Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019

Ἄ ξεινος Πόντος... από τον Κώστα Λίχνο



ξεινος Πόντος    του Κώστα Λίχνου

Όταν ξύπνησα ο ήλιος είχε ήδη πάρει να δύει. Ξάπλωσα μια ωρίτσα να ξεκουραστώ και τελικά μου ξεγλίστρησε ολάκερη η μέρα. Σάμπως θα έκανα και τίποτα το αξιομνημόνευτο; Αναξιοποίητο θα περνούσε και τούτο το απόγευμα, παρανάλωμα του χρόνου θα γίνονταν όπως και τόσα άλλα πριν από αυτό. Τουλάχιστον αναπαύτηκα, το χρειαζόμουνα φαίνεται και ίσως εδώ να βρίσκεται και η πεμπτουσία των διακοπών τελικά. Στην κάθε είδους απρογραμμάτιστη, ανώφελη και ξεκούραστη κατασπατάληση του χρόνου μας.



Η παραλία δεν απέχει ούτε εκατό μέτρα από το δωμάτιο μου, αν θέλω προλαβαίνω ακόμη να αξιοποιήσω τη μέρα μου. Τι καλύτερο, άλλωστε, από ένα κολύμπι στο ηλιοβασίλεμα κι από μια ξαφνική επίδειξη παρορμητικότητας; Μονό και στη σκέψη του να ξεμυτίσω από την τρώγλη μου γεμίζω με ενθουσιασμό και τι υπέροχο συναίσθημα που αποδεικνύεται το να δέχεσαι εκ των έσω μια τόσο καλοπροαίρετη παρότρυνση; Παρά την καλή μου προδιάθεση όμως η θάλασσα μου φαίνεται στην όψη της ταραγμένη κι ακάθαρτη. Με δυσκολία πλησίασα την ακτή και βυθίστηκα στο νερό μόνο και μόνο για να νιώσω παρείσακτος, λες και το υδάτινο στοιχειό με απέρριπτε μετά βδελυγμίας. Λες και το κύμα ακατάδεχτο και αηδιασμένο πάσχιζε να με περιορίσει στην στεριά και το έπραττε αυτό μάλιστα δίχως χάρη ή διακριτικότητα. Κυρίως αυτή του η προσβλητική απρέπεια ήταν που με πεισμάτωσε και με εξώθησε να αντιστέκομαι μάταια, μα τούτο το ανώφελο πάλεμα με εξάντλησε σύντομα. Οι προσπάθειες μου ήταν καταδικασμένες να αποτύχουν και ίσως μονάχα για αυτό να τις πραγματοποίησα. Τουλάχιστον δεν αποδείχτηκα για μια ακόμη φορά ρίψασπις αλλά βγήκα από τη θάλασσα απτόητος λες και ήμουν στεγνός.

Αποκαμωμένος σήκωσα το βλέμμα στον σταχτή ουρανό και ένιωσα ευγνωμοσύνη προς την επερχόμενη νύχτα που έμοιαζε να ζυγώνει λυτρωτικά για να με απαλλάξει από το μουντό τούτο θέαμα. Ο άνεμος ήταν ακόμη ισχυρός και το χειρότερο που θα μπορούσε τώρα να μου συμβεί θα ήταν να αρπάξω κανένα κρυολόγημα. Πρέπει να γυρίσω απευθείας στο ξενοδοχείο μου, σκέφτηκα, αλλά για κάποιο λόγο ένιωσα τη σκέψη αυτή να με ταπεινώνει. Κάθε βράδυ έχει την ίδια κατάληξη, κάθομαι μόνος στο μπαλκόνι κι αγναντεύω τους δρόμους από το ιδιωτικό μου αυτό αγκυροβόλι και παρατηρητήριο. Εξερευνώ τα απέναντι κτίρια και τα πλακόστρωτα σοκάκια της πόλης καθώς ξεπλένονται από το νυχτερινό αλμυρό αεράκι και παρακολουθώ τους ανθρώπους, σαν άβουλες σκνίπες, να συσσωρεύονται γύρω από την άλω των φώτων και να πηγαινοέρχονται ολούθε νευρικά και ασύνταχτα. Παντού άνθρωποι που περιεργάζονται άπληστα τα πάντα, μιλούν ακατάπαυστα και περιηγούνται σε δρομάκια που εκτείνονται προς κάθε κατεύθυνση μα δεν οδηγούν πουθενά. Στο μπαλκόνι μου είμαι στάσιμος αλλά ατενίζω τα πάντα αφ' υψηλού, κρατώντας προ πάντων απόσταση ασφαλείας από τους άλλους ανθρώπους.

Φανταστείτε να βάδιζα τώρα στο δρόμο και να με κατέκλυζαν οι ορδές των περαστικών. Θα τους ένιωθα ιδρωμένους κι ακάθαρτους να κολλάνε επάνω μου όπως χυμάει στα βράχια το μανιασμένο αγριόκυμα που ορθώνεται με την πλημμυρίδα για να καλύψει τα πάντα στην φουσκονεριά του. Στέκομαι στο απόρθητο προπύργιο μου λοιπόν, αδιασάλευτος όπως το κάστρο της Μυτιλήνης που γρονθοκοπείται αδιάκοπα από το διαβρωτικό, λιθόξοο θαλασσόκυμα. Μα όσο περιφρουρώ την ακεραιότητα μου τόσο ο κόσμος τριγύρω μου παραμορφώνεται. Ο κόλπος της Γέρας μοιάζει να διαστέλλεται και η θάλασσα να κοχλάζει λες και ετοιμάζεται να ξεχυθεί για να παρασύρει τα πάντα στο διάβα της. Να σκεπάσει τις ιαματικές πήγες και να πλημμυρίσει το ρωμαίικο υδραγωγείο, μέχρι να φτάσει απειλητικά κάτω από τα πόδια μου, κυκλώνοντας την Μόρια ολότελα.
Άρχισα, δυστυχώς, να γκρινιάζω και πάλι αν και όχι αναίτια. Το δωμάτιο είναι άβολο, η ζέστη ανυπόφορη, η φασαρία κουραστική και μέσα σε όλα έχω κι αυτό το καταραμένο το αυχενικό που με διαλύει. Το χειρότερο όμως είναι εκείνη η αναθεματισμένη η θάλασσα που συνεχίζει να με απορρίπτει. Φουσκώνει συνέχεια, με πλησιάζει φουρτουνιασμένη και παρόλο που ντρέπομαι να το ξεστομίσω νομίζω πως έχει βαλθεί να με εκδιώξει. Με διακατέχει μια παράλογη ανησυχία πως όταν ξυπνήσω αύριο θα με έχει ολοκληρωτικά περικυκλώσει και παρόλο που απεχθάνομαι όσο δεν πάει ετούτη την βορβορώδη πολιτεία, η ενδεχόμενη διαβρωτική επέλαση του νερού από πάνω της μου προξενεί παραδόξως θλίψη και τρόμο. Θλίψη για τον αφανισμό του Λεσβιακού φυσικού τοπίου που θα σκεπαστεί στην άλμη, τα κοχύλια, τα όστρακα κι άλλα απολιθώματα των σαπφικών μουσικών οργάνων.
Μπορεί να είναι άδικο να τα βάζω πάλι με τον εαυτό μου, τι άλλο όμως θα μπορούσα να κάνω παρά να γκρινιάζω μέσα σε αυτές τις συνθήκες; Ίσως να μην ευθύνομαι εγώ αποκλειστικά για την κακή μου διάθεση, μπορεί να φταίει ο θόρυβος, η πολυκοσμία και η απαίσια δυσωδία των αντηλιακών. Ίσως στη τελική να ευθύνεται η πλαστότητα των ημερών μας κι αυτός ο βαθύς ηθικός ρύπος της εποχής μας. Ένας ρύπος που ούτε η απύθμενη θάλασσα δεν μπορεί να τον εγκολπωθεί και να τον αποκαθάρει και ίσως για αυτό να το αποβάλει τελευταία, εν είδει πτωμάτων, στις ακτές του αρχιπελάγους.


Για μια ακόμη βραδιά κοιμήθηκα ανήσυχος, ξύπνησα χαράματα κάθιδρος και ένιωθα πως ο τόπος δεν με χωράει. Δεν ευθυνόταν η ζέστη, πρέπει να έφταιγε αυτό το ξεθωριασμένο φως του λυκαυγούς που έμοιαζε να συνθηκολογεί με την υγρασία και να απορροφά το οξυγόνο για να συντηρηθεί και να μην ξεψυχήσει ολότελα. Η πρώτη σκέψη που έκανα μόλις ανοίξαν τα μάτια μου ήταν, “και τώρα τι κάνουμε;” Μόλις ανατείλει ο ήλιος ξεκινά η εναγώνια αναζήτηση του πως θα αξιοποιήσω τη μέρα μου. Τα πάντα είμαι διατεθειμένος να κάνω κι ας μην ολοκληρώνω τίποτα με πηγαία ευχαρίστηση, διεκπεραιώνω απλώς το πρόγραμμα μου, συχνά απαθέστατα. Ποιον κοροϊδεύω; Ίσως θα έπρεπε να τερματίσω τις διακοπές μου εδώ. Στο κάτω κάτω ποιος ο λόγος να βασανίζομαι και να καταξοδεύομαι κι από πάνω; Όχι, αύριο πρέπει να φύγω, πρωί - πρωί μάλιστα ώστε να γλιτώσω τη ζέστη και τη κίνηση. Να αποφύγω πάνω από όλα τις δεύτερες σκέψεις. Να δράσω πριν η καφεΐνη αφυπνίσει το νου, τότε που μπορώ ακόμη να παίρνω αποφάσεις παρορμητικά δίχως να λογοκρίνω τον εαυτό μου. Αν βγω στο δρόμο, αν αρχίσω να ταξιδεύω αυτή η περιπέτεια θα έχει ήδη τελειώσει. Αν υπάρχουν ακόμη δρόμοι βέβαια, αν δεν έχει μέχρι αύριο σκεπάσει τα πάντα η καταλύτρα η θάλασσα.

Η σώφρων επιλογή θα ήταν αδιαμφισβήτητα το να τερματίσω όσο το δυνατόν συντομότερα αυτή τη κατάσταση, προτού προλάβει να εξελιχθεί σε δυσβάσταχτο δράμα. Φοβάμαι όμως πως θα το μετανιώσω οικτρά αν έτσι λιπόψυχα τραπώ σε φυγή. Άντε να τολμήσω να κάνω σχέδια για μελλοντικές διακοπές ύστερα από μια τέτοια ανεπανάληπτη ήττα. Όταν παίρνεις ένα ρίσκο το χειρότερο δεν είναι το να φας τα μούτρα σου αλλά το να θεωρήσεις την αποτυχία σου αναπόφευκτη. Ύστερα η επανάληψη παρόμοιων εγχειρημάτων εγκαταλείπεται εκ προοίμιου. Ίσως θα πρέπει να ακολουθήσω απαρέγκλιτα τον αρχικό μου σχεδιασμό λοιπόν, να συνεχίσω να ακουμπώ στο πρόγραμμα και τις συνήθειες μου. Το βράδυ, με ηρεμία και καθαρό μυαλό, θα τα βάλω πάλι όλα κάτω και θα τα λογαριάσω.

Πριν φτάσει το βράδυ όμως θα καλεστώ να αντιμετωπίσω την ενδιάμεση πρόκληση, τη μεσημεριανή μου επίσκεψη στη παραλία δηλαδή. Μεγάλη δοκιμασία αναντίρρητα και όχι μονάχα επειδή έχω αναπτύξει μια κάποια αντιπαλότητα με τη θάλασσα. Όταν θα επιστρέφω στο ξενοδοχείο μου η πόλη θα σφύζει από ζωή, η κίνηση και η φασαρία θα είναι στο απόγειο τους και δεν θα γίνεται με τίποτα να προφυλαχτώ. Ακόμη και η ρυμοτομία τούτου του τόπου σχεδιάστηκε έτσι ώστε να με βασανίζει, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο κέντρο αναγκάζοντας τους ανθρώπους να συναντώνται. Μυτιλήνη, η πόλη των αντιθέσεων με τα περίτεχνα αρχοντικά και τα μουσουλμανικά τεμένη και στο βόρειο λιμάνι η προσφυγική συνοικία της Επάνω σκάλας στοιχειωμένη απο τα ανύπαρκτα πια μισογκρεμισμένα παραπήγματα. Εκεί που στήθηκε κάποτε το μνημείο ενός αλλοτινού ξεριζωμού τότε που η θάλασσα από πονετική γίνηκε, σαν και τώρα, εκδικητική και μανιασμένη. Τότε που κουβαλούσε βάρκες φυλακές στην ασημένια ράχη της και ξέβραζε στο χώμα το Μυτιλινιό  χαμένες ψυχές.

Θα μπορούσα να μείνω και κάθειρκτος στο δωμάτιο μου φυσικά, αποφεύγοντας έτσι όλο αυτό το μαρτύριο. Υπάρχει κάτι όμως που με αναγκάζει να συνεχίσω απρόθυμα την ατελέσφορη πάλη μου με το υδάτινο στοιχείο. Ένα βαθύ κι ακατάληπτο κάλεσμα που με υποτάσσει σαν ακατάβλητη ανάγκη να καταδυθώ στα μουλιασμένα σπλάχνα του ωκεανού και να κουρνιάσω στα σεντεφένια κελύφη του πυθμένα, εγκαταλείποντας για πάντα τον ηλιόχαρο ορίζοντα. Να παραδοθώ στην θάλασσα ως προσφορά εξευμενισμού και αντιστάθμισμα για τα εκατοντάδες πτώματα προσφύγων που ξεβράζει στις ακτές της Μεσογείου.

• 
Οι δρόμοι έχουν απομείνει δίχως ονόματα, τους περπατώ μα δεν με οδηγούν πουθενά. Κινούμαι σαν τους δείκτες των ρολογιών που περιστρέφονται μάταια, εξίσου ανώνυμος και προσωπιδοφόρος βολοδέρνω σε δαιδαλώδη σοκάκια ακολουθώντας μια πορεία ελλειπτικής επανάληψης. Καθηλωμένος εκεί που κάποτε η ελπίδα άνοιγε δρόμους και η νιότη γκρέμιζε αδιέξοδα, γειρτός και βεβαρημένος από τις εναντιότητες της ζωής και τις προσωπικές μου ελλείψεις. Παλιότερα ήμουν ασίγαστος και παρορμητικός, κινούμουν αδιάκοπα λες και ήμουν όλος ενέργεια, μα τώρα νιώθω γιομάτος από σώμα ή μάλλον υπό το βάρος ενός σώματος. Νευρόπονοι, πιασίματα, κεφαλαλγίες και πάνω από όλα μια μόνιμη αίσθηση κόπωσης. Μια κόπωση που δεν εκδηλώνεται απλώς ως έλλειμμα δύναμης αλλά κι ως επώδυνη ενόχληση.

Τα πάντα γύρω μου είναι φορείς πιθανοτήτων, κυοφορούν υποσχέσεις μα εγώ στέκομαι εμπρός τους χωρίς προσδοκίες, οδηγούμενος στην αθόρυβη απόρριψη ενός κόσμου που διαρκώς κοιλοπόνα την απόγνωση. Κάποτε η δύναμη μου γιγαντώνονταν για να ισοσταθμιστεί με την αδυναμία μου, τώρα απορροφάται πλήρως από την εφεκτικότητα μου. Τα πάντα γύρω μου σφύζουν από ζωή, η πλάση σύσσωμη βροντοφωνάζει καλοκαίρι μα μέσα μου η καλοκαιρία είναι εύθρυπτη, ακόμη και το πιο ήπιο μπουρίνι μπορεί να την καταλύσει. Υποθέτω πως ήταν αναπόφευκτο, κάποτε το αδηφάγο εσωτερικό μου κενό θα κατόρθωνε να καταβροχθίσει τον κόσμο ολάκερο. Ακόμη και το αύριο που άλλοτε κατόρθωνε να στεγάζει την ελπίδα μου τώρα δεν αποτελεί παρά μια μελλοντική δοκιμασία.

Πλησιάζω τη θάλασσα και διαισθάνομαι πως αρχίζει να δυσφορεί. Τα στιλπνά της νερά ιριδίζουν στο φως του ήλιου κι ο θυμωμένος των κυμάτων αφρός αστράφτει κι από ασήμι λαμπρότερα. Τόσο σαγηνευτική είναι μα στην επαφή της μαζί μου φορά ένα εντελώς αποκρουστικό προσωπείο. Βουτώ αμήχανα και τρεμάμενος βγαίνω βιαστικά στην ακτή. Λιγόλεπτο κι αδέξιο, σαν άχαρη βάφτιση, είναι το μπάνιο μου και με αφήνει κενό και μουσκεμένο να παίρνω το δρόμο της επιστροφής συνεχίζοντας το αθληφόρο μου πάλεμα. Ανορθώνω με τα βιας την ισχνή μου θέληση ώστε να καταφέρω να φτάσω στο δώμα μου, περπατώντας, για τελευταία ίσως φορά, τα σοκάκια μιας επαπειλούμενης από καταποντισμό πολιτείας. Έναν καταποντισμό που θα συμπαρασύρει στου πυθμένα τα άδυτα και τα τελευταία εναπομείναντα απομεινάρια πολιτισμού του βορειοανατολικού Αιγαίου.

Οι άνθρωποι με προσπερνούν και επελαύνουν στην παραλία. Ορθώνουν ομπρέλες, ανοίγουν ψάθες και βγάζουν αναμνηστικές φωτογραφίες. Γελούν ασταμάτητα, σκορπάνε σκουπίδια, αναμερίζουν τις πέτρες και χαράζουν τα ονόματα τους στην άμμο. Διαταράσσουν την φυσική ηρεμία σαν παιδιά που
αφέθηκαν να παίζουν ακηδεμόνευτα, μέχρι να επιστρέψει το κύμα ορμητικά και να επιβάλει τη τάξη. Παίρνω βιαστικά το δρόμο της επιστροφής μα περιτριγυρίζομαι ακόμη από ανθρώπους και θόρυβο. Οι χειρονομίες τους μοιάζουν να υπόκεινται στους κανόνες της επικοινωνίας μα μου φαίνονται συχνά σπασμωδικές λες και υπονομεύονται από ανειλικρίνεια. Οι πολυκατοικίες, σαν βαθύσκια δέντρα καταμεσής της ασφάλτου, ορθώνονται επηρμένα και μου στερούν τον ορίζοντα. Ο καπνός από τις ψησταριές αναδύεται δεητικά, σαν χέρια υψωμένα σε σπαραχτική προσευχή. Τα φύλα των δέντρων παραμένουν ασάλευτα ενώ η άψυχη ανασαιμιά του αγέρα μολύνεται από τη δυσωδία που αναβλύζει από τους υπερφίαλους κάδους απορριμμάτων. Στα ισόγεια των κτιρίων στεγάζονται ανθοπωλεία και καταστήματα με τουριστικά σουβενίρ αλλά στους από πάνω ορόφους δεσπόζουν αποκρουστικές πινακίδες ιδιωτικών ιατρείων. Τίποτα σε τούτο το ακαλαίσθητο χάος δεν με θέλγει να το ακολουθήσω. Μονάχα η κενότητα και η εκκωφαντική σιωπή που πρυτανεύει στο θλιβερό μου δωμάτιο μπορεί ενίοτε να με αναγκάσει να ξεπορτίσω.

Θα αυτοπεριοριστώ και πάλι στο μπαλκόνι μου, διαβάζοντας ένα ακόμη βιβλίο, συντροφιά με την αθρόα αίσθηση της απώλειας και του κενού. Θα κρατάω ανώφελα ένα στυλό στα δάχτυλα για να εκτονώνω την νευρικότητα που ανά πάσα στιγμή απειλεί να με κυριεύσει και θα παραμένω άγρυπνος σε μια νύχτα που θα φαντάζει χωρίς τελειωμό. Κάθε τόσο θα αφουγκράζομαι τον παφλασμό των κυμάτων για να βεβαιωθώ πως με χωρίζει ακόμη απόσταση ασφαλείας από το μένος της θάλασσας. Διακοπές να σου πετύχουν! Τουλάχιστον όσο τις προγραμμάτιζα αποτελούσαν μια σκέψη καταφυγής, τώρα δεν είναι παρά μια προϊούσα αποτυχία.
Ίσως να με καταπλακώνει κι εμένα η ίδια αίσθηση που βασανίζει τους ντόπιους. Η αίσθηση πως ο τόπος τους γίνηκε φυλακή για χιλιάδες ανθρώπους. Λες και το νησί μετατράπηκε σε παραφορτωμένη κυψέλη κι ο κόσμος γίνηκε αφηνιασμένο μελίσσι. Απο το κέντρο υποδοχής των προσφύγων αναδύεται διαρκώς ενα ακατάληπτο μουρμουρητό που ταξιδεύει με το βρυχηθμό του ανέμου, μπλέκεται με το ρόχθο της θάλασσας κι εμποτισμένο με την αρμύρα του ωκεανού γίνεται δάκρυ γλυφό που θα μεταφερθεί στο αρχιπέλαγος, προς την Ανατολή, στον Αδραμυτινό κόλπο, τις Κυδωνιές και τα Μικρασιατικά παράλια, την άλλοτε Λέσβια χώρα. Ένας οδυρμός πολυταξιδευτής που θαμπώνει μέχρι και την αίγλη του παλιού λατομείου απο το οποίο ταξίδευε άλλοτε το απολλώνιο μάρμαρο για την κατασκευή των περίφημων μνημείων της Ρώμης και της ξακουστής Περγάμου της Μυσίας. 

Τα φώτα της πόλης θολώνουν απ' την υγρασία και μοιάζουν ωχρά, διογκώνοντας έτσι την εγκιβωτισμένη μέσα μου πανδαμάτειρα θλίψη. Τα άστρα, απειράριθμες λαμπρές κουκκίδες στο θόλο του ουρανού, συνεχίζουν να με προσκαλούν σε ολονύχτια ρέμβη. Ξεφυλλίζω μια εφημερίδα και διαπράττω το σφάλμα να ρίξω μια φευγαλέα ματιά στο ωροσκόπιο μου. Ήταν πλέον ένα αστρολογικά επικυρωμένο γεγονός, διανύω περίοδο αξιοσημείωτης κατήφειας και κακοδαιμονίας. Μερικές ώρες αργότερα αν είχα γεννηθεί ίσως και να ήταν διαφορετικά τα πράγματα ετούτο του καλοκαίρι. Δυσοίωνα μοιάζουν τα σημάδια και για το νεαρό ζευγαράκι που διανυκτερεύει στο διπλανό μου δωμάτιο. Από χθες το απόγευμα καβγαδίζουν αδιάκοπα και οι φωνές τους, αργόσυρτες και διαπεραστικές, ταξιδεύουν μέχρι τα αυτιά μου νοτισμένες από θυμό και παράπονο. Η σύγκρουση τους μου φαίνεται ενδεικτική της γενικής μας κατάστασης. Στην εποχή μας, την έμφορτη από απληστία και ιδιοτέλεια, καταλήγουμε όλοι μας δέσμιοι στην αλυσίδα της μικροπρέπειας και του εγωισμού. Μερίσματα ενός συνόλου που δεν λογαριάζει τον εαυτό του ως σύνολο, ξένα σώματα μέσα σε έναν ετερόκλητο οργανισμό. Αποκομμένοι, πολλαπλασιαζόμαστε σαν καρκινικά κύτταρα καταλήγοντας να τρεφόμαστε από τις ίδιες τις σάρκες μας, προκαλώντας στο σώμα μας αφορμισμένες πληγές.

Ο κακοήθης όγκος που εμφανίζεται δεν αποτελεί ατυχής εκτροπή ή ασυνήθιστη ανωμαλία, είναι η φυσιολογική ανάπτυξη ενός οργανισμού που συμπεριφέρεται ολάκερος σαν χυδαίο καρκίνωμα. Κι ύστερα, απομονωμένοι και πάσχοντες επιζητάμε την ένωση με τους άλλους ανθρώπους. Αναζητάμε αποδράσεις, γυρεύουμε κάποια επουλωτική εμπειρία που θα μας χαρίσει έστω και πρόσκαιρα το ασυννέφιαστο μειδίαμα της εσωτερικής θαλπωρής και πληρότητας. Μια χιμαιρική αναζήτηση της ευδαιμονίας στην οποία αποδυόμαστε συντροφιά με τον απολεσθέντα εαυτό μας που σκορπά λίγο λίγο στα σκαλοπάτια του χρόνου και συνθλίβεται σταδιακά επάνω στων κακουχιών τον χάλκινο άκμονα. Κι εγώ, στέκω κατάμονος παρέα με μια ιδέα, την ιδέα να επιστρέψω στη θάλασσα και να ενδώσω σε τούτο το σφοδρό και παράφορο πάθος. Τώρα ίσως, που τα κύματα χτυπούν με μανία τα βράχια, επισείοντας την απειλή να ξεβράσουν στην ακτή συντρίμμια και πτώματα· καταστρέφοντας ολοκληρωτικά την αυριανή επίσκεψη των λουόμενων στην ειδυλλιακή παραλία.

Παραδομένος όπως είμαι στην ακινησία, μέσα στο θλιβερό μου δωμάτιο, παίρνω αιφνιδιαστικά την απόφαση να φύγω και κινούμαι συγκροτημένα, σαν έτοιμος από καιρό. Πακετάρω, σηκώνω τις αποσκευές μου και βγαίνω στο δρόμο. Περνώ δίπλα από ταβέρνες και καφενεία κι αναγκάζομαι να υποστώ τις συνομιλίες των καθήμενων και των περαστικών. Ένα κύμα δυσανασχέτησης εκπέμπεται από κάθε κατεύθυνση αλλά αυτό που φτάνει στα αυτιά μου ως θλιβερή επωδός είναι πως για όλα τα δεινά μας ευθύνονται οι ξένοι. Όχι αδιακρίτως φυσικά, καθώς οι τουρίστες είναι πάντα ευπρόσδεκτοι ενώ οι πρόσφυγες λογαριάζονται ως ανήκεστη συμφορά. Ο μετανάστης μετατράπηκε σε έννοια αφηρημένη, παρουσιάζεται ως ον δισυπόστατο που κατορθώνει να διατελεί σε διαφορετικές και αλληλοαναιρούμενες καταστάσεις. Θα μπορούσαμε να τον αποκαλέσουμε ξένο του Σρέντινγκερ, καθώς ενώ καταλαμβάνει κάθε διαθέσιμη θέση εργασίας, παράλληλα ζει παρασιτικά και καρπώνεται επιδόματα ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που προσφέρει. Την μετάδοση ασθενειών δηλαδή και την επίταση της εγκληματικότητας.

Κάπως έτσι, διφυής, αισθάνομαι τώρα κι εγώ, καθώς στέκομαι καταμεσής του δρόμου παρίας κι ολομόναχος· κι ενώ τα πάντα γύρω μου είναι φωτοπερίχυτα, τα νιώθω αλλότρια κι ανίσκιωτος μεταρσιώνομαι. Χωρίς να το καλοσκεφτώ, αλλάζω προορισμό και κινούμαι ταχύρρυθμα προς την ερημωμένη και γλαυκοθώρητη ακροθαλασσιά. Οι αποσκευές γλιστρούν από τα χέρια μου σαν βαρίδια αχρείαστα κι ότι με συνέδεε με τούτο το μέρος μοιάζει με ευτελές παραγέμισμα. Στρέφω στερνή φορά το βλέμμα προς την πολιτεία που απαρνήθηκα και έκπληκτος θωρώ με αγλαή αγαθότητα τους ανθρώπους, κινούμενους με αβρότητα, να συνομιλούν μεταξύ τους με ηδύτητα. Τα πρόσωπα τους φαίνονται όλα αδελφά μα κι όμως τόσο ανόμοια, αλλά απουσιάζει η πρότερη αχρειότητα που τα στιγμάτιζε, η πάντοτε εμπνέουσα την αποστροφή και την αποθάρρυνση. Μα εγώ δεν δελεάζομαι, επιμένω να κινούμε προς την γαλαζόπεπλη θάλασσα για να διαπεράσω το μεταξένιο μαγνάδι της επιφάνειας και να βυθιστώ στην κυανή και αχανή της ουσία. Διχασμένος ανάμεσα στην ελπίδα και την αποκαρτέρηση καθώς αυτή μέχρι και την έσχατη στιγμή, που βυθίζομαι μέσα της, με αποπλανεί και με αποδιώχνει συνάμα. Εξαπολύει επάνω μου ορμητικά αργυρόχαιτα κύματα για να με αναχαιτίσει, μα παράλληλα επιδεικνύει με έπαρση και τα στραφταλίζοντα νερά της, τα ποικιλμένα με του δειλινού τα πορφυρώδη κεντίδια.

Εξίσου δισυπόστατη με εμένα λοιπόν, φαντάζει στα μάτια μου και η ακατάλυτη θάλασσα. Την αισθάνομαι μοχθηρή σαν να μεταφέρει στις ακτές μας έναν ενάλιο αλαργινό εισβολέα και συνάμα σαν μητρικό σφιχταγκάλιασμα που ποθεί να μας σμίξει ευλογημένα στην άλμη της. Άλλοτε νιώθω πως πλησιάζει για να ακουμπήσει επάνω μας στοργικά το αλμυρό της αγέρι κι άλλοτε πως μας ζυγώνει για να αφανίσει τους κόπους μας· σηκώνοντας ένα κύμα υδάτινης λήθης που θα μας παρασύρει στον άχρονο, ανήλιαγο κι αφιλόξενο της βυθό. Μα ίσως ο μόνος λόγος που νιώθουμε τούτο τον οικείο μας κόσμο να αλλοιώνεται από τα μακρινά θαλάσσια ρεύματα να είναι επειδή αντιλαμβανόμαστε τα άγνωρα νερά ως μιαρά και κακόβουλα. Ίσως η αίσθηση της απειλής να οφείλεται απλώς και μόνο στο ότι κατακερματίσαμε σε ωκεανούς την αδιάλειπτη θάλασσα και αναζητήσαμε την καταγωγή στην άναρχη των ανέμων φορά. Καταλήξαμε έτσι να τρέμουμε τους γογγυσμούς από τα αναδυόμενα κύματα που ταξιδεύουν ακούραστα για να μας ενώσουν με του πελάγου τον αργυροκέντητο και καθαγιασμένο δεσμό. 

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

Διήγημα από τη Μαρία Καφέ

   ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΟΝ ΠΥΡΓΟ ΤΟΥ ΑΙΦΕΛ

 «Μην μας ξεχάσεις, ε», με σκούντησε η Έλλη περιπαικτικά. «Θέλω να λαβαίνω μια κάρτα κάθε τρεις μέρες» πρόσθεσε. 
«Μην την ακούς. Κοίτα να βρεις κανένα κούκλο Γάλλο και άσε μας εμάς. Και προσοχή. Μακριά από ξενέρωτους! Έχεις μια φυσική τάση προς την ξενερωσιά!» μπήκε σφήνα η Ολυμπία. Βάλαμε τα γέλια και οι τρεις.
«Αν χάσω το αεροπλάνο εσείς θα φταίτε!» είπα, βάζοντας τέλος στον δακρύβρεχτο αποχαιρετισμό.
Σε μια ώρα πετούσα για Παρίσι. Η βαλίτσα μου και ένα τιγκαρισμένο σακ βουαγιάζ είχαν ήδη πάρει το δρόμο για το αεροπλάνο.
«Θα μου λείψετε» γύρισα στους γονείς μου, που ήταν δίπλα μου για να με αποχαιρετήσουν.
Το θερινό τμήμα εξάσκησης της γλώσσας στη Γαλλία ήταν ιδέα της μητέρας μου. Δεν ξέρω αν μου το πρότεινε για να τελειοποιήσω τα Γαλλικά μου ή για να “ανοίξει το μάτι και το μυαλό μου” όπως συνήθιζε να λέει. Όπως και να ’χει πάντως, δύο μήνες στη Γαλλία με περίμενε σκληρή δουλειά. Όχι, δε θα πήγαινα ούτε για τουρισμό, ούτε για αναψυχή, ούτε φυσικά για να γνωρίσω τον Αλέν Ντελόν τζούνιορ και μαζί του τον έρωτα. Άλλωστε, δεν έχω χρόνο για τέτοια. Προέχει το μέλλον μου, οι στόχοι μου, οι σπουδές μου. Δεν είναι τυχαίο ότι, αντίθετα με τις περισσότερες συμμαθήτριες μου, δεν είχα ποτέ ως τότε σχέση με κάποιο αγόρι. Φλερτ πολλά, σχέση καμία. Δε θα χάνω το χρόνο μου με επιπολαιότητες. Άσε που τα περισσότερα αγόρια διαθέτουν στόκο, αντί για φαιά ουσία! Καλύτερα μόνη παρά… Ελπίζω να καταλαβαίνετε το σκεπτικό μου.

Στη φοιτητική εστία τα πάντα ήταν λουσμένα στο φως και μοσχοβολούσαν καθαριότητα. Στο πανεπιστήμιο έβλεπες μόνο νέους ανθρώπους. Νιώθω εκστασιασμένη. Από το δωμάτιο μου, βλέπω ένα μικρό δασάκι και η βιβλιοθήκη είναι ανοιχτή από τις 7 το πρωί ως τις 12 το βράδυ.
“Μακάρι να ήσασταν και εσείς εδώ. Το Σάββατο θα πάω στο Παρίσι” έγραψα στην 'Ελλη και την Ολυμπία την πρώτη μερα. Μου έλειπαν ήδη. Πώς θα άντεχα δυο μήνες χωρίς κολλητές; Τα παιδιά στην τάξη μου ήταν μια χαρά, αλλά δεν ήξερα αν θα έβρισκα τον τρόπο να επικοινωνήσω μαζί τους. Η Γιοσίκο για παράδειγμα ήταν από την Ιαπώνια, ο Φαθ από την Αίγυπτο, η Τζέσι από την Αγγλία και ο Πιέτρο από την κεντρική Ιταλία. Μας χώριζαν τόσα πολλά! Μας ένωνε η διάθεση να μάθουμε όσο το δυνατόν περισσότερα. Όχι ότι είχα και πολύ χρόνο να αφιερώσω σε συναναστροφές! Μετά το μάθημα, κάθε απόγευμα, πήγαινα στη βιβλιοθήκη μ’ ένα μπουκάλι νερό και χωνόμουνα σε βιβλία σπάνια, φωτογραφικα λευκώματα και τόμους εγκυκλοπαιδειών. Εκεί, μεταξύ εκδόσεων για το γαλλικό σινεμά και κόμιξ (ναι, εντόπισα και Αστερίξ σ’ ένα ράφι) γνώρισα τον Φίλιπ, φοιτητή του τμήματος συγκριτικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο.
«Δεσποινίς, σας έπεσε αυτό…» ήταν η πρώτη ατάκα που μου είπε, δείχνοντάς μου ένα μαύρο κουμπί. Κοιταξα αμήχανα τα κουμπιά του πουκαμίσου μου, για να δω από πού την είχε σκαπουλάρει. Δεν έλειπε κανένα.
«Δεν είναι δικό μου.» απάντησα βιαστικά και προχώρησα.
«Μερικές φορές πρέπει κανείς να μην εμπιστεύεται την κρίση της πρώτης ματιάς. Τα πράγματα αποκαλύπτονται μόνο μετά από εξονυχιστική εξέταση.» συνέχισε έκεινος να με ενοχλεί. Η επιμονή του με εξόργισε. Και τι σόι βαθυστόχαστη ανάλυση ήταν αυτή; Τόσο μπλα-μπλα για ενα κουμπί;
«Δεν ειναι δικό μου σας είπα.» Ύψωσα τον τόνο της φωνής μου, αναγκάζοντας κάποια κεφάλια να γυρίσουν προς το μέρος μας.
«Και αυτό εδώ τι είναι;» με ρώτησε δείχνοντάς μου τη μανσέτα του πουκαμίσου μου, απ’ όπου έλειπε το δεύτερο κουμπί.
Ζήτησα συγγνώμη, ανταλλάξαμε ονόματα και χαμογέλασα αμήχανα, παίρνοντας το κουμπί.
«Θα χρειαστεί κάτι παραπάνω από συγγνώμη… Κερνάω καφέ και κρουασάν στο Παρίσι» είπε.
«Θα το σκεφτώ» απάντησα και απομακρύνθηκα. Σιγά να μην ενέδιδα στο φλερτ του πρώτου τυχόντα Γάλλου. Την επόμενη μέρα πήγα στη βιβλιοθήκη και ζήτησα έναν αναλυτικό χάρτη του Παρισιού από τον βιβλιοθηκάριο. Ο Φίλιπ δεν εμφανίστηκε. Καλύτερα! Ούτε την επόμενη μέρα ήρθε. Την τρίτη τον είδα να κουνάει δυο εισιτήρια μπροστά στο πρόσωπό μου. Δυο σιδηροδρομικά εισιτήρια για Παρίσι με επιστροφή. Άφησε το ένα δίπλα στην τσάντα μου.
«Είναι δικό σου. Αν δεν έχεις κανονίσει τίποτα για Σάββατο πρωί, θα βρεθούμε στο βαγόνι του τρένου» είπε και εξαφανίστηκε. Τι εκκέντρικος τύπος! Τι παλιοεγωιστής! Μεγάλη ιδέα είχε για τον εαυτό του αν πίστευε ότι θα πήγαινα.

Το Σάββατο, ο Θέος ξημέρωσε την πιο φανταστική μέρα της ζωής μου. Έτρεξα αγχωμένη στον σταθμό του τρένου, συνάντησα τον Φίλιπ χαμογελαστό και αναχωρήσαμε για την πόλη του φωτός. Πώς ήξερε ότι θα πήγαινα; 
«Δεν το ήξερα, αλλά ήλπιζα. Δείχνεις καλή παρέα.» μου απάντησε και πιάσαμε μια συζήτηση για τις ζωές μας, τα όνειρά μα,ς τις ανησυχίες μας. Ο Φίλιπ ήταν μόλις 20, αλλά ήξερε πολύ καλά τι ήθελε από τη ζωή.
«Ποιότητα, επικοινωνία και γνώση.» Ήταν τόσο ώριμος! Είχε άπειρα ενδιαφέροντα και διψούσε να μάθει. Όπως ακριβώς κι εγώ. Για καλή μου τύχη μάλιστα, το Παρίσι ήταν η γενέτειρά του και το ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά.
«Λοιπόν, σε χρίζω επίσημο Ξεναγό μου» του είπα γελώντας, όσο περπατούσαμε στις όχθες του Σηκουάνα για να πάμε στα καραβάκια που έκαναν ξενάγηση για τους τουρίστες.
«ΟΚ. Τότε θα γνωρίσεις το δικό μου Παρίσι» είπε και αλλάξαμε κατεύθυνση.
Πρώτη στάση, η γέφυρα στην οποία σκοτώθηκε η Νταϊάνα.
«Γράψε κάτι» με προέτρεψε να αφήσω ένα σημείωμα στο μνημείο της, όπως έκαναν άνθρωποι απ’ όλον τον κόσμο. Το κάνα!
Δεύτερη στάση, στη Μονμάρτη για καφέ.
«Σκέψου ότι σε αυτή την καρέκλα έχουν καθίσει οι μεγαλύτεροι διανοούμενοι» μου είπε, δείχνοντάς μου την καρέκλα όπου καθόμουνα.
Το Παρίσι του Φίλιπ είχε λαμψη, μεγαλείο, έμπνευση.
«Κοίτα εκεί, κάτω στο βάθος.»
Στο ψηλότερο σημείο της Αψίδας του Θριάμβου. Ένιωσα την υψοφοβία μου να φουντώνει. Εκεί θα χαθεί ο ήλιος! Με άρπαξε από το μπράτσο και με τράβηξε.
«Πάμε.»
«Πού;» ρώτησα.
«Να δούμε το ηλιοβασίλεμα από το ψηλότερο σημείο του Παρισιού!»
«Ακόμα πιο ψηλά;» δυσανασχέτησα, κουρασμένη απο τα συνεχή πέρα δώθε της ημέρας. Ούτε που θυμάμαι πώς βρεθήκαμε στην κορυφή του Πύργου του Άιφελ, να χαζεύουμε όλο το Παρίσι ως εκεί που έφτανε το μάτι μας.
«Μπορείς να φανταστείς καλύτερο μέρος για πρώτο ραντεβού;» είπε και συνέχισε: «Όλα τα πρώην κορίτσια μου εδώ τα έφερα για το πρώτο μας φιλί.»
Ένιωσα τα μάγουλά μου να κοκκινίζουν απο θυμό και πείσμα. Για ποια με περνούσε! Ο υπεροπτικός
παλιογάλλος θα τα ’βρισκε σκούρα μαζί μου. Έφυγα τρέχοντας, ακούγοντάς τον πίσω μου να με φωνάζει να σταματήσω. Χρειάστηκε να σπρώξω κάμποσο κόσμο για να φτάσω στις σκάλες του σιδερένιου μεγαθήριου. Μετά, άρχισα να κατεβαίνω λαχανιασμένη δυο-δυο τα σκαλιά, βλέποντας το απόλυτο κενό κάτω από τα πόδια μου. Ο Φίλιπ με έφτασε πολύ σύντομα. Με σταμάτησε με μια απότομη κίνηση. Ήθελα να τον χαστουκίσω, αλλά κρατήθηκα.
«Με παρεξήγησες. Δεν εννοούσα ότι σε έφερα εδώ πάνω για να σε φιλήσω.»
Όσο προσπαθούσε να δικαιολογηθεί, τόσο επιβάρυνε την θέση του. Δηλαδή τι; Δεν του άρεσα καθόλου σαν κορίτσι; Ή μήπως δεν με θεωρούσε αρκετά όμορφη, ώστε να θέλει να με φιλήσει; Πέρασα τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του και πίεσα τα χείλη μου πάνω στα δικά του. Τραβήχτηκε. Ένιωσα απίστευτη ντροπή. Ευτυχώς όχι για πολύ! Ο Φίλιπ με αγκάλιασε σφιχτά, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε βελούδινα:
«Στον Άιφελ επιτρέπονται μόνο τα γαλλικά φιλιά.» Και μετά, με φίλησε.

Είμαι πια στην Έλλαδα. Αλλά με τον Φίλιπ δεν τελειώσαμε. Το ξέρω. Τη μέρα που έφευγα, μου χάρισε ένα ζευγάρι σκουλαρίκια της υπέροχης μητέρας του (η Ζεραλντίν είναι το φοβερότερο άτομο που έχω γνωρίσει ποτέ!), και μου είπε το μόνο που ήθελα να ακούσω. «Je t’ aime.»
Δεν συζητήσαμε ούτε πότε θα ξαναβρεθούμε, ούτε αν θα συνεχίσουμε. Στην Αθήνα, στο σπίτι μου, με περίμενε μια έκπληξη. Ο Φίλιπ είχε στείλει ήδη όλες τις φωτογραφίες που είχαμε βγάλει μαζί σ’ ένα μικρό δεματάκι. Και μια καρτούλα: “Ποιος είναι ο καλύτερος μήνας για διακοπές στην Αθήνα; Περιμένω απαντηση… Σ’ άγαπω.”
Η Ολυμπία και η Έλλη με βάζουν συνέχεια να τους αφηγούμαι φάσεις από τη Γαλλία. Λένε ότι είμαι πολύ τυχερή που έζησα έναν έρωτα στο εξωτερικό. Εγώ λέω ότι είμαι πολύ τυχερή που έζησα έναν έρωτα αληθινό.
Αν πιστεύω πια στον έρωτα; Αν μπορούσατε να δείτε την έκφρασή μου αυτήν την στιγμή, θα καταλαβαίνατε...


H Μαρία Καφέ ζει και εργάζεται στον Τύρναβο Λάρισας. Έχει γράψει παραμύθια και ποίηση. 
Βιβλία της συγγραφέως μπορείτε να βρείτε στο:   www.easywriter.gr kai   www.amazon.com στην αγγλικη και γαλλικη γλωσσα  και στο www.lulu.com στην αγγλικη και γαλλικη γλωσσα. Νέα κυκλοφορία η ποιητική συλλογή της Μαρίας Καφφέ σε ηλεκτρονική μορφή στο www.easywriter.gr.
Κυκλοφορούν επίσης βιβλία της ίδιας στην ελληνική γλώσσα σε ηλεκτρονική μορφή στο www.easywriter.gr
Το κορίτσι με τα άστρα
Η μάχη των ζώων,
Και ο λύκος <<έφαγε τον πρίγκηπα>>.



Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Στο χρώμα της τέφρας...Διήγημα του Νίκου Σουβατζή


"Ο Νίκος Σουβατζής γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1977. Διηγήματα και ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και στο διαδίκτυο"

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

                   Κείνη την «παραπανήσια αγάπη»
                                                                         Του Βασίλη Χαραλάμπους
                                      ____________
-  Αυτό το παιδί αλλιώτικο έγινε Στάθη.
-  Να φεύγει μόλις αρχινίσουν οι διαφημίσεις στα παιδικά προγράμματα;
-  Μα γιατί να φεύγει;
-  Είναι ν’ απορείς Δέσπω.
-  Μονάχα παιχνίδια διαφημίζουν, τίποτα άλλο.
-  Ακριβώς.
-  Δεν καταλαβαίνω.
-  Να, που μονάχα παιχνίδια διαφημίζουν.
-  Δεν σε καταλαβαίνω Στάθη.
-  Περίεργο μου φαίνεται Δέσπω, για τούτο συλλογιέμαι…
-  Δηλαδή;
-  Μήπως η ευαίσθητη ψυχή του άλλα συλλογίστηκε;
-  Τι;
-  Να, ξέρω;   Λες αιτία νά’ναι τα φτωχοπαίδια  που τόσες φορές αναρωτήθηκε γιατί να διαφημίζουν τόσα παιχνίδια;  «Δεν λυπούνται τα φτωχοπαίδια έλεγε και ξανάλεγε».
-  Λες;  Δεν αποκλείεται.
 Μπήκε ο γυιός τους ο Πετράκης εκείνη την ώρα κι αλλάξαν κουβέντα.  Ο γυιός τους ο Πετράκης, είναι παιδί αλλιώτικο και μ’ ευαίσθητη καρδιά.  Τό’χε καημό να μπορούσε να μοιραστεί έστω και λίγα παιχνίδια με τα φτωχοπαίδια της γειτονιάς.   Έλα όμως που η μάνα του η κυρά Δέσπω, πού’μαθε «παραπανήσια» να τον αγαπά, μετρούσε κι αναμετρούσε τα πάμπολλα παιχνίδια στην κασέλα του Πετράκη, μήπως τούτος ο «θησαυρός», όχι της κυρά Δέσπως, μα της γειτονιάς ο «θησαυρός», δώσει κανένα ακριβό παιχνίδι, στα τόσα της γειτονιάς φτωχοπαίδια.  Κι αυτό το «παραπανήσια» την αγάπη πού’παμε για την κυρά Δέσπω, μην κανείς θαρρήσει την περίσσια αγάπη, μα την παραπανήσια της καρδιάς τη φτώχια, που αιτία γίνηκε, μητριά να γενεί για της γειτονιάς τα φτωχοπαίδια.  Κι ο Πετράκης τούτο το καλοήξερε, κάθε που κρυφοκοιτάζοντας έβλεπε λυπημένος τη μητέρα του ν’ αναμετρά τα πάμπολλα του παιχνίδια.  Σιγά σιγά με τούτες τις διαφημίσεις διόλου τηλεόραση δεν έβλεπε.

«Αχ αυτό το παιδί, τι να κάνεις μ’αυτό το παιδί».  Κι η κυρά Δέσπω, μέρες τώρα έβλεπε τον Πετράκη να στρογγυλοκάθεται και ν’ ακούει ιστορίες από τον παππού τον Μέμνωνα.  Αχόρταγα άκουε και παραύστερα αδιάκοπα ρωτούσε.  «Τι να λέει τόσες ώρες με τον παππού τον Μέμνωνα;» αναρωτιόταν κι η κυρά Δέσπω.  Σε καμιά δυο βδομάδες, ο Πετράκης αναζητούσε στην αποθήκη του παππού διάφορα, ξύλα, καρφάκια κουτάκια μικρά και πώματα από αναψυκτικά.

-         Μα τι μαστορεύεις εκεί Πετράκη;
-         Κάτι φτιάχνω μαμά.

Κι όταν τέλειωνε το διάβασμα αρχινούσε τα μαστορέματα.  «Μα καλά δεν θα τελειώσει τίποτα αυτό το παιδί;» αναρωτιόταν η κυρά Δέσπω.  Που νά’ξερε όμως η κυρα Δέσπω, ότι ο Πετράκης έφτιαχνε διάφορα παιχνίδια από ξύλο, σβούρες, αυτοκινητάκια, εκσκαφείς, φορτηγάκια  και τά’κρυβε στου παππού τη μικρή αποθήκη.  «Αυτό το παιδί ολοένα μαστορεύει και τίποτα δεν φτιάχνει»  έλεγε και ξανάλεγε η κυρά Δέσπω. 

Όπου νά’ναι, έρχονται Χριστούγεννα σε δυο μέρες κι η κυρά Δέσπω με τη αγάπη την «παραπανήσια», τα καλύτερα παιχνίδια θέλει ν’ αγοράσει στον κανακάρη της.  Κι ανήμερα των Χριστουγέννων ο Πετράκης, βρήκε σιμά στο κρεββάτι του σαν ξύπνησε παιχνίδια διάφορα.  Από ευγένεια τ’ άνοιξε, σαν βγήκε από την εκκλησία κι ύστερα χώθηκε στη αποθήκη του παππού.

-         Πετράκη μην αργήσεις, θα φάμε σε λίγο, ακούστηκε η φωνή της κυρά Δέσπως.
 Τ’ απόγευμα επιτέλους έμαθε η κυρά Δέσπω κι ο Στάθης, τι μαστόρευε ο κανακάρης τους, σαν είδαν τον γυιό τους να παίζει με της γειτονιάς τα φτωχοπαίδια με τα τόσα ξύλινα παιχνίδια, τα μαστορέματά του.  Για τα μικρότερα παιδιά που μαζεύτηκαν στου παππού τον αυλόγυρο είχε φτιάξει  αλογάκια και βόδια με μικρές κολοκύθες.  «Αχ αυτό το παιδί» αναστέναξε η κυρά Δέσπω με την «παραπανήσια» αγάπη, κρυφοκοιτάζοντας από το μισάνοιχτο παράθυρο.  Ναι σίγουρα η κυρά Δέσπω, ξέχασε να κεράσει τα φτωχοπαίδια, από τα τόσα σοκολατάκια πού’χε στη μεγάλη πιατέλλα στο σαλόνι, δεν ξέχασε όμως να μοιράσει τα πάμπολλα παιχνίδια του Πετράκη στης γειτονιάς τα φτωχοπαίδια.  Και γίνηκε κείνο των Χριστουγέννων τ’ αποδείλινο, στόρημα αλλιώτικο για την αγάπη την περίσσια πού’ναι της καρδιάς η αρχοντιά.
 άγγελος,ζώο,μωρό,φόντο,αγόρι,κινούμενα σχέδια,παιδί,χριστούγεννα,βασίλης,ψυχρού,κομήτης,χαριτωμένο,δεκεμβρίου,στοιχεία,έντεκα

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Το δεύτερο γράμμα διήγημα του Βασίλη Χαραλάμπους

Το δεύτερο γράμμα
                                                                                                                                                            
                                                                                                ____________
 Είχε μια φωνή ο Κωστής άλλο πράγμα.  Και κάθε που ο κυρ-Γιάννης ο δάσκαλος, τον έβαζε να τραγουδήσει, νάσου οι ψυθιρισμοί και τα πονηρά γελάκια.  Ο Κωστής όμως, σαν νάταν τενόρος σε καμιά από κείνες τις μεγάλες αίθουσες, μ΄όλη του τη δύναμη γιόμιζε με παραφωνίες την τάξη.  Και σαν να μην έφτανε κι  αυτό ήταν κι  οι χειρονομίες σωρό, σαν τροχονόμου σε  πολυσύχναστη πλατεία .  Όσο προχωρούσε το τραγούδημα, περίσσεια η δύναμη της φωνής του.  Αδιαφορούσε για το τι λέγαν οι ζωηρότεροι της τάξης.  Φθάνει που ο δάσκαλός του ο κυρ-Γιάννης συνέχιζε να παρακολουθεί  μ΄ εκείνη την περίεργη σοβαρότητά του.
     
Κι΄ όλα τούτα ίσαμε ν΄ αρχινίσουν οι ζωηρότεροι τα αλλιώτικα πειράγματα με τον Αλέξανδρο επικεφαλής.

-Κωστή, πιο δυνατά να σ΄ ακούσει κι ο πατέρας σου στην Αφρική.  Πιο δυνατά Κωστή.
     
Τότε με μιας ο Κωστής σταματούσε, άφηνε το λεπτό του κορμάκι και καθόταν γρήγορα απότομα στο θρανίο κι έμενε αμίλητος μέχρι το τέλος.  Μάταια ο κυρ-Γιάννης ο δάσκαλος προσπαθούσε να τον κάνει ν΄ αρχινίσει πάλι.  Ήταν τούτος ο μακρινός καημός του πολύ μεγάλος για το μοναχοπαίδι του Αναστάση του ξενιτεμένου.  Χρόνια τώρα μισεμού ο Αναστάσης κι΄ είχε δεί τον μοναχογυιό του τον Κωστή μονάχα δύο φορές.  Πικρή του μισεμού η απλωσιά για τούτο το παιδί μ΄ εκείνο τον μακρινό καημό.  Έτσι είναι της ξενιτιάς η πίκρα.  Κι ο καημός σε τούτο το σκαλιαρούδι, θαρρείς ποτέ δεν θα συρθεί στην άκρη της λησμονιάς.  Την ξέρει ο Αναστάσης τούτη την πίκρα, μα πιο πολύ ο Κωστής που σαν έρθει το Καλοκαίρι κάνει διακοπές στον αυλόγυρο του σπιτιού του παππού του  στο παραδίπλα σπίτι με τα τόσα λούλουδα που σημαδεύουν το διάβα της Άνοιξης.
     
Κι άκου πράγμα που σκαρφίστηκαν τις προάλες κείνα τα σκολιαρούδια.  Γράψανε ολάκερο γράμμα του κόλλησαν και γραμματόσημα και το ρίξανε στο σπίτι του Κωστή.  Η μάνα του αγράμματη γυναίκα που να καταλάβει .  Ο Κωστής μια στην αυλή του σπιτιού του και μια στον αυλόγυρο του παππού του χοροπηδώντας.

-Θαρθεί ο μπαμπάς.  Θαρθεί ο μπαμπάς.
     
Που να καταλάβει όμως ο καημένος ότι το γράμμα το γράψανε οι προκομμένοι οι συμμαθητάδες του.  Χαρά κι΄ η κυρά- Λένα η μάνα του.  Ολάκερη μέρα ο Κωστής έτρεχε στον αυλόγυρο.  Τούτη η χαρά όμως δεν κράτησε για πολύ γιατί ο Γιαννάκης  ο πιο μικρόσωμος της παρέας ,παιδί ευαίσθητο και μυαλωμένο, το ομολόγησε κρυφά στον Κωστή.  Κείνη τη μέρα λυπήθηκε πολύ ο Κωστής.  Ξέρει πως έχει για μοιράδι τούτο τον μακρινό καημό.  Μήτε να φάει ήθελε μήτε να πιεί.  Είχε όμως μια κρυφή χαρά ότι τουλάχιστον του στάθηκε φίλος ο Γιαννάκης και του είπε την αλήθεια.
     
Την άλλη μέρα ο Κωστής ξεχάστηκε να παίζει μ΄ εκείνα τα ζωηρά παιδιά στο διάλειμμα.  Αναμνήσεις μπαλωμένες με τ΄ ανέμελα παιχνίδια στον αυλόγυρο του σχολείου.  Εκείνη η ανεξικακία του Κωστή άλλο πράγμα.  Δεν πέρασαν λίγες μέρες και νάσου άλλο γράμμα πρωί – πρωί.

-Τούτα τα παιδιά το παράκαναν μονολόγησε η κυρά –Λένα.
    
 Μάταια προσπαθούσε ο Κωστής να τον αφήσει η μάνα του να διαβάσει το γράμμα.

-Δώσε μου το και υπόσχομαι ότι δεν θα στενοχωρηθώ.
-Δεν πειράζει ,Κωστή μου.  Είδες τι πάθαμε τις προάλλες.
-Τούτη τη φορά θα είναι αλλιώς τα πράγματα, παρακαλούσε ο Κωστής.
     
Μια έτσι, μια αλλιώς, τα κατάφερε ο Κωστής και του΄ δωσε το γράμμα η μάνα του.  Στην αρχή ψυθιριστά και κατόπιν μεγαλοφώνως.
-  ...αποφάσισα να επιστρέψω για πάντα.
     
Εδώ το σταμάτησε απότομα η μάνα του.

-Είδες το ίδιο γράμμα σχεδόν.
-Το ξέρω μάνα .Τώρα μάθαμε το μάθημά μας.
    Και συνέχισε μεγαλοφώνως ο Κωστής.

-…στις δεκατέσσερις του μηνός.
     
Σ΄ αυτό το σημείο ο Κωστής έριξε μια γρήγορη ματιά στο γράμμα, το δίπλωσε προσεκτικά και το΄ βαλε στην τσέπη του.
-  Άντε τώρα να πας στη αλάνα, να παίξεις κι΄ εσύ λίγο με τ΄ άλλα παιδιά .

Ο Κωστής στην αρχή περπάτησε ίσαμε την πόρτα λίγο σκεφτικός κι΄ ύστερα έφυγε τρέχοντας.  Τούτο όμως το γράμμα φαίνεται πως το μισοπίστεψε γι΄ αυτό το΄ χε συνέχεια στην τσέπη του και δεν το αποχωριζόταν ποτέ του.  Κάθε λίγο και λιγάκι το κρυφοκοίταζε κι΄ ύστερα το ξανάβαζε στη θέση του.  Μάλιστα μετρούσε και τις μέρες π΄απόμειναν.  Το τραγουδάκι πούφτιαξε και το τραγουδούσε μ΄ εκείνη τη φάλτσα φωνή του έλεγε πολλά.
                                  "Θυμήθηκα στην ξενιτιά
                                    του χωριού μου την ιτιά
                                    σίγουρα θαρθώ μια μέρα
                                    κι αυτή θάναι η Δευτέρα
                                    στις δεκατέσσερις του μήνα
                                     καραβάκι μου καλό ξεκίνα "
     
Τ΄ άκουγε κι΄ κυρά –Λένα και μάτωνε η καρδιά της.  Κι  είναι να διαπορείς με της κυρά –Λένας την παντοχή μα και την άλλη σιωπή που ζωγραφεί τούτος ο καημός της.  Πλαστογραφεί θαρρείς την Άνοιξη για τον χειμώνα πού΄ ρχεται με μόνο θυμητάρι κείνο το ταξιδομάντηλο π΄ ανέμιζε κατ΄αντίκρυ στον πονέντε, στο μουράγιο με τις βαρκαδιές γιομάτες καημό.

Δεν άργησαν όμως να ρθούνε κι΄ οι δεκατέσσερις του μήνα.  Το φαγητό περισσό σήμερα.  Λες να το είχε ετοιμάσει γιατί ίσως λίγο να πίστεψε από τούτο το γράμμα;  Το σίγουρο είναι πως δεν έδειχνε και πολύ αδιάφορη.  Κατά βάθος γνώριζε πως θα ματάρθει από της ξενιτιάς τα στενορύμια.  Κάθε τόσο κοίταζε από το παράθυρο, όμως η αυλόπορτα εξακολουθούσε νά΄ ναι ερμητικά κλειστή.

-  Ημέρα τούτη γαληνεμό δεν έχει. Το νύχτωμα θα μας  βρεί και πάλι με τούτη την παντοχή, μονολόγησε η κυρά-Λένα.

Σαν άρχισε όμως παραύστερα να σουρουπώνει , σουρούπωσαν κι΄ οι καρδιές στο φτωχικό της κυρά-Λένας.  Έπαψε κι ο Κωστής το τραγούδημά του.
     
Κι΄όμως κτυπά κάποιος επίμονα την πόρτα στη σιγαλιά της νύκτας. Ο Κωστής κι η κυρά –Λένα  αλληλοκοιτάκτηκαν .

–  Άσε Κωστή μου θα ανοίξω εγώ, είπε σχεδόν ψιθυριστά η κυρά –Λένα και σηκώθηκε ν΄ ανοίξει την πόρτα.
     
Ποιος ήταν, τι έγινε ,το μαρτυρούσε του Κωστή το τραγούδημα όλο το βράδυ.  Κι  οι ιστορίες σωρό από τον πατέρα που ήρθε από την ξενιτιά.  Το γράμμα όμως εκείνο δε το πέταξε ποτέ.  Κι ο Κωστής συνέχισε κείνο το πρωτυτερινό τραγούδημά του πού΄γινε αντιπροίκι της επιστροφής. "Θυμήθηκα στην ξενιτιά…"

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Διήγημα από τη Γκάλαβου Εύη

" Φόνος εκ πρώτης.

Ο Ίαν σηκώθηκε από την καρέκλα του θυμωμένος. Τον προκάλεσε ο Τσακ! Αυτό που του είπε για την γυναίκα του ήταν ψέμα!
Και βέβαια ήξερε που βρισκόταν εκείνη την στιγμή η γυναίκα του, μόλις πριν δυο λεπτά την είχε καλέσει στο κινητό της και του διαβεβαίωσε πως ήταν σπίτι.

Ο Τσακ μόλις είδε τον Ιαν να σηκώνεται απ την θέση του με άγριες διαθέσεις σηκώθηκε και αυτός έτοιμος να αμυνθεί σε περίπτωση που ο Ιαν του επιτίθονταν.
Τα αίματα είχαν ανάψει, οι ματιές που αντάλλαζαν και η  στάση που είχαν τα σώματά τους προμήνυε φασαρία με τους δύο άντρες έτοιμους για μάχη.

- Εγώ ξέρω που είναι η γυναίκα μου... είπε ξανά ο Τσακ προκαλώντας ακόμα περισσότερο τον Ιαν και συνέχισε λέγοντας... νομίζεις θα σε φοβηθώ επειδή εισαι αστυνομικός;

Σηκώθηκε τότε από την θέση της και μπήκε ανάμεσα τους η Λίζα.

- Ίαν... είπε... κοίταξε με στα μάτια... Κοίταξε με στα μάτια! επανέλαβε προστακτικά.

Ο Ίαν την κοίταζε τώρα στα μάτια.

- Πες την φράση σου Ίαν... "Αυτά συμβαίνουν" πες την!
- Αυτά συμβαίνουν... είπε ο Ίαν χαμηλόφωνα χωρίς να την πιστεύει.
- Ξανά πες την! τον διέταξε η Λίζα.
- Αυτά συμβαίνουν! είπε με πυγμή τώρα ο Ίαν.
- Ωραία... είπε η Λίζα και επέστρεψε ξανά στη θέση της...και αμέσως ρώτησε... Τί αισθάνθηκε ο Ίαν;
- Θυμό.... απάντησαν όλοι.

Μέχρι να ηρεμήσουν και να επανέλθει η τάξη στην αίθουσα ο Ϊαν με μια κίνηση έβγαλε το περίστροφο από την θήκη, σημάδεψε τον Τσακ και τον πυροβόλησε.

Σηκώθηκαν με μια κίνηση όλοι όρθιοι και χειροκρότησαν. Επιτέλους ο Ίαν είχε καταφέρει να βγάλει τον θυμό του προς τα έξω, όπως πρόσταζε το σενάριο.

Ο Τσακ ζητώντας το χέρι του Ίαν για να τον βοηθήσει να σηκωθεί από το πάτωμα του είπε,
- Αυτό ακριβώς θέλω να βγάλεις στην σκηνή μεθαύριο. Μπράβο Ίαν!
- Σε ευχαριστώ σκηνοθέτα μου, είπε ο Ίαν και χαμογέλασε.."

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Διήγημα του Βασίλη Χαραλάμπους

Tου Βασίλη Χαραλάμπους
                                                                                             ____________________
Εφέτος έχουν μαζευτεί και τανάπαλιν στον ελιόμυλο του χωριού ν΄ αλέσουν τις ελιές.  Οι παρεξηγήσεις δεν έλειψαν ούτε και φέτος.

-          Δεν βλέπεις Γιώργη ότι είναι η σειρά μου τώρα;
-          Άκου να σου πω Παναγή, ψες που βρήκα τον Σάββα το λαδάρη στο καφενείο μου είπε να περάσω στις πέντε για ν΄ αλέσω.
-          Μα δεν βλέπεις ότι κρατάμε ο καθένας τη σειρά του;

Ο κυρ Σάββας ο ιδιοκτήτης του ελιόμυλου, ένας γεροντάκος , ογδόντα περίπου χρονών, ο λαδάρης του χωριού, αφήνει τη δουλειά του και παρεμβαίνει στη φιλονικία. Ο Γιώργης φαινόταν αρκετά θυμωμένος, μάλιστα στην συζήτηση επάνω είχε σπρώξει τον Παναγή.

-          Σταματείστε επιτέλους.  Κάθε χρόνο τα ίδια. Ετούτες οι προστριβές ποτέ δεν μας λείπουν.
-          Για πες μας κυρ Σάββα.  Δεν τα είπαμε ψες στο καφενείο;
-          Ναι τα είπαμε..  Όμως  εδώ στο μύλο είναι δύσκολο να κρατήσει κανείς τη σειρά του.  Εδώ όποιος έρθει πρώτος θ΄ αλέσει.
-          Τώρα τ΄ αλλάζεις κυρ Σάββα.  Θα με αφήσεις ν΄ αλέσω τις ελιές ή θα φύγω.
-          Φύγε Γιώργη.  Μας απειλείς κιόλας;

Μάταια προσπάθησε ο κυρ Σάββας να  μεταπείσει τον Γιώργη να μείνει.  Βιαστικά φόρτωσε τα σακιά με τις ελιές στο ζώο κι΄ έφυγε.  Όταν κατόπιν επέστρεψε στο σπιτικό του η γυναίκα του έμεινε έκπληκτη.

-          Τι έγινε Γιώργη;  Άλεσες κιόλας;
-          Άφησε με γυναίκα και μου φαίνεται ότι εφέτος δεν θα φάμε λάδι.

Κάθισε να ξαποστάσει και διηγήθηκε στη γυναίκα του, την Ελπίδα τι έγινε.  Η κυρά Ελπίδα σαν άκουσε τι έγινε  κατακόκκινη από τη στενοχώρια της.

-          Γιώργη, ξέρεις τι έκανες;
-          Ναι ξέρω, πως δεν ξέρω.
-          Γιώργη θυμάσαι πέρυσι τι πάθαμε με τις ελιές, που τις μισές τις έφαγε ο δάκος και δεν είχαμε καλή σοδειά;
-          Ευτυχώς εφέτος είχαμε καλοχρονιά.  Όμως το λάδι που βγάλαμε πέρυσι είχε αρκέσει για όλο το χρόνο.
-          Δόξα σοι ο Θεός.  Όμως δεν ρώτησες πως συνέβηκε τούτο.
-          Αν θυμάμαι καλά, μου είπες πως μας δώσανε κι΄ από το μύλο λάδι όταν πήγες ν΄ αλέσεις τις ελιές.
-          Μα πως δεν ρώτησες.  Μας έδωσαν Γιώργη δυο ντατμιζάνες κι΄ από το μύλο λάδι όταν πήγα ν΄ αλέσω τις ελιές
-          Καλά τούτο το θυμάμαι.  Όμως τι σημασία έχει;
-          Πως έγινε τούτο δεν ρώτησες.  Τις ντατμιζάνες με το λάδι μας τις έδωσε ο Παναγής για νάχουν λάδι τα παιδιά μας με τη συμφωνία να μη πω τίποτε.
-          Τι έγινε; 
-          Αυτό που άκουσες Γιώργη.
-          Ο…ο… Πανα…γής;
-          Ναι ο Παναγής.
-          Παναγία μου, τι έκανα στον άνθρωπο.  Φαίνεται θα μείνω κλειστός στο σπίτι μια βδομάδα από τη ντροπή μου.
-          Δεν χρειάζεται Γιώργη.  Σήκω επάνω να πάεις στον μύλο.
-          Δεν μπορώ να κάνω τέτοιο πράγμα.
-          Γιώργη, τώρα θα δείξεις την ανθρωπιά σου.  Να πάεις και να ζητήσεις συγνώμη.

Ο Γιώργης έμεινε για λίγο σκεφτικός πηγαίνοντας αμήχανα πάνω κάτω κι΄ ύστερα φόρωσε και πάλι τι γαϊδούρι και κίνησε για το ελιόμυλο του Σάββα. Ώσπου να πάει μονολογούσε από τη σύγχυσή του.  Για μια στιγμή μεσοστρατίς κοντοστάθηκε για λίγο, κάτι μονολόγησε και κίνησε πάλι για τον ελιόμυλο.

Σαν έφτασε τελικά στον ελιόμυλο , φορτώθηκε στον ώμο τα σακιά με τις ελιές μπήκε σιωπηλός έχοντας σκυφτό το κεφάλι.  Ο κυρ Σάββας έδειχνε ανήσυχος σαν είδε το Γιώργη να κατευθύνεται προς τον Παναγή.  Σε τούτο το συναπάντημα έγινε σιωπή στον μύλο κι΄ έμεινε αμίλητος να κοιτάζει τον Παναγή.   Κάτι μουρμούρισε κι΄ έδωσαν τα χέρια και κάθισαν στο πίσω μέρος του ελιόμυλου.  Ανάσανε κι΄ ο κυρ Σάββας ο λαδάρης σαν τους είδε , κι΄ έφερε ρακί να πιούν.  Όσο για τις ελιές, έμειναν τελευταίοι απ΄ όλους ν΄ αλέσουν ώσπου έκλεισε κι΄ ο ελιόμυλος κι΄ αλέστηκε με τις ελιές κι΄ η παρεξήγηση.