπων κάτι που το παρατηρούμε ενδελεχώς στο μυθιστόρημα της Μπλιούμη.

Πρωταγωνιστής του βιβλίου της είναι ο Παντελής, ο οποίος φεύγει από την Κύπρο στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και ταξιδεύει σαν τουρίστας στη Στουτγάρδη όπου θα προσληφθεί στο εργοστάσιο της Bosch, θα γνωρίσει, θα ερωτευτεί και θα παντρευτεί την Κατερίνα, μία από τις εκατοντάδες Ελληνίδες μετανάστριες που έχουν κατακλύσει την πόλη στα μέσα της δεκαετίας του 1960, αφού η μετανάστευση κατά ένα μεγάλο μέρος ήταν γυναικεία υπόθεση.

Η μικρή Αγλαΐα ή Agi θα γεννηθεί τη δεκαετία του ‘70 και θα  και θα βιώσει όπως όλα τα παιδιά των μεταναστών πανταχόθεν ένα αρνητικό κλίμα στο σχολείο από συμμαθητές και δασκάλους.

Συνταξιδιώτης της μικρής, ο Αστυάνακτας, που στα Ομηρικά Έπη ονομαζόταν Αστυάναξ και ήταν το παιδί της Ανδρομάχης και του Έκτορα, ένα παιδί που μεγάλωνε σε πολεμικό περιβάλλον χωρίς να το έχει επιλέξει. Κάθε άλλο παρά τυχαία είναι η επιλογή του συγκεκριμένου ήρωα καθώς η μικρή ηρωίδα θα συνδιαλέγεται μαζί του σαν να είναι υπαρκτό πρόσωπο θέλοντας ενδεχομένως  να δείξει ότι και η ίδια βιώνει ανάμεσα σε δύο πατρίδες και διακατέχεται από αντικρουόμενα συναισθήματα.

Η συγγραφέας χρησιμοποιώντας έντεχνα πολλές εγκιβωτισμένες ιστορίες, κάνοντας αριστοτεχνική χρήση της εναλλαγής παρόντος και παρελθόντος κατορθώνει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη με το λογοτεχνικό εύρημα του Αστυάνακτα που εμφανίζεται σε κάθε δυσκολία της μικρής Agi και την παίρνει μακριά με τη μορφή ενός γύπα:

«…Μετά, στην ώρα του μαθήματος, καβαλίκευε το γύπα. Σ’ εκείνη τη στέπα, που έφτανε με το γύπα βουτώντας μέσα στα σύννεφα, συναντούσε τα παιδιά του διαλείμματος.»

Μέσω έντονα φορτισμένων συναισθημάτων με βάση την προσωπική αφήγηση της μικρής πρωταγωνίστριας παρατηρούμε συλλογικά τον αγώνα των Ελλήνων μεταναστών για επιβίωση αλλά και την προσπάθεια να βρουν μια ταυτότητα στη νέα τους πατρίδα. Αν καταφέρνουν τελικά να βρουν αυτό είναι ένα άλλο θέμα.

Παράλληλα θίγονται και πολλά άλλα ζητήματα όπως αυτό της διγλωσσίας αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένα μεταναστόπουλο προκειμένου να ορθοποδήσει και να βρει το χώρο του. Μέσα από αυτή την παλινδρόμηση  τονίζεται η προσπάθεια συμφιλίωσης του ατόμου με τις δύο χώρες που κουβαλάει και εν τέλει έρχεται σε πρώτο πλάνο η μακριά πορεία του ατόμου προς την αυτοσυνειδησία.

«Όπως οι μετανάστες, έτσι και οι μεταφράσεις δεν έχουν σύνορα».

«γιατί η μιγκρασιόν είναι ταξίδι με πολλές επιστροφές. Έτσι και το αλαφάβητο είναι μετανάστης που ταξιδεύει, επιστρέφει και φέρνει δώρα. Το «Υ» έχει τις ρίζες του βαθιά στη γη και στο χείλος τη διχάλα, ώστε να σκορπίζει το μάννα του ουρανού στα πέρατα της γης.»

Για πολλά χρόνια η μεταναστευτική ιστορία παρέμενε στα αζήτητα και κάθε προσπάθεια αφήγησης αυτής προέρχεται κυρίως μέσα από τη λογοτεχνία ενώ η επίσημη ιστορία μοιάζει να αγνοεί συστηματικά αυτό το μεγάλο κομμάτι ιστορίας που αποτελεί η ελληνική μετανάστευση και φυσικά όχι τυχαία.

Η συγγραφέας χρησιμοποιώντας συχνά μέσα στην αφήγηση της τον ποιητικό λόγο του Καβάφη προσδιορίζει την ποιητικότητα του γραπτού της ενώ τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, η μυθοπλασία και οι ιστορικές αναφορές καθιστούν τη γραφή της από το πρώτο της κιόλας μυθιστόρημα ξεχωριστή.

Η Μπλιούμη μας παρασέρνει με την άμεση και λιτή γραφή της σε ένα γοητευτικό λογοτεχνικό ταξίδι που ωστόσο δίνει τροφή για προβληματισμό, σκέψη και έρευνα. Είναι από τα βιβλία που κατορθώνουν να εκφράσουν μια ολόκληρη γενιά και εποχή και φυσικά συγκινεί γιατί θίγει εκείνες τις αναμόχλευτες πληγές που κουβαλάει κάθε ξενιτεμένος. Η μετανάστευση δεν είναι επιλογή, είναι επιβολή όταν γίνεται για λόγους επιβίωσης και αξιοπρέπειας και δυστυχώς συνεχίζει να ταλανίζει την ελληνική κοινωνία και όχι μόνο  με τη διαρκή αφαίμαξη  από τη χώρα των νέων και ταλαντούχων ανθρώπων το λεγόμενο brain drain για αυτό και το μυθιστόρημα παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο.

 

Αγλαΐα Μπουλιούμη

 

Βιογραφικό

Η Αγλαΐα Μπλιούμη γεννήθηκε στη Γερμανία από Έλληνες μετανάστες γονείς. Σπούδασε Γερμανική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και αποφοίτησε με «άριστα».

Συνέχισε τις σπουδές της στη Γερμανική Φιλολογία και τη Συγκριτική Γραμματολογία στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, όπου έκανε και τη διδακτορική της διατριβή με θέμα την σύγχρονη ελληνική και γερμανική μεταναστευτική λογοτεχνία. Αναγορεύτηκε διδάκτορας Γερμανικής Φιλολογίας του Ελεύθερου Παν/μιου του Βερολίνου με βαθμό «άριστα με έπαινο».

Συνέχισε με υποτροφία του γερμανικού πανεπιστημίου τη μεταδιδακτορική της έρευνα με αντικείμενο τη λογοτεχνία των Γερμανών μεταναστών στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα δίδασκε στο ίδιο πανεπιστήμιο μαθήματα σχετικά με τη μεταναστευτική λογοτεχνία και τις διαπολιτισμικές σχέσεις. Σπούδασε με τη βοήθεια διαφόρων υποτροφιών, όπως του ΙΚΥ, της DAAD του γερμανικού υπουργείου εξωτερικών, της Daimler Benz, του κληροδοτήματος ADAMAS.

Στην Ελλάδα δίδαξε σε διάφορα πανεπιστήμια, όπως το τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, το διατμηματικό μεταπτυχιακό του ΑΠΘ «Σημειωτική, επικοινωνία, πολιτισμός», ενώ σήμερα είναι μόνιμη επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα αφορούν μεταξύ άλλων στη διαπολιτισμική και μεταναστευτική λογοτεχνία, στη σύγχρονη μεταναστευτική λογοτεχνία, στις ελληνογερμανικές σχέσεις, στην ταξιδιωτική λογοτεχνία, στην γερμανική φιλελληνική λογοτεχνία κατά το 1821, τη διδακτική της λογοτεχνίας και της δημιουργικής γραφής.

Έχει συμμετάσχει σε διεθνή και παγκόσμια συνέδρια, ενώ πρόσφατα συνδιοργάνωσε διεθνές συνέδριο με θέμα τον Φαλμεράιερ στο Νότιο Τιρόλο της Βόρειας Ιταλίας. Έχει πολλές μελέτες σε διεθνή περιοδικά και συλλογικούς τόμους, ενώ αριθμεί αρκετές ξένες και ελληνικές μονογραφίες. Η τελευταία της μονογραφία μελετά το έργο της Χέρτα Μύλλερ που έχει λάβει το 2009 το Νόμπελ λογοτεχνίας και βρίσκεται υπό έκδοση από τον εκδοτικό οίκο University Studio Press.

Το «Αποχαιρέτα την τη Στουτγάρδη, Αστυάνακτα», Κέδρος 2022, είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.

Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών.

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2023

ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΕΡΓΙΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ, ΚΡΙΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 ΕΛΕΓΕΙΑΣ ΧΡΟΝΟΣ, ΒΑΚΧΙΚΟΝ, 20221, ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΕΡΓΙΟΣ,  γράφει ΜΑΣΤΟΡΟΔΗΜΟΥ ΧΡΥΣΑ



Διψασμένοι καρτερούν να κοινωνήσουν από χείλη έρωτα και κόκκινο κρασί Ιχνογραφούν ταξίδια, γλέντια, ζωή, προσμένοντας την ανάκτηση της (επ)αφής Μελαγχολική ζεστασιά στην ψυχή τους σκέψεις εναγκαλισμών, ζωντανών συνευρέσεων Καθώς έμαθαν να ζουν το σήμερα, η αναβολή για ένα μακρινό αύριο σφυροκοπά την ψυχή τους Βυθίζονται Αντιστέκονται Αναδύονται Έχουν δίψα για ζωή.

Ο Στέργιος Φωτόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1989. Έχει αποφοιτήσει από το τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ είναι κάτοχος μεταπτυχιακών τίτλων στην Ευρωπαϊκή Πολιτική από το Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λέουβεν και στην Επικοινωνία από το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βρυξελλών. Ολοκληρώνει τη διδακτορική του διατριβή στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βρυξελλών πάνω στη διαδικασία του κορυφαίου υποψήφιου (Spitzenkandidaten) για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Άρθρα και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί και παρουσιαστεί σε ακαδημαϊκά περιοδικά και συνέδρια. Εργάζεται στη Γενική Διεύθυνση Επικοινωνίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο τμήμα παρακολούθησης και ανάλυσης των μέσων ενημέρωσης. Αυτή είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή. Ασχολείται επίσης με τη μουσική.

 

Το Ελεγείας Χρόνος είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του ποιητή Φωτόπουλου Στέργιου που κυκλοφόρησε το 2021 από τις εκδόσεις ΒΑΚΧΙΚΟΝ. Πρόκειται για ένα νέο ανερχόμενο ποιητή που μας έχει παραδώσει με την πρώτη του ποιητική συλλογή είκοσι ποιήματα που τα διακρίνει ο καθαρός και έντιμος ποιητικός λόγος. Ανήκει σε εκείνη τη σπάνια στόφα νέων ποιητών που η ποίηση του δε μιμείται, δεν αντιγράφει κανέναν και δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με ατάκτως ειρημένες λέξεις  κάτι πολύ σύνηθες στο σύγχρονο ποιητικό τοπίο. Διαβάζοντας την ποίηση του μου ήρθε στο νου ο Μίλτος Σαχτούρης που ορίζει την ποίηση ως

Λανθάνουσα κοινή ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό

Με ένα καθαρά δικό του ποιητικό στυλ και με αφόρμηση την αινιγματική αφιέρωση της συλλογής  Στις γενναίες προσκαλεί τον ιδανικό αναγνώστη να ξεκλειδώσει λέξη - λέξη το μίτο της ποίησής του. Στις γενναίες αποφάσεις; Στις γενναίες επιλογές; Στις γενναίες αντιδράσεις;  Όλα μπορούν να εννοηθούν και να ταιριάξουν στην ποίηση που μας καταθέτει. Άλλωστε η ίδια η κατάθεση των βαθύτερων μας συναισθημάτων δεν απαιτεί γενναιότητα;

Από το πρώτο ακόμα ποίημα γίνεται σαφές ότι ο ποιητής αναζητά την Κάθαρση της αρχαίας τραγωδίας μέσα από την παρατήρηση της σύγχρονης και συχνά πιεστικής καθημερινότητας.

 

ΚΑΘΑΡΣΗ

Εγκλωβισμένη στις αντιφάσεις της ζωής/ γελαστή μα νικημένη/πασχίζεις για την ανάταση στων αθανάτων τις γραφές,/ ενίοτε στη σκόνη των ψευδαισθήσεων/Μάταιο/

Πολύς ο θόρυβος από το φλύαρο κουτί,/ενοχλητικές οι δήθεν Άριες,/ανυπόφορος ο ατελείωτος τεκές/Μήπως η λήθη οφείλει να είναι αμείλικτη;

 

Ο ποιητής καταθέτει από την αρχή τους προβληματισμούς του για την ανθρώπινη μοίρα, ξεδιπλώνει το φιλοσοφικό του στοχασμό ενώ δε διστάζει να εκφράσει τον αποτροπιασμό του για τον εκμαυλισμό της ζωής μέσω της εικόνας της σύγχρονης εποχής παρομοιάζοντας τον καταιγισμό των πληροφοριών που δέχεται ο σύγχρονος άνθρωπος σαν ανυπόφορο ατελείωτο τεκέ. Και ποιος θα διαφωνήσει μαζί του, αφού αποδεικνύεται επίκαιρος όσο ποτέ. Οφείλει η λήθη να είναι αμείλικτη; Εδώ ο ποιητής μοιάζει να ειρωνεύεται τη ανθρώπινη φύση που ξεχνάει το παρελθόν το οποίο οφείλει να θυμάται - για να μη χάνει τον προσανατολισμό του - και αφομοιώνεται εύκολα σε οποιοδήποτε παρόν του προσφέρουν ικανό να τον αποκοιμίσει και να τον απομακρύνει από την αντίδραση.

Η φύση, αιώνια πηγή έμπνευσης των καλλιτεχνών επηρεάζει και την ποίηση του Φωτόπουλου. Ο ποιητής αναζητά την κάθαρση του εσωτερικού του κόσμου στην επαφή με τη φύση όπως φαίνεται στο ποίημα ΘΑΛΑΣΣΑ: προσμένοντας την κάθαρση από των κυμάτων σου την ορμή ενώ διαφαίνεται μια διακειμενική συνομιλία με τη θάλασσα του Καββαδία, του Σεφέρη, του Ελύτη και του Καβάφη.

Στο επίκεντρο βέβαια βρίσκεται πάντα ο  έρωτας,  η γενεσιουργός αιτία της θλίψης αλλά και ουσίας της ζωής, η πάλη των θέλω με τα πρέπει και οι κοινωνικές συμβάσεις που περιορίζουν και αλλοτριώνουν τον ανθρώπινό αυθορμητισμό αλλά εν τέλει η ενοποιητική του δύναμη κερδίζει κάθε εμπόδιο

Έρωτας:

 τα φιλιά σου την αυγή/γλυκές σταγόνες βροχής/ στα άνυδρα χείλη μου/ που αποζητούν μια μικρή επωδό/της περασμένης νύχτας

Εξουθενωμένος από την πάλη των πρέπει με τα θέλω/ αποζητώ την αγκαλιά σου

Νυκτός προσμονή: τη νύχτα θα με επισκεφτείς ξανά/αθόρυβα/ μ’ ακρογιάλια να γεμίσεις φωτεινά/της σκοτεινής μέρας την απομόνωση

Η παραδοχή του έρωτα που παραμερίζει εν τέλει κάθε εγωισμό αποτυπώνεται με λυρισμό και ρεαλισμό συνάμα:

 Παραδοχή: Ζηλεύω/ του καθρέφτη σου στο σθένος/να μη σπάει/ απ’ των ματιών σου τη σαγήνη/

Για να καταλήξει σε ένα από τα δυνατά ποιήματα της συλλογής:

Διαπίστωση:

«Όλα, ανεξαιρέτως, έχουν/ λεηλατηθεί/ έστω μια φορά στην ύπαρξή τους,/χώρες,/ πολιτισμοί,/ άνθρωποι/ Από ανηλεείς πολέμους,/ ανοικτίρμονες εισβολείς,/ ανεκπλήρωτους έρωτες./ Ουδέν αδήωτο./»

Παρόμοια στο ποίημα:

Καθημερινότητας Όνειδος στηλιτεύει την ανθρώπινη υποκρισία την οποία βιώνουμε έντονα στους καιρούς που ζούμε αλλά και την απραξία της κοινωνίας που μένει ακίνητη υπομένοντας σχεδόν με αδιαφορία ό,τι δεν την ενοχλεί άμεσα:

όταν σκοτάδι πέσει βαθύ/ αλυχτώντας κυνηγούν τα θύματά τους/τις πιο αρρωστημένες ηδονές τους/καθώς η έξις τους στη απάθεια/μας οδηγεί

Ο ποιητικός λόγος του Φωτόπουλου λιτός, φιλοσοφικός, υπαρξιακός αλλά συνάμα βαθιά λυρικός δημιουργεί εικόνες και σκέψεις και προϊδεάζει για μια σημαντική πορεία του νεαρού ποιητή.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2022

Κριτικό σημείωμα για το βιβλίο της Ασημένιας Σαράφη, Ο παππούς δε θα ψηφίσει και φέτος

https://www.fractalart.gr/o-papoys-den-tha-psifisei-fetos/
Γράφει η Χρύσα Μαστροδήμου //

 

Ασημένια Σαράφη «Ο παππούς δεν θα ψηφίσει φέτος», εκδ. Κλειδάριθμος

 

Η Ασημένια Σαράφη γεννήθηκε το 1973. Μεγάλωσε στον Άγιο Λαυρέντιο Πηλίου. Σπούδασε στο Τμήμα Φιλολογίας του Α.Π.Θ., με ειδίκευση στη Νεοελληνική Λογοτεχνία. Η μεταπτυχιακή διατριβή της εστιάζεται στη διαπλοκή μύθου και Ιστορίας στο πεζογραφικό έργο του Νίκου Μπακόλα. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Έχουν κυκλοφορήσει τα βιβλία της: Το παράδοξο ταξίδι της εφηβείας της (νουβέλα, Καστανιώτης, 1998), Platanus Orientalis. Οι διακλαδώσεις μιας ασυνήθιστης ιστορίας (μυθι-στόρημα, Πατάκης, 2003), Φεγγαράδα στο δέρμα (διηγήματα, Πατάκης, 2007 – υποψήφιο για τα βραβεία του περιοδικού Δια-βάζω), Αρόδο (μυθιστόρημα, Πατάκης, 2011).

Την Ασημένια Σαράφη τη γνώρισα πριν λίγα χρόνια στην παρουσίαση των διηγημάτων της «Φεγγαράδα στο δέρμα» από τις εκδόσεις Πατάκη στον Άγιο Λαυρέντιο του Πηλίου. Μαγεύτηκα με τη γραφή της, τις ενδελεχείς περιγραφές και την ευφυή μυθοπλασία της. Είχα την τύχη να τη συναντήσω ξανά φέτος στην Αγριά του Βόλου και να γνωρίσω το νέο της βιβλίο «Ο παππούς δε θα ψηφίσει και φέτος» από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Διαβάζοντας αυτό το καλογραμμένο μυθιστόρημα της των περίπου 400 σελίδων ένιωσα για άλλη μια φορά να με  γοητεύει με τη συγγραφική της δεινότητα, τις αριστοτεχνικές περιγραφές της αλλά και την αμεσότητα της γραφής της. Φιλόλογος στο επάγγελμα γνωρίζει καλά να χειρίζεται την ελληνική γλώσσα φέρνοντάς την στα μέτρα της με ξεχωριστή επιδεξιότητα και τοποθετώντας στο προσκήνιο με φωτογραφική ευκρίνεια την  πρόσφατη πολιτική ιστορία με μια ρέουσα και σχεδόν ποιητική γραφή. Χωρίς να είναι ένα καθαρά ιστορικό μυθιστόρημα εμπεριέχει πολλά ρεαλιστικά και ιστορικά στοιχεία για μια εποχή που σφράγισε τις νεότερες γενιές. Η συγγραφέας επιλέγει ως κεντρική θεματολογία τις εκλογές του ‘81 προσπαθώντας να αποτυπώσει – και το κάνει με επιτυχία – το προεκλογικά τεταμένο κλίμα της εποχής θίγοντας πολλά ζητήματα που ήταν καιρός να τα δούμε στη νεότερη λογοτεχνία και αυτό από μόνο του κάνει το μυθιστόρημά της αξιοπρόσεκτο. Δε λείπει βέβαια η ιστορική αναδρομή στο παρελθόν, μέσω των πρωταγωνιστών της, κάνοντας αναφορά στα γεγονότα που σφράγισαν τη νεότερη ελληνική ιστορία από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τον εμφύλιο, τη χούντα, την επιστράτευση του ‘74 μέχρι και τις αρχές του ‘80 όπου διαδραματίζεται η αφήγηση και αυτό φυσικά γίνεται για να φωτίσει ολοσχερώς το οξυμένο πολιτικό σκηνικό το οποίο είναι προσφιλές και κατανοητό στους μεγαλύτερους αλλά καθόλου αυτονόητο για τις νεότερες γενιές και κατά αυτή την έννοια πολύτιμή πηγή πληροφοριών.

Ο Τσέχος παππούς, Έλληνας που ζει στην Τσεχία, πολιτικός πρόσφυγας, επιστρέφει λίγο πριν τις εκλογές στην Ελλάδα και γύρω από αυτόν περιστρέφεται το παρελθόν και το παρόν της οικογένειας του φέρνοντας στην επιφάνεια πικρίες, μνήμες, πάθη, κρυμμένα μυστικά ή απλώς αλήθειες που δεν τολμούσαν να συζητήσουν οι πρωταγωνιστές τους επιλέγοντας να βιώνουν για μεγάλο διάστημα μια φαινομενικά επίπλαστη ηρεμία.

Ο Νικόλας, ο εγγονός του Τσέχου Παππού που έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο και το ίδιο όνομα με τον παππού του, ανακαλύπτει σε μια κρίσιμη στιγμή ενηλικίωσης την αλήθεια για το παρελθόν του συνειδητοποιώντας ότι αυτό τον ακολουθεί ακούσια και ενίοτε τον καθορίζει αφήνοντας στην άκρη την όποια ουδετερότητα έχει αποφασίσει για να διαφυλάξει τον εαυτό του και την ηρεμία του. Η πορεία της οικογένειας στο χρόνο και στο χώρο είναι παράλληλα και η δική του πορεία σε μια περίοδο που προσπαθεί να οριοθετηθεί ως ενήλικας, αναζητώντας πολιτικά να βρει την ταυτότητά του χωρίς να αντιλαμβάνεται πλήρως το γίγνεσθαι της περιρρέουσας ατμόσφαιρας ενώ βρίσκεται να συμμετέχει σε μια προεκλογική διαμάχη σαν ένας ήρωας που καλείται να παίξει ένα ρόλο που δεν έχει επιλέξει ο ίδιος αλλά άλλοι για αυτόν παρά την ελπίδα που φέρνει στον περίγυρο του η επερχόμενη εκλογή ενός νέου χαρισματικού ηγέτη.

Συνάμα παρακολουθούμε την εξέλιξη του έρωτα του με τη νεαρή κόρη ενός υποψήφιου βουλευτή, την Ιουλία, με φόντο την πολιτική αντιπαράθεση της εποχής που κορυφώνεται καθώς τα πάθη του παρελθόντος έρχονται για άλλη μια φορά στο προσκήνιο. Ο ίδιος ο έρωτας δεν είναι παρά η αφορμή της εσωτερικής ενδοσκόπησης του ήρωα και η εξερεύνηση του εσωτερικού του κόσμου: «Με το πέρας των χρόνων ίσως και να γίνεται αντιληπτό πως οι άνθρωποι στο βάθος ερωτεύονται τη συνθήκη του έρωτα και όχι το άτομο που τους τον εμπνέει. Είναι με άλλα λόγια, ερωτευμένοι με την ιδέα να είναι ερωτευμένοι- γι’ αυτό στη ζωή τους πρόκειται να ερωτευτούν κάμποσες φορές ανθρώπους τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους…»

«Η επείγουσα ανάγκη να διάγει κανείς ερωτευμένος είναι αυτή που τον οδηγεί στο να ερωτευτεί άτομα για τα οποία δε γνωρίζει τίποτε περισσότερο απ’ τη μορφή τους, η οποία και πάλι φτάνει στο μάτι μετά τη διαμεσολάβηση των πολλαπλών φίλτρων της απάτης και της αυταπάτης (σελ. 187)».

Ο πατέρας του Νικόλα επίσης, ιδιοκτήτης καφενείου και συνάμα ένας συλλέκτης ετερόκλητων αντικειμένων, που τα μαζεύει από τις γκρεμισμένες μονοκατοικίες τις οποίες σαρώνει η επιταχυνόμενη ανοικοδόμηση της εποχής, αποδεικνύεται ο συνδετικός κρίκος παρόντος και παρελθόντος. Παρόλο που προσπαθεί να κρατήσει και εκείνος μια ισορροπία και ουδετερότητα αποδεικνύεται άθελα του φύλακας του παρελθόντος που το μαρτυράει άλλωστε και η έμμονη του στα παλιά αντικείμενα αλλά παράλληλα και ένα σημείο αναφοράς αφού πρωταγωνιστεί στο μικρόκοσμο της γειτονιάς μιας και το καφενείο του είναι το στέκι των βιοπαλαιστών της περιοχής και μόνο. «Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν με απασχόλησε πότε καθόλου το γιατί στο δικό μας το καφενείο συχνάζανε άνθρωποι φτωχοί και αν με απασχόλησε επίσης και κάτι ακόμη πιο κρίσιμο: η δικιά μας η φτώχεια δηλαδή. Τη φτώχεια αυτή, είμαι απολύτως βέβαιος πια, ότι τότε καθόλου δεν την αντιλαμβανόμουν ούτε και με στενοχωρούσε (σελ.22)

Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες παίζουν κι αυτοί ένα ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της αφήγησης αφού αντιπροσωπεύουν τύπους της ελληνικής πραγματικότητας: ο Γκασταρμπάιτερ, ο Φώτης, η Χρυσάνθη, η Μαρία με τα κίτρινα, ακόμη και αφισοκολλητές αντικατοπτρίζουν και καταγράφουν σχεδόν με ηθογραφική διάθεση, συνήθεις χαρακτήρες μιας κοινωνίας που φτάνει ενίοτε στα άκρα με επιστέγασμα το θάνατο ενός νέου ανθρώπου και τη φυλάκιση ενός άλλου.

 

Ασημένια Σαράφη

 

Οι ήρωες  δέσμιοι όλοι ενός παρελθόντος που τους έχει καθορίσει πορεύονται μηχανικά αδυνατώντας να συνειδητοποιήσουν στην πραγματικότητα το ρόλο τους.

Ο Τσέχος παππούς μετατρέπεται εν τέλει σε ένα σύμβολο, αφού δεν αποτελεί παρά την αφορμή για να έρθουν οι ήρωες αντιμέτωποι με τις κρυμμένες αλήθειες τους, να ιχνηλατήσουν το παρελθόν τους αντικειμενικά και να αποκτήσουν επίγνωση του ρόλου τους.

Οι εκλογές στο επίκεντρο, η πολιτική δράση του παππού που θα αγωνιστεί για ένα δίκαιο κόσμο αλλά τελικά δε θα καταφέρει να ψηφίσει ποτέ στη χώρα του λόγω των συνθηκών είναι έμμεσα σαν η συγγραφέας να αποτίνει ένα φόρο τιμής σε αυτή τη γενιά των πολιτικών προσφύγων που η ζωή τους πήγε τελείως αλλού από εκεί για όπου ξεκίνησαν:

«Εκείνη τη στιγμή ακριβώς» είπε ο παππούς «τη στιγμή δηλαδή που το πλοίο επιχειρούσε μπατάλικο και βραδυκίνητο τις μανούβρες του για να κολλήσει το πίσω μέρος του στην προβλήτα, το κοντέρ της ζωής μου μηδενίστηκε και πήρε να μετρά το χρόνο απ’ την αρχή».

Η Σαράφη με αξιοπρόσεκτη δομή και γλώσσα ξεκινώντας με πρωτοπρόσωπη γραφή και χρησιμοποιώντας δυνατούς διαλόγους συμπλέκει σε μια ενδιαφέρουσα και δυνατή πλοκή παρελθόν και παρόν καταθέτοντας ένα ιστορικοπολιτικό και συνάμα ένα σχεδόν ηθογραφικό μυθιστόρημα. Οι  γοητευτικές  περιγραφές  της έχουν επιπρόσθετα σα στόχο να φέρουν στην επιφάνεια την έντονη διάθεση των ανθρώπων της εποχής – που έχει ταλαιπωρηθεί από τα πολιτικά πάθη – για μια ριζική αλλαγή αξιών και τρόπου ζωής θέλοντας ίσως να βάλει και τον ίδιο τον αναγνώστη σε μια θεώρηση της πορείας του ως μονάδα αλλά και σαν χώρα από το τότε στο τώρα κάνοντας ο καθένας τη δική του ενδοσκόπηση.

Μαζί με ένα καλοκαίρι που μπαίνει από το παράθυρο όπως περιγράφει στο πρώτο μέρος του βιβλίου η Σαράφη μπαίνει και ένα ακόμη ωραίο βιβλίο στα ελληνικά γράμματα που αξίζει να διαβάσετε.

 

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2022

Κριτικό σημείωμα για το βιβλίο Πατρίδα Ξένη, Μάγδα Παπαδημητρίου, Άπαρσις

 Αναδημοσίευση από Bookia
Πατρίδα ξένη

Χρύσα Μαστοροδήμου
Πατρίδα ξένη
Συντάκτης-τρια: 
Χρύσα ΜαστοροδήμουΧρύσα Μαστοροδήμου


Μάγδα Παπαδημητρίου – ΣαμοθράκηΜάγδα Παπαδημητρίου – Σαμοθράκη
Γεννήθηκε στην Αθήνα, τον Νοέμβριο του 1963 Εργάστηκε επί είκοσι επτά χρόνια στον ΟΤΕ. Ξεκίνησε να πειραματίζεται με τη συγγραφή, από τα γυμνασιακά της χρόνια. Μαθήτευσε δίπλα στον ποιητή, πολιτικό και πρεσβευτή της Unesco Γιάννη Κουτσοχέρα. Συνεργάζεται με την ηλεκτρονική ενημερωτική ιστοσελίδα e-pieria και είναι ανταποκρίτρια του Κοινωνικού Δικτύου για τα βιβλία Bookia στην Πιερία και στην Τήνο.... Περισσότερα...
Άπαρσις
Βιβλίο Πατρίδα ξένη
Συγγραφέας Μάγδα Παπαδημητρίου – Σαμοθράκη
Κατηγορία Ιστορικό μυθιστόρημα
Εκδότης Άπαρσις
Συντάκτης-ρια Χρύσα Μαστοροδήμου



Γεννήθηκε στην Αθήνα, τον Νοέμβριο του 1963. Εργάστηκε επί είκοσι επτά χρόνια στον ΟΤΕ. Ξεκίνησε να πειραματίζεται με τη συγγραφή, από τα γυμνασιακά της χρόνια. Μαθήτευσε δίπλα στον ποιητή, πολιτικό και πρεσβευτή της Unesco, Γιάννη Κουτσοχέρα. Συνεργάζεται με την ηλεκτρονική ενημερωτική ιστοσελίδα e-pieria και είναι ανταποκρίτρια του Κοινωνικού Δικτύου για τα βιβλία Bookia στην Πιερία και στην Τήνο. Άρθρα της έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο του νομού Πιερίας.

Είναι μέλος της Παγκόσμιας Ένωσης Ποιητών και ιδρυτικό μέλος της Ένωσης Συγγραφέων Πιερίας. Μέλος της PEN GREECE. Έχει βραβευτεί για το έργο της από τον Δήμο Κατερίνης, την Παναιτωλοακαρνανική Συνομοσπονδία και το Λογοτεχνικό περιοδικό «Κέφαλος». Είναι παντρεμένη και έχει δύο παιδιά.

Έργα της ιδίας:

Ποίηση

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα:

  • Διηγήματα Εγκλεισμού, εκδ. Άπαρσις
  • Ημερολόγιο 2021, εκδ. Άπαρσις
  • 33 Ιστορίες για το 1821, εκδ. GEMA
  • Ηλεκτρονικό βιβλίο
  • Ο Ασυμβίβαστος: Πάνος Μεϊντάνης-Γέρο-Ανένδοτος, βιογραφία Γιώργου Δ. Παπαδημητρίου, 2015

Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν στο ιταλικό πολιτιστικό έντυπο Paesaggi Del’ Anima, Edizioni Universum, 2017.

Λίγα βιβλία καταφέρνουν να σε κάνουν να συνδιαλέγεσαι τόσο έντονα μαζί τους. Ένα τέτοιο βιβλίο αποτελεί το καλοδουλεμένο μυθιστόρημα της Μάγδας Παπαδημητρίου – Σαμοθράκη των εκδόσεων Άπαρσις. Μέσα από τις καλογραμμένες σελίδες του ξεπηδά ένα μεγάλο κομμάτι ιστορίας του προηγούμενου αιώνα που κατόρθωσε αναμφίβολα να σημαδέψει πολλές γενιές.  Τι είναι για τον  άνθρωπο η πατρίδα; ξεπροβάλλει το ερώτημα στα μάτια του αναγνώστη. Αν κοιτάξουμε το λεξικό θα δούμε ότι πατρίδα είναι η χώρα που γεννήθηκε κάποιος ή από την οποία κατάγεται ο ίδιος και η οικογένειά του ή το χωριό ή η περιοχή γέννησης ή καταγωγής του και άνθρωποι που έχουν ως κοινά τη γλώσσα, τα έθιμα και κοινή πολιτική, κώδικες επικοινωνίες και συμφέροντα.

Γιατί λοιπόν αυτό που κάποιος γνωρίζει ως πατρίδα αμφισβητείται κάποτε έντονα και έρχεται η στιγμή που χωρίς να το αποφασίσει ξεριζώνεται τόσο βίαια από τον τόπο του επειδή κάποιοι άλλοι αποφάσισαν ότι δεν είναι πατρίδα του; Αυτό θα συμβεί με την γερμανική κατοχή στους Εβραίους της Ελλάδας και όχι μόνο που ξεριζώθηκαν βίαια από την αγκαλιά της απλά και μόνο για την καταγωγή τους. Η απάντηση έρχεται από το στόμα  πρωταγωνιστή της ιστορίας Ζαχαρία Ναχμία:

«Στην Ελλάδα γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε κι αυτή είναι πατρίδα μας» για να συνεχίσει παρακάτω:  «Χωρίς μνήμη θα αφανιστούμε. Και δυστυχώς η Ιστορία κάνει κύκλους  κάθε φορά που οι άνθρωποι δεν ακούν τους στεναγμούς της».

Τα λόγια αυτά  σηματοδοτούν το πλαίσιο στο οποίο κινείται η συγγραφέας. Χωροχρονικά η ιστορία ξεκινάει περίπου το 1918 όπου ο πρωταγωνιστής Ζαχαρίας Ναχμίας θα αρχίσει να αφηγείται την προσωπική ιστορία της οικογένειας Ναχμία, που ζει στο Αγρίνιο, για να ξετυλιχτεί διαδοχικά ένα κουβάρι περιπετειών φτάνοντας μέχρι και λίγο μετά τη Χούντα των Συνταγματαρχών που η οικογένεια θα ξαναβρεί κοινό σημείο επαφής.

Η συγγραφέας ξεκινά με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση για να καταλήξει στην τριτοπρόσωπη και σκιαγραφεί ταυτόχρονα, πέρα από τα πολιτικά και ιστορικά γεγονότα της εποχής, μια δυνατή φιλία μεταξύ του πρωταγωνιστή Ζαχαρία Ναχμία και του αγωνιστή της Δημοκρατίας Γιώργου Παπά δίνοντας την ευκαιρία στον αναγνώστη να μάθει ή να ξαναθυμηθεί μεταξύ άλλων για τους εργατικούς αγώνες πριν το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Παράλληλα βλέπουμε τη ζωή του του ταγματασφαλίτη Κοσμά Ξυπολυτέα που δυστυχώς θα παίξει σημαντικό ρόλο στη ζωή του Ζαχαρία Ναχμία χωρίς εκείνος να το γνωρίζει. Δύο διαφορετικοί κόσμοι και χαρακτήρες συμπλέουν, συνυπάρχουν, αλληλοεπηρεάζονται και μεταφράζονται συμβολικά σε δύο κατηγορίες ανθρώπων που κυριαρχούν τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο: αυτών που αγωνίζονται ενάντια στον κατακτητή με κάθε τρόπο και αυτών που προσπαθούν να επωφεληθούν προδίδοντας και τιμωρώντας όποιον δε συνάδει με το δικό τους τρόπο σκέψης.

Στη διάρκεια της αφήγησης του Ζαχαρία Ναχμία εγείρονται πολλές οδυνηρές συνειδητοποιήσεις:

«Η καταπίεση του θυμού, είναι η επιβίωση του λαού μας. Έτσι με έμαθαν. Να σφίγγω τα δόντια και να προχωρώ».

«Έπρεπε να μάθω πως όταν οι άνθρωποι φορούν παρωπίδες, σ’ όποια πλευρά κι αν ανήκουν, είναι επικίνδυνοι».

«Στο σκοτάδι του εγώ, ζούσαν πάντα οι λαοί κι έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τις επόμενες γενιές».

Η γραφή της Παπαδημητρίου λιτή, ρεαλιστική, άμεση, ελκυστική, με καθαρούς διαλόγους,  χωρίς λεκτικούς βερμπαλισμούς παρασέρνει αβίαστα τον αναγνώστη στην ψυχοσύνθεση των ηρώων της με την ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη πένα της, αναμοχλεύοντας γεγονότα και αφηγήσεις που σηματοδότησαν ολόκληρες γενιές και εποχές. Χωρίς να είναι ένα καθαρά ιστορικό μυθιστόρημα κατορθώνει να φέρει στη μνήμη του αναγνώστη πολλά ιστορικά γεγονότα και τον προκαλεί να αναζητήσει περισσότερα για συγκεκριμένους τόπους και εποχές. Στο φόντο της αφήγησης παρελαύνουν πολιτικά γεγονότα, πάθη, αγωνίες, οι μνήμες της κατοχής, οι θηριωδίες των Ναζί αλλά και οι διαρκείς προσπάθειες των ηρώων για ειρήνη, δικαιοσύνη και ένα καλύτερο αύριο.

Μια ιστορία βαθιά ανθρώπινη και αληθινή ρέει στη διάρκεια της ανάγνωσης, μια ιστορία, που αποτελούσε με παραλλαγές την καθημερινότητα πολλών ανθρώπων του προηγούμενου αιώνα. Ματαιώσεις, απογοητεύσεις, ξεριζωμός, απώλεια αξιοπρέπειας και περιουσίας και πάντα ένα ατελεύτητο «γιατί» για τη βίαιη φύση του ανθρώπου που δε μαθαίνει από τα λάθη του. Ένα τρυφερό, ανθρώπινο, βαθιά συγκινητικό μυθιστόρημα που αναδεικνύει παράλληλα, πέρα από τη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου που βιώνει σε μια διφορούμενη εποχή, την αγάπη και την αφοσίωση που εν τέλει παραμένει ο δρόμος και ο μόνος τρόπος να επιβιώσουν και να πορευτούν οι άνθρωποι, οι αξίες και τα ιδανικά σε συνδυασμό βέβαια με τη γνώση και τη μνήμη:

«Εμείς είμαστε η Ιστορία. Όσοι ζήσαμε αυτό τον εφιάλτη δεν πρέπει να σιωπήσουμε».

Κυριακή 1 Μαΐου 2022

Κριτικό σημείωμα, Το πρόσωπο εντός μου

ΚΡΙΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ,  ΑΘΑΝΑΣΕΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ, ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ, ΠΟΙΗΣΗ, ΘΡΑΚΑ, 2021, ΜΑΣΤΟΡΟΔΗΜΟΥ ΧΡΥΣΑ

 


 

…Κι η μέρα χώριζε από το κορμί σου, ανέβαινε, άνοιγε,
μεγάλη ευχή πάνω στα ηλιοτρόπια.

Οδυσσέας Ελύτης, Προσανατολισμοί

 

 

Ο Δημήτρης Αθανασέλος, αν και νέος σε ηλικία, έχει τη στόφα του ώριμου δημιουργού. Στο ενεργητικό του μετράει ήδη μια ιδιαίτερη ποιητική συλλογή (ΑΝάΒΑΣΗ, εκδόσεις Πνοή, 2019), η οποία βρέθηκε μεταξύ των υποψηφιοτήτων καλύτερης πρωτοεμφανιζόμενης ποιητικής συλλογής των Βραβείων «Jean Moreas».

Η δεύτερη ποιητική σύνθεση του «Το πρόσωπο εντός μου, Θράκα, 2021» διακρίνεται για την έντονη εικονοπλασία που  προκαλεί τον αναγνώστη να συνομιλήσει από την αρχή με τον Βαν Κογκ και τα ηλιοτρόπια του, αλλά και τον Ελύτη, το Ρίτσο ακόμη και με το πικρό μελόδραμα του Vittorio de Sica, «I Girasoli» (Το ηλιοτρόπιο), του 1970. Οι  λέξεις που συναντάμε συχνά στην ποιητική του σύνθεση: τα ηλιοτρόπια, το φως, η αλήθεια μας κάνουν να ανατρέξουμε σε γνωστούς πίνακες του συγκεκριμένου καλλιτέχνη αλλά και σε  γνωστά ποιητικά έργα ακόμη και στη μυθολογία. Αποτελεί λοιπόν το δεύτερο του πόνημα μια δημιουργία πρόσφορη στη διακειμενικότητα.

Τα  ηλιοτρόπια λόγω της άγριας ομορφιάς και των συμβολισμών που ενέχουν έχουν αποτελέσει πηγή έμπνευσης για πολλούς δημιουργούς όπως τον Ελύτη, το Λειβαδίτη, το Ρίτσο  και αρκετούς ακόμη. Τα ηλιοτρόπια αποτελούν σύμβολο πίστης, ζεστασιάς, επιμονής, μακροβιότητας καθώς και των ευεργετικών ιδιοτήτων του ήλιου αλλά και σύμβολο ανεκπλήρωτου έρωτα αφού στη μυθολογία υποδηλώνει τον ατελέσφορο έρωτα της Κλυτίας προς τον Ήλιο που εξαιτίας της θλίψης της μετατράπηκε σε ηλιοτρόπιο ακολουθώντας πάντα τη φορά του ήλιου. Εντελώς συμπωματικά με την τρέχουσα συνθήκη τα ηλιοτρόπια είναι το εθνικό λουλούδι της Ουκρανίας και ταυτόχρονα ένα τραγικό σύμβολο στις απαγορευμένες ζώνες του Τσέρνομπιλ

Μεγάλα, εκτυφλωτικά ηλιοτρόπια σ' έρημους κήπους.

Τα χίλια μάτια του μεσημεριού κίτρινα.

Κίτρινη λάμψη, κίτρινη αδειοσύνη του καλοκαιριού

καίγοντας πέτρες, καλαμπόκια, σώματα. Η ποίηση

τυφλωμένη απ' το φέγγος, γυρεύει έναν ίσκιο,

φτιάχνει έναν ίσκιο, γίνεται πιο φως.

Γιάννης Ρίτσος, ηλιοτρόπια

Για κάποιο λόγο νιώθω ότι τα ηλιοτρόπια μου ανήκουν είχε πει ο Βαν Κογκ και παρατηρούμε στην ποίηση του Αθανασέλου μια διακειμενική - διακαλλιτεχνική συνομιλία με το ζωγράφο.

Για το ζωγράφο οι πίνακες του συμβολίζουν “ σχεδόν μία κραυγή αγωνίας, αλλά και την ευγνωμοσύνη στο χωριάτικο ηλιοτρόπιο”, όπως είχε γράψει ο ίδιος την αδελφή του. Για τον Αθανασέλο τα ηλιοτρόπια ακολουθώντας την αντίθεση των πραγμάτων και των ιδεών: φως – σκοτάδι, αλήθεια – ψέμα, νίκη – ήττα, άλλοτε εμφανίζονται σαν ανάμνηση ενός άδοξου έρωτα: «Στα περβάζια των παραθύρων τοποθέτησα γλάστρες/ με νεογέννητα ηλιοτρόπιαž στον καθρέφτη/ αντικριστά παρατηρώ τις αυλακιές που έσκαψε στο πρόσωπό /μου  ο ήλιος /ή εσύ» όπως στο Ακατανόητο κενό ενώ άλλοτε σαν ένα αρχέτυπο που αναδύεται και δηλώνεται  ενίοτε σαν σύμβολο χαράς και νίκης όπως στον Ανεμοδείκτη: Με το ένα χέρι ανεμίζουν ηλιοτρόπια σα σημαίες σε σχολική γιορτή για κάποια απελευθέρωση. Τα ηλιοτρόπια στραμμένα πάνω σου, τοξωτοί καθρέφτες που δείχνουν τον ουρανό  και άλλοτε σαν σύμβολο ήττας όπως στον Ίλιγγο: τα ηλιοτρόπια αποσύρθηκαν από μέσα μου ηττημένα.  

Συνάμα η λέξη Φως που τη συναντάμε συχνά αντικατοπτρίζει την αναζήτηση της αλήθειας του κάθε όντος:  Πάντα θα επιστρέφουμε στο φως στο ποίημα Συν- αίσθηση.  Οι ζωές μας είναι ασκήσεις φωτός στην πηχτή νύχτα/ και σ’ ατέλειωτα μεσημέρια στο ποίημα Ιούνιος.

Πρόκειται λοιπόν για μια ποιητική σύνθεση αποτελούμενη από δεκαεννέα ποιητικά αφηγήματα που φλερτάρουν με τον πεζό λόγο αλλά διακρίνονται από εσωτερικό ρυθμό και αρμονία. Η πρόθεση του ποιητή ξεκινώντας από τον τίτλο: «Το πρόσωπο εντός μου»  είναι φανερή παρόλο που ενέχει πολλούς συμβολισμούς και ενδείκνυται για πολλαπλές αναγνώσεις: η εσωτερική αναζήτηση προς την ολοκλήρωση – αναζήτηση του προσώπου - μέσα από τα μάτια του άλλου ή μέσα από την εσωτερική ενδοσκόπηση: όταν αλλάζω πρόσωπο, αλλάζει ο κόσμος όλος

Η ολοκλήρωση έρχεται μέσα από την αγάπη και μέσα από την απαλοιφή του εγώ, το εγώ αποκτά αξία όταν γίνεται εμείς, το εμείς δε μπορεί να υπάρξει αν το ον δεν ανακαλύψει το δικό του ξεχωριστό φως και δε φανερώσει τη δική του αλήθεια όπως αναφέρει:

Εκτιμώ με θάρρος την πορεία μου,

φορώ το καινούριο μου πρόσωπο

έρχομαι να σ’ αγαπήσω.

 (Τέλος εποχής)

Είναι φανερή η φιλοσοφική, στοχαστική και ψυχαναλυτική διάθεση του ποιητή αλλά συνάμα η ποίησή του αντικατοπτρίζει και τις υπαρξιακές αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου.

Ο Αθανασέλος δημιουργεί συνειδητά και αριστοτεχνικά, μέσω της αξιοπρόσεκτης γραφής του, έντονες εικόνες, θυμίζοντάς μας το εμβληματικό σύνθημα Ut pictura poesis (όπως είναι η ζωγραφική είναι και η ποίηση, όπου υπάρχει ποίηση υπάρχει και ζωγραφική) του Λατίνου ποιητή Οράτιου (1ος αι. π. Χ.) και αυτό δεν είναι τυχαίο αφού είναι εμφανής η διάθεσή του, με αφορμή την καθημερινότητα, να παίξει με το δικό του ασυνείδητο, που σύμφωνα με τις νεότερες ψυχαναλυτικές θεωρίες, αποτελεί, το κλειδί για την ανθρώπινη ολοκλήρωση. Χρησιμοποιώντας μεταφορές και σύμβολα κατορθώνει να αποδείξει ότι αντιμετωπίζει την ποίηση ως ιεροτελεστία και δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να οδηγηθεί μέσω της πρόσληψής στη δική του δημιουργία λέξεων και εικόνων προτρέποντας τον να αναζητήσει το φως και την αλήθειά του.  Χαρακτηριστικό δείγμα γραφής η Γέννηση:

Γέννηση

Οι πέτρες με προδίδουν και ντύνομαι όλα τα πρόσωπα της μνήμης.

 

Εμπεριέχομαι και περιβάλλομαι

από το σώμα σου.

Ψηλαφώ τις ακούσιες θλίψεις σου.

Ακούω τις αποχρώσεις των λόγων σου.

Η έλλειψη σου θρέφει την επιθυμία μου/αλλόκοτος

ερωτισμός.

                   Πες μου ποια

                   (μοναδική) εικόνα σου

                   προσπαθώ ν' αναστήσω;

 

Έχω ανάψει όλα τα κεριά του σπιτιού μου

και περιμένω έναν ακόμη θάνατο.

Στο ανήλιαγο δωμάτιο

σου δίνω εκείνο που δεν έχω.

Σου προσφέρω την μοναχικότητα του κενού μου,

τους μυριάδες μικρούς θανάτους μου

(που πάντα περιέχονται σε άλλους μεγαλύτερους)

Την πολικότητα των άστρων μου και των σωμάτων.

Όλος ο κόσμος μου/μας τρίγωνο που κορυφώνεται

-πάντα- σε μια αντίθεση.

Προσμένω την οριστική απογύμνωση σου.

                   Πες μου -ύστερα- με

                   τι ρούχα να σε ντύσω;

Αυτός ο καινούριος σου θάνατος

αρχή και τέλος της ανωτερότητας σου

ακούσια θέληση για ανύψωση

υπόσχεση αιώρησης.

 

Από τις κινήσεις των χεριών σου

ψηλαφώ το ανέκφραστο εκείνο

συναίσθημα που έχεις / σιωπή διαπεραστική

      είν' η αλήθεια.

Ένας ολόκληρος αιμάτινος πλανήτης το σώμα σου

με όλων των ειδών

τις κραυγές.

 

Στο πρόσωπο σου δέσποζε η πέτρα.

Τώρα απλώνεται μια διαφάνεια

σαν γέννηση.

 

 

Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω

παρά μια παρακαταθήκη ευτυχίας

 

 Ο Δημήτρης Αθανασέλος γεννήθηκε στη Λάρισα. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή “ΑΝάΒΑΣΗ” (Πνοή, 2019) και την ποιητική σύνθεση “Το πρόσωπο εντός μου” (Θράκα, 2021). Έχει συμπεριληφθεί στις ανθολογίες (“Φωτοσκιάσεις” εκδόσεις Γράφημα, στην δίγλωσση ποιητική ανθολογία του ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ "Ξύπνησα σε μια χώρα/I woke up in a country, “Κλίβανος” εκδόσεις Ρώμη, 'Όσα ο αφρός φλοισβίζει” εκδόσεις Ρώμη, και στην Ανθολογία 2019 από την Κοινωνία των Δεκάτων). Έχει δημοσιεύσει σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά (Fractal, Βακχικόν, Στρόβιλος, Διάστιχο, Νόημα, Εξιτήριον, Awaken, Φρέαρ, Θράκα) και συμμετείχε στο 4ο «Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Πάτρας – Patras World Poetry Festival». Υπήρξε υποψήφιος στην Βραχεία Λίστα Καλύτερης πρωτοεμφανιζόμενης ποιητικής συλλογής στα βραβεία Jean Moréas για το έτος 2019 με το βιβλίο του «ΑΝάΒΑΣΗ» (Πνοή, 2019).