Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΡΜΕΝΤΖΑ ΙΟΥΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΡΜΕΝΤΖΑ ΙΟΥΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Ύμνος για την μητέρα από την Ιουλία Κορμεντζά



  • Ω, Γυναίκα, για Μάνα σ’ έχει η φύση καμωμένη
    σ’ ιερή αποστολή ως τη στερνή σου πνοή ταγμένη.
    Και χωρίς να σε διδάξει ποτέ κανείς, σαν γίνεσαι μητέρα
    ... κατέχεις την τέχνη που μαλακώνει την καρδιά με γλύκα ξεχωριστή!
    Κι όπως νανουρίζεις τα μωρά σου κάθε νύχτα και μέρα
    και μ’ ένα χάδι σου τα ησυχάζεις κι ένα γλυκό φιλί,
    με τον ίδιο τρόπο κατόπι, την ίδια καλοσύνη κι αγάπη περισσή
    με τον λόγο σου πείθεις τον νου, λόγος που μπαίνει ίσια μες την ψυχή
    και την κάθε πίκρα διαδρομής, μέλι την κάνεις ζωής.

    Και τώρα εγώ, τί ποίημα να γράψω λυρικό,
    με λόγο που να σ’ αξίζει, τί να πρωτοπώ,
    για σε που λάμπεις υπέρλαμπρο της γης αστέρι!
    Με ρυθμό πολύ μελωδικό τί τραγούδι να βρω
    να τραγουδήσω για σένα την μόνη που ξέρει
    πώς να θρέφει του παιδιού την καρδιά
    μ’ ελπίδες μεγάλες και το νου του μ’ αψηλούς λογισμούς!

    Ω, Μητέρα!.... για ήρωες, ημίθεους κι ανθρώπους απλούς
    εικόνισμα λατρευτικό, ζωής αναφορά!
    Αθάνατα λόγια δοξαστικά δεν βρίσκω τόσο ικανά
    για να σ’ αποδώσω την πρέπουσα τιμή.
    Μετριόφρων, ξέρω τί θα μου πεις εσύ,
    συ που ποτέ δεν φροντίζεις τον δικό σου εαυτό.
    Μα θ’ ανοίξω το στόμα μου και σ’ όλο τον κόσμο θα πω
    τί βλέπω και τί νοιώθει για σε η καρδιά μου, καρδιά ποιητή.

    Στα μάτια σου, με πόσο φως καθρεπτίζεται η όλη σου ψυχή!
    Σαν θάλασσα ήρεμη, θάλασσα γελαστή!
    Ήσυχη σαν τη λίμνη, ρόδινη και γλυκιά σαν την αυγή!
    Κι όλο σου το ταξίδι στη διαδρομή
    σε μελέτη του καλού συνεχή
    μ’ απλότητα ξετυλίγεται, με χάρη γυναικίσια
    και με χαμόγελο ελπίδας και χαρά σοβαρή
    ώσπου να καταλήξεις στα πεδία τα Ιλίσια!

    Ω, της αγάπη σου η ατέλειωτη ροή!…
    Αγάπη που ξεχειλίζει μες απ’ το είναι σου βαθιά,
    σα σπίθα κορώνει κρυφή και παίρνει φωτιά!
    Όμοια πλημμύρα μες απ’ ανεξάντλητη πηγή,
    σαν του Ενός που ρέει ανεμπόδιστα και πλημμυρίζει τη Γη!
    Κι ω, της ευχή σου τα λόγια, θαυμαστά Παραδείσια!....
    Σαν πουλί ο λόγος σου τραβάει στα σύννεφα ίσια
    κι από κει στέκεται στον αέρα με ματιά γερακίσια,
    ευλογίας φτερούγισμα το παιδί σου ν’ ακολουθεί
    ως τις άκρες της γης στήριγμα στην οδοιπορία..
    Να περπατά και να νικά.
    Ν’ αστράφτει και να βροντά.
    Να θριαμβεύει και να κυριαρχεί.

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Ποίηση Κορμεντζά Ιουλία

anastasi_lazarouΑς ήταν να κάτεχα το μυστικό….





Όσο μιλούσε στον Κόσμο ο Θεός

και το χέρι Του έδειχνε την «οδό αληθείας»,

ο δρόμος της κοσμικής ζωής

-μολονότι δύσκολος και τραχύς-

ξανοιγόταν ελπιδοφόρος κι ανοδικός

και φωτιζόταν απ’ το αέναο της έναστρης φωταψίας.

Από τότε που Εκείνος σιώπησε οικειοθελώς

και πήρε του Λόγου την σκυτάλη ο Θνητός

και σαν αγγελιοφόρος με στεντόρεια φωνή εξήγγειλε,

πως νέος νόμος στον Κόσμο γεννήθηκε

στ’ όνομα του ανθρώπινου μεγαλείου κι αξιοπρεπείας,

ω, το ανείπωτο της όλης μετέπειτα οδοιπορίας!

Ένας χαλασμός!



Κι εκεί που στον θάνατο απέναντι κρίνεται ο ηρωισμός

-όπως τον απέδειξε ο Χριστός-

στο φως της Δύναμης, φάνηκαν οι άνθρωποι αδύναμοι.

Στο φως του Θάρρους, δειλοί.

Στο φως της Ευφυίας μέτριοι έως λειψοί.

Στο φως της Έμπνευσης, κοντόπνοοι.

Στο φως της Γενναιοδωρίας, στενόκαρδοι.

Κι έγινε η ζωή των ανθρώπων χαρτί καμένο.                         

Κι ο δρόμος ξεδιπλώθηκε στα μάτια τους εμπρός

σαν ένα ύφασμα χοντροκαμωμένο,

γεμάτο τρύπες, ξεσχισμένο.

Ένα ύφασμα χιλιομπαλωμένο



κι επάνω του ο καθένας πια «βελονίστηκε»

σε μιαν ιδιόμορφη ενιαία κατασκευή....

και ετοιμοπόλεμη σαν κουρδίστηκε μηχανή,

καθοδόν μπουκώθηκε και ταϊστηκε

με τόσου μίσους άφθονη τροφή

π’ ακόμη κι ο Εωσφόρος τρομοκρατήθηκε κι όπου-όπου

με τα δαιμόνια του μαζί, τράπηκε σε φυγή…

Ω, ας ήταν να κάτεχα το μυστικό του τρόπου

τον νέο Νόμο να καταλύσω που επικρατεί πλέον στη ζωή

και το στόμα να κλείσω τ’ Ανθρώπου,

μήπως κι ο Λόγος του Θεού πάλι ξανακουσθεί

περί μεγαλείου ταπεινοσύνης κι αξιοπρέπειας να ομιλεί…


Ιουλία Κων.κορμέντζα

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Μονόλογος Κορμεντζά Ιουλία

Μονόλογος

Απ’ όσους άκουσαν τα λόγια Του μαγεμένοι…. Απ’ όσους γιατρεύτηκαν, απ’ τις αρρώστιες τους καθηλωμένοι… κι απ’ τα δεσμά τους, απ’ όσους λυτρώθηκαν δαιμονισμένοι μ’ έναν λόγο, μια μόνη κίνηση του χεριού Κι απ’ όσους γύρω Του κοιτούσαν τεθλιμμένοι την ώρα του δικού Του Μαρτυρίου του φρικτού, κανείς δεν κινήθηκε, ούτε καν έβαλε σκέψη στο νου, να τον κατεβάσει απ’ το ικρίωμα του σταυρού. Οι άνθρωποι όμως Κύριε, άνθρωποι είναι. Κι ανάλογα τ’ ατελή μέτρα τους, τις πράξεις τους κρίνε. Μ’ απ’ τ’ ουρανού την κορυφή, όλα τα είδες κι Εσύ. Είδες, τον Γιό Σου με ψευδομαρτυρίες να κατηγορηθεί. Από «Γραμματείς και Φαρισαίους» να δικασθεί. Σε θάνατο σταυρικό σαν εγκληματίας-ληστής να καταδικασθεί. Είδες, το κορμί Του με κόκκινο χιτώνα ντυμένο. Στο κεφάλι του αγκάθι ματωμένο. Δίχως οίκτο να χλευάζεται απ’ του όχλου τη κατακραυγή. Είδες τον Γιό Σου τον Μονογενή σ’ επονείδιστο ξύλο σταυρωμένο…. αντί του «μάννα» ξύδι να πίνει και χολή. Από καρφιά και λόγχη να τρυπηθεί. Τον είδες εγκαταλελειμμένο στο σκότος της απόλυτης αναλγησίας παραδομένο κι άκουσες το παράπονό Του απελπισίας, κείνο το ανέλπιδο παράπονο αγωνίας: «Ιλί, Ιλί, λάμα σαβάχ θανί». Υποφερτός ο πόνος όταν κάποιος απ’ το χέρι μας κρατά Μα πόσο αβάσταχτος στην εγκατάλειψη και τη μοναξιά! Κι εγώ που σε πιστεύω για της Αγάπης και Δικαιοσύνης Θεό, κι Ουράνιο Πατέρα σ’ έχω μ’ ίσκιο προστατευτικό, με το βλέμμα σκαλωμένο πάνω σ’ Εκείνου τον σταυρό μ’ έντονης απορίας θλίψη στην ψυχή την αλήθεια επιζητώ. Και μη δυνάμενη τη δική Σου να κατανοήσω βουλή, «εξελθών, πορεύθηκα εις έτερον τόπον», το είναι μου ν’ αλαφρύνω απ’ το πόνο τον σουβλερό. Όμως δεν παύει καρφί να με τρυπάει το ανελέητο «Γιατί;» Κύριε, πώς και δεν ταράχθηκες στης δοκιμασίας Του την όλη διαδρομή και πώς τις τελευταίες στιγμές Του ολομόναχο τον άφησες; Πώς και σ’ όλη τη διαδικασία δεν κουνήθηκες; Το δάκτυλό Σου στη σκευωρία της δίκης δεν ανύψωσες; Ο Ρωμαίος δικαστής, του όχλου αρνούμενος την επιταγή είπε: «Αθώος του αίματος Αυτού ειμί». Κι Εσύ, πώς δεν έκανες τέλος πάντων κάτι τι, του φοβερού εγκλήματος η τέλεση ν’ αποτραπεί; Μη και δεν υπήρχε άλλος τρόπος πιο κατάλληλος να βρεθεί για τη σωτηρία ψυχής καθενός απ’ την αμαρτία, άλλος δρόμος για του κόσμου την αλλαγή, παρά μόνον ο ανήφορος στο Γολγοθά κι η θυσία κι εφόσον το αίμα ενός Αθώου χυθεί;

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Ποίηση για την Παγκόσμια ημέρα ποίησης

Ένας ποιητής με ξάγρυπνο νου

Ανέτειλε ο Ήλιος κι όσο κυλά η μέρα
στην αγορά της «Ιερουσαλήμ» τυρβάζουν τα πλήθη.
Και μες σε κύκλο ζόφους
Πνεύμα Ζωής, γιομάτο ανήσυχα ήθη,
περιπλανάται στον αέρα…   
Κι όταν επήλθε η νύχτα, σε φρουράς εναλλαγή, 
ύπνου παύση κομίζουσα για το κάθε τι,  
ο θόρυβος παρήλθε του όχλου.
Κόπασε και των θνητών η πολυπραγμοσύνη
και στην αγκαλιά της κόρης του σκότους
αφέθηκαν όλοι σ’ ύπνου μακάρια γαλήνη.

Μακαρίως και τα ζώα κοιμούνται στη γη. 
Παρομοίως και τα πτηνά τ’ ουρανού.
Όμως στην απόλυτη ηρεμία του μεσονυχτιού
ένας φτωχός, ονειροπόλος ποιητής με ξάγρυπνο νου,
στο περβάζι στέκεται του παραθυριού
πάσχων για την αγνωμοσύνη της Ανθρωπότητας
στη δωρεά της Συμπαντικής Ωραιότητας.
Ανιχνεύει σημάδια ενός κόσμου ονειρικού
Φωτός θάμπωμα συλλέγει απ’ τ’ αστέρια.
Και στοχαζόμενος το μακάριο της αιωνιότητας,
προς το Σύμπαν, αναπέμπει ευχαριστήρια προσευχή,
που ζωογόνα μήτρα, κρύβει την αυριανή ζωή….

Και σα βασίλεψε το φεγγάρι,
με νου γαληνεμένο και ψυχή,
έτοιμος πια ν’ αναπαύσει το κορμί,
άρχισε τον ρουχισμό της μέρας ν’ αφαιρεί.
Μα σαν απόθεσε στο μαξιλάρι,
το κομποσκοίνι προσευχής
που κρατούσε ολημερίς στα χέρια,
κατατρυπήθηκε απ’ όσα των ωρών η εναλλαγή
κρυφά είχε κρεμάσει ένα-ένα, δίστομα μαχαίρια….
κι αιμορράγησε πολύ….
Και μες τα αίματα, πώς ο άμοιρος ποιητής,
πώς σ’ ύπνο μακάριο να παραδοθεί,
ύπνο κοσμογεννητή;

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Ποίηση για την ημέρα της γυναίκας

Γυναίκα, όπου γης

Γεμάτη θανάτου επισημότητα 
και ζωής λαμπρότητα
Γυναίκα όπου γης, Αστείρευτη Δροσοπηγή,
μ’ όποιες όψεις κι αν αποκαλυπτόσουν
είτε σύμβολο αγνότητας
ή κι αποφυγής πρότυπο ελαφρότητας,
σ’ είδα στη μακραίωνη διαδρομή
πάντοτε άοκνη βράδυ και πρωί
όλο και με κάτι πάντα θ’ ασχολιόσουν.
Μ’ οτιδήποτε άλλο, μ’ όλα, εκτός απ’ τον εαυτό σου.

Κι ήσουν πάντα και πανταχού παρούσα, ορθή
Στη γέννηση και στη θανή
Γαλήνια και φλογερή
Πλατιά σαν τον απέραντο ουρανό
Μυστηριώδης και τρυφερή
Καλότροπη σαν τον Ειρηνικό Ωκεανό
Μεγαλοπρεπής και ταπεινή
Στην αγάπη και στον αποχωρισμό

Ω, Γυναίκα όπου γης,
με τί χάρισμα δυναμικής
σ’ ευλόγησε ο Δημιουργός!
Κι ανεξάντλητες ρέουν οι δροσοπηγές
απ’ το «είναι» σου εντός  
μ’ αγάπης «μυρώματα» να γεμίζουν τη γη!
Και σ’ όσες αναποδιές
φέρνει του χρόνου η ροή,
με καλοσύνης ξεχείλισμα εσύ
στο ίσο ξαναφέρνεις τη ζωή.

Ω, Πώς σε κύκλωναν πάντοτε απαιτητικά,
οι μεγάλες φροντίδες οι καθημερινές,
-να μη σου απολείπει ποτέ η δουλειά
είτε στη φάμπρικα ή στο γραφείο είτε στο σπίτι-
και τί να προλάβεις και τί να μην αποτελειώσεις;
Της μάνας, άγιες υποχρεώσεις;
Της συζύγου μέριμνες τις αναρίθμητα πολλαπλές;
Ανταποκρίσεις για τα καθήκοντα του πολίτη!

Ακόμη κι αν έμενες ανύπαντρη Γυναίκα, στερημένη
από υμέναιου τραγούδια και γαμήλιες χαρές,  
και χηράμενη, άτεκνη, χωρίς ένα αποκούμπι σταθερό,
να οδεύεις μες σε ζωή συννεφιασμένη,
κι από στόχους διαδρομής παροπλισμένη
έβρισκες δικαιολογία ύπαρξης στον κόσμο αυτό
θυσία να δίνεις συνεχώς τον ίδιο σου εαυτό
και στων άλλων να ζεις τις σκιές ….
Ω, γυναίκα σ’ όλες της γης τις γωνιές,
σαν βαρυφορτώνεις με αυτοθυσία την ψυχή σου
και την καρδιά μόνο σ’ αλλότρια έργα παραδομένη,
δεν το ξέρεις πως έτσι όσο κυλά και φεύγει η ζωή σου
στην «αυθάδεια» των άλλων εκτεθειμένη
εσύ παραμένεις στο τέρμα η μεγάλη χαμένη…..

Απ' την ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου "Γυναίκα, Ζωής Δροσοπηγή"