Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

ΚΡΙΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, Ο ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΗΣ, ΑΡΤΕΜΙΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

«Η προσωπική μας Οδύσσεια είναι η συμφιλίωση με τον εαυτό μας»

Γράφει η Άρτεμις Παπανδρέου //

 

 

 

 

Χρύσα Μαστροδήμου «Ο βιβλιοπώλης», Εκδόσεις Βακχικόν 2024,

 

Ο Βιβλιοπώλης της Χρύσας Μαστοροδήμου είναι ένα κοινωνικό μυθιστόρημα της σύγχρονης εποχής, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις, εκείνες της οικογένειας, της φιλίας και των ερωτικών συντρόφων δημιουργούν μια αλληλουχία καταστάσεων και συναισθημάτων όπου προβληματίζουν.

Ένας άντρας μοναχικός, τρυφερός, καλλιεργημένος, σημαδεμένος για πάντα από την εξαιρετικά δύσκολη σχέση του με τον αλκοολικό πατέρα του, είναι ο ήρωας του βιβλίου. Ο βιβλιοπώλης Άγγελος. Ένας ξαφνικός, βίαιος θάνατος σηματοδοτεί την απαρχή ενός έρωτα με την πολλά χρόνια μικρότερή του Γιώτα. Εκείνη είναι η άνοιξη στον χειμώνα της ζωής του. Είναι η ελπίδα και το μέλλον του. Έως ότου τη συναντήσει πονούσε από τον χωρισμό και το οδυνηρό για κείνον διαζύγιο. Κοντά της νιώθει πως η ζωή τού χαρίζεται ξανά. Εξαργυρώνει όλα του τα συναισθήματα για κείνη με την αγάπη. Μαζί της νιώθει ξαναγεννημένος. Ζωντανός. Έχει στόχο. Έχει σκοπό. Έχει εκείνη. Έχει την ευτυχία.

Είναι όμως ο έρωτας ευτυχία; Είναι ευλογία ή καταδίκη;

Πώς είναι ν’ αγαπά κάποιος απόλυτα; Ολοκληρωτικά. Είναι η αγάπη, αλήθεια, ένα πνιγηρό συναίσθημα;

Συρματόπλεγμα η δική του αγάπη. Την πνίγει, την πονά. Δεν αντέχει. Το παιχνίδι του έρωτα δεν μαθαίνεται ποτέ, γράφει η Χρύσα Μαστοροδήμου.

Κι όταν έρθει η στιγμή του χωρισμού; Πόσο δύσκολο είναι να το διαχειριστεί κάποιος με τόσο βάρος στην ψυχή; Πώς να συνηθίσει το σκοτάδι, ενώ έχει γευτεί το φως; Πώς να διαχειριστεί την τόση μοναξιά του χωρισμού; Πώς να επιτρέψει στη μνήμη να φωτογραφίσει τα μάτια της;

Ήταν ξαφνική η απόφασή της να τον εγκαταλείψει. Ήταν απότομη αυτή η αλλαγή στη ζωή του και η διαχείρισή τής απουσίας της μέγγενη που του έσφιγγε την ψυχή. Μια βαλίτσα, μια μικρή κόκκινη βαλίτσα έσυρε μαζί της στο κατώφλι του για να του πάρει όσα η ζωή νόμιζε πως του είχε υποσχεθεί με την παρουσία της κοντά του.

Μια γυναίκα φεύγει κι ένα ερωτηματικό απλώνεται στο κείμενο για τον προορισμό της.

Η πλοκή που ξεδιπλώνεται στο κείμενο ζωγραφίζει εικόνες. Όμως, στα χρώματα που καλύπτουν τον καμβά της ιστορίας υπερισχύει το γκρίζο και το μαύρο, χρώματα που ξεχύνονταν από την ψυχολογία του ήρωα και μουτζουρώνουν το κάδρο. Μέσα στην απλωμένη σκοτεινιά ο Άγγελος παλεύει με τον ίδιο του τον εαυτό να διανύσει τα χιλιόμετρα της και να βγει ξανά στο φως. Μόνος.

Αναζητά εκείνη. Στην καθημερινότητά του. Στις άδειες του στιγμές. Στην πόλη τη νύχτα. Στα κρύα του σεντόνια. Στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Απέλπιδες προσπάθειες. Μόνο οι μνήμες μοιάζουν να τη φέρνουν κοντά του. Να ζει ξανά μαζί της στιγμές. Να τη νιώθει σαν αεράκι που του χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά. Πονάει. Αβάσταχτη η μοναξιά.

Στήριγμα στην ερημιά του ήρωα ο φίλος του Γιώργος και η αδερφή του Μαρία. Σχέσεις που έχουν γερά θεμέλια από το παρελθόν. Αλλά και το ποτό. Κι αυτό αποτελεί μια διαφυγή του Άγγελου από την πραγματικότητα που τον καταβαραθρώνει. Παράλληλα μέσα στο κείμενο, σαν νήματα που έχουν αφετηρία τον ίδιο και την προηγούμενη ζωή του, ξεδιπλώνονται οι ζωές κοντινών του προσώπων, φίλων και αγαπημένων, δημιουργώντας ένα γαϊτανάκι σχέσεων, συναισθημάτων και προβληματισμών, θίγοντας θέματα και καταστάσεις της ζωής και των διαπροσωπικών σχέσεων και μέσω αυτών ο αναγνώστης κατορθώνει να συνθέσει στον νου την προσωπικότητα του Άγγελου. Τον πονά και τον σημαδεύει για πάντα η εγκατάλειψη του πατέρα του και ο θάνατος της μητέρας του. Μιας μάνας που υπέφερε από τη βάναυση συμπεριφορά του συζύγου και πατέρα των παιδιών της, που εγκαταλείφθηκε στο τέλος από κείνον μόνη, να αναθρέψει δυο παιδιά, ώσπου έσβησε από το μαράζι της.

Η αίσθηση της απουσίας της αγαπημένη του Γιώτας ξεθωριάζει μόνο για λίγες στιγμές έρωτα με εφήμερες σχέσεις. Μικρές ανάσες πριν χαθεί και πάλι στη δίνη του φευγιού της. Μοιάζει αδύνατον να τιθασεύσει τον πόνο της φυγής της.

Τελικά, η αντιμετώπιση του ίδιου μας του εαυτού μοιάζει το δυσκολότερο όλων, γράφει η συγγραφέας.

Η ροή που βιβλίου εξελίσσεται με εναλλαγές της πραγματικής στιγμής και του παρελθόντος και όλη η ιστορία κορυφώνεται στο τελευταίο κεφάλαιο με ένα εντελώς ανατρεπτικό φινάλε. Μια στιγμή είναι ικανή να ακυρώσει τα πάντα. Μια μόνη στιγμή…

Κάθε κεφάλαιο αρχίζει με στίχους γνωστών ποιητών ή αποφθέγματα Μεγάλων Ανθρώπων, όπως του Καβάφη, του Ρίτσου, του Δροσίνη, του Σεφέρη, του Ελύτη, της ίδιας της δημιουργού, του Σαίξπηρ, του Έντγκαρ Άλαν Πόε, του Νίτσε κ.λ.π έτσι ώστε να προϊδεάσει στον αναγνώστη για το περιεχόμενο του κεφαλαίου που ακολουθεί. Μια απέραντη θλίψη και μια απόγνωση κινούνται σε παράλληλους δρόμους μέσα στο κείμενο. Η παλέτα του νου έχει μόνο γκρίζο χρώμα.

Θέματα οικογενειακής βίας θίγονται μέσα στο κείμενο, όπως και αλκοολισμού από κακοποιητή πατέρα. Σχέσεις γονιών – παιδιών οι οποίες καθορίζουν την πορεία της ζωής των δευτέρων. Από τη σελίδα 68 ένα μικρό απόσπασμα: «Ένιωθε ότι είχε καταδικαστεί να είναι για πάντα αυτό το παιδί που ξυπνάει φοβισμένο και τρομαγμένο μέσα στη νύχτα από το γοερό κλάμα της μάνας του. Τον είχε κάνει να πιστεύει ότι δεν άξιζε να αγαπηθεί και γι’ αυτό γαντζωνόταν απελπισμένα σε κάθε σχέση του μέχρι που έπνιγε τον άλλον με αυτή του ανάγκη για αγάπη και αποδοχή.»

Η συγγραφέας μέσα στις σελίδες του βιβλίου πραγματεύεται ανάμεσα σε άλλα την μετάνοια του κακοποιητή γονιού και τη διαχείριση της συγχώρεσης από την πλευρά του κακοποιημένου ατόμου. Ενός παιδιού που από μικρό κουβαλά τις πληγές του οι οποίες τελικά του καθορίζουν ολάκερη τη ζωή του.

Η συγγνώμη, η μετάνοια, η συγχώρεση είναι τα μετάλλια που θα κερδίσει ο άνθρωπος, ως νοήμων όν, προκειμένου να κατορθώσει να πατήσει στο βάθρο της γαλήνης και της ψυχικής ηρεμίας της πορείας της ζωής του.

Ίσως φανεί κοινότυπο αλλά η αγάπη και η συγχώρεση έχουν τόση μεγάλη δύναμη που δημιουργούν εντός του ατόμου το αίσθημα της ευτυχίας και της ηρεμίας. Το αίσθημα της ολοκλήρωσης.

Δύσκολο πράγμα η διαχείριση καταστάσεων και ανθρωπίνων σχέσεων. Δύσκολο να αγαπά κάποιος, δυσκολότερο να συγχωρεί.

Το βιβλίο της Χρύσας Μαστοροδήμου είναι ένα δυνατό ψυχογράφημα, γεμάτο φιλοσοφημένες σκέψεις. Είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται με απόλυτη ησυχία, ώστε ο αναγνώστης να γίνει κοινωνός των μηνυμάτων και των προβληματισμών που εγείρονται από το κείμενο.

Με ένα πλούσιο λεξιλόγιο που τέρπει τον αναγνώστη, με γραφή μεστή, γλαφυρή, διανθισμένη με στοιχεία της ελληνικής μυθολογίας, της λαϊκής μας παράδοσης, με διαλόγους απόλυτα ρεαλιστικούς, τα μάτια του αναγνώστη ρουφούν το κείμενο, ενώ πάντα ένα ερωτηματικό χρήζει απάντησης. Τι πραγματικά έχει συμβεί με την ηρωίδα του βιβλίου;

Πρόκειται για ένα πόνημα που ίσως έχει ανάγκη και ειδικής ψυχολογικής ερμηνείας.

Σαν κατακλείδα θα κλείσω με τη φράση του κειμένου: Η προσωπική μας Οδύσσεια είναι η συμφιλίωση με τον εαυτό μας.

 

 

 

*Η Άρτεμις Παπανδρέου είναι συγγραφέας, Πρόεδρος Ελληνικής Μέριμνας Βόλου, μέλος του Κέντρου Βιβλίου Μαγνησιωτών Συγγραφέων (ΚΕ.ΒΙ.ΜΑ.ΣΥ), της Ένωσης Λογοτεχνών Συγγραφέων Λάρισας (Ε.ΛΟ.ΣΥ.Λ) καθώς επίσης και του Συλλόγου Λόγου – Τέχνης – Μουσικής «Λίνος» ενώ έχει παρουσιάσει ως εισηγήτρια αρκετούς συγγραφείς και συμμετέχει με κείμενα της σε συλλογικές εκδόσεις και περιοδικά. Έργα της: «Τοπία Θολών Οριζόντων», εκδόσεις Μ. Σιδέρη, 2024. «Δάφνες, προδοσία και λευκή κλωστή», εκδόσεις Μ. Σιδέρη, 2022, «Ίσκιοι στο φως», εκδόσεις Μ. Σιδέρη, Ιούνιος 2020, «Ένα χαμόγελο στον ουρανό», εκδόσεις Μ. Σιδέρη, 2018. Εργάζεται σε τεχνική εταιρεία και ζει στο Βόλο.

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2025

Ο Βιβλιοπώλης, Χρύσα Μαστoροδήμου, Εκδόσεις Βακχικόν, Λευκή Σαραντινού

Ευχαριστώ Λευκή Σαραντινού για το κριτικό σημείωμα για το νέο μου μυθιστόρημα.

(αναδημοσίευση από literature.gr)

*

Ως ένα ψυχογράφημα, ως ένα μικρό μυθιστορηματικό φιλοσοφικό δοκίμιο μπορεί να χαρακτηριστεί το δεύτερο συγγραφικό πόνημα της Χρύσας Μαστοροδήμου με τίτλο «Ο βιβλιοπώλης».

Η συγγραφέας κατάγεται και ζει στη Λάρισα όντας εκπαιδευτικός με σπουδές που αφορούν τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και την Ειδική Αγωγή. Η Χρύσα Μαστοροδήμου γράφει μεν από τα εφηβικά της χρόνια και έχει διακριθεί για τα ποιήματά της με βραβεία και επαίνους ουκ ολίγες φορές, αλλά εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Τα τεμάχια» μόλις το 2021. Είχαν προηγηθεί οι ποιητικές συλλογές «Διερμηνείς, ποιητικές επιλογές» και «Κλειδιά στο τραπέζι» το 2009 και το 2018 αντίστοιχα.

Η αλήθεια είναι πως το πρώτο μυθιστόρημα της Μαστοροδήμου είναι αρκετά διαφορετικό από το δεύτερό της και αυτό αποδεικνύει την συγγραφική της ικανότητα. Το πρώτο της μυθιστόρημα ήταν ένα μυθιστόρημα για τη μετανάστευση και την ξενιτιά. Αφορούσε τη μετανάστευση των Ελλήνων στη Γερμανία τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 και ήταν ένα μυθιστόρημα με γρήγορη πλοκή και έντονο σασπένς.

Το δεύτερο μυθιστορηματικού τύπου πόνημα της συγγραφέως προσιδιάζει περισσότερο σε φιλοσοφικό δοκίμιο παρά σε μυθιστόρημα. Αφορά τον τρόπο διαχείρισης μιας ερωτικής απογοήτευσης ενός βιβλιοπώλη, του Άγγελου. Ο Άγγελος είναι ένας καθ’ όλα συνηθισμένος άνθρωπος που ζει μια εντελώς συμβατική και συνηθισμένη ζωή. Όλα αυτά μέχρι που γνωρίζει μια μικρότερή του κοπέλα, τη Γιώτα, την οποία και θα ερωτευτεί σφόδρα. Όταν όμως εκείνη θα αποφασίσει τελικά να τον εγκαταλείψει, εκείνος θα βυθιστεί στη μελαγχολία αφού προβεί σε μία ανασκόπηση της μέχρι τώρα ζωής και των σχέσεών του έως τότε. Η Γιώτα, η πρώτη αγάπη του η Άννα, η Κλαίρη, η Λουκία και άλλες πολλές γυναίκες, όλες, θα διαπιστώσει ο ίδιος, άφησαν το στίγμα τους στην ψυχή του. Καμία, όμως, δεν ήταν σαν τη Γιώτα, εκείνη που αποδείχθηκε η μεγαλύτερη αγάπη της ζωής του που χάθηκε, όμως, ανεπιστρεπτί…

Πώς βιώνει καθένας από εμάς την εγκατάλειψη και την απώλεια του έρωτα; Πώς καταφέρνει κάποιος να διαχειριστεί κάτι τόσο επώδυνο για τον ψυχισμό του; Και τι γίνεται με τις αναμνήσεις που μας κατακλύζουν όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο; Πώς συμβιβάζουμε τη λογική με το συναίσθημα;

Το βιβλίο της Μαστοροδήμου παρέχει αρκετή τροφή για ενδοσκόπηση στους αναγνώστες του και θα τους επιφυλάξει ένα αναπάντεχο φινάλε για το τέλος της θλιβερής αυτής για τον Άγγελο ερωτικής ιστορίας. Πρόκειται, επομένως, για ένα πόνημα το οποίο απευθύνεται σε αναγνώστες που αποτελούν «ανήσυχα πνεύματα», τουλάχιστον από αναγνωστικής απόψεως.

«Πόση απελπισία και κακία καταφέρνει να κουβαλάει το ανθρώπινο πλάσμα μέσα του για μια τόσο εφήμερη ζωή; σκέφτηκε. Πρέπει να είναι το μοναδικό είδος που τα καταφέρνει τόσο καλά. Να αυτοκαταστρέφεται, να διαλύει ό,τι αξίζει και ό,τι πρέπει να αγαπά. Να αρέσκεται στην αυτολύπηση και να χαίρεται με πράγματα χωρίς αξία, ενώ τα αληθινά είναι πάντα μπροστά του. Πόσο αξιολύπητος είναι ο άνθρωπος πραγματικά! Πόσο αξιολύπητοι είμαστε!»

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2025

Ο βιβλιοπώλης, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Βακχικόν, Μαστοροδήμου Χρύσα

ΚΡΙΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ, ΜΠΙΡΣΙΑΝΗ ΓΙΩΡΓΟΥ (ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΌ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ fractal





Ερχόμαστε από μία σκοτεινή άβυσσο και καταλήγουμε σε μία σκοτεινή άβυσσο.

Το μεταξύ τους φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή”.

 

Τα παραπάνω λόγια του Ν. Καζαντζάκη μου έρχονται στο νου τελειώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου της Χρύσας Μαστοροδήμου “Ο Βιβλιοπώλης”. Στο βιβλίο κυριαρχούν δύο κομβικής σημασίας γεγονότα. Το ένα λίγο μετά την αρχή και το δεύτερο λίγο πριν το τέλος. Μεταξύ των δύο αυτών σημείων εκτυλίσσεται η ιστορία. Μία ιστορία ερωτική που περιγράφει τη ζωή, τις ανησυχίες, τις ψυχολογικές διακυμάνσεις του ήρωα της.

Η συγγραφέας αφηγείται τη ζωή ή για την ακρίβεια τα σημαντικότερα επεισόδια της ζωής ενός επιτυχημένου επαγγελματικά βιβλιοπώλη έχοντας επιλέξει να πραγματευτεί σημαντικά ζητήματα όπως ο έρωτας, η διάκριση μεταξύ καλού και κακού και η επίπτωση της ροής του χρόνου στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Μία έντονα ερωτική αλλά και υπαρξιακή ιστορία ξετυλίγεται ανάμεσα στα δύο κομβικά γεγονότα που προανέφερα τα οποία ξαφνιάζουν με την γλαφυρή περιγραφή της Χρύσας Μαστοροδήμου. Η αφήγηση μετασχηματίζεται σε ζωντανή εικόνα δημιουργώντας στο αναγνώστη έντονα συναισθήματα.

Αντίθετα τα γεγονότα που διαδραματίζονται μεταξύ αυτών των σημείων παρουσιάζονται επενδυμένα με ένα ομιχλώδες πέπλο μυστηρίου ή μία ασαφή εικόνα σαν και αυτή που έχουν για την πραγματικότητα οι δεσμώτες στην αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα.

Σε όλη αυτή τη διαδρομή είναι διάσπαρτα μικρότερα συμβάντα τα οποία συνθέτουν το ψυχογράφημα του ήρωα αλλά και οδηγούν, χωρίς να την αποκαλύπτουν, στην κατάληξη της ιστορίας. Κάποια από τα σημεία αυτά ο αναγνώστης αδυνατεί να τα εντοπίσει προσδίδοντας τους την πρέπουσα σημασία για την πλοκή και την εξέλιξη της ιστορίας παρά μόνο όταν φτάσει στο δεύτερο και τελευταίο ξάφνιασμα της ιστορίας. Τότε, χωρίς να το θέλει, η σκέψη του κάνει χωροχρονικό άλματα διατρέχοντας την ιστορία αντίστροφα και προσδίδοντας στα ενδιάμεσα γεγονότα την σημασία που τους αναλογεί.

Τι είναι ο χρόνος; Μπορεί να γυρίσει προς τα πίσω; H ροή του είναι γραμμική ή κυκλική;

Στην ιστορία του “Βιβλιοπώλη” ο χρόνος μοιάζει με ένα τεντωμένο σκοινί. Στην αρχή και το τέλος του κυριαρχούν δύο μεγάλοι κόμποι που αντιστοιχούν στα κύρια συμβάντα. Ενδιάμεσα βρίσκονται άλλοι μικρότεροι κι άλλοι μεγαλύτεροι κόμποι που αντιστοιχούν στα γεγονότα που ο αναγνώστης, κάποια εντοπίζει με ευκολία κι άλλα καλείται να ανακαλέσει στη μνήμη του αφού φτάσει στο τελικό συμβάν, γυρίζοντας ουσιαστικά το χρόνο προς τα πίσω αδυνατώντας όμως να αλλάξει την τραγική μοίρα του ήρωα αλλά και των προσώπων που τον συνοδεύουν.

Όταν ήμουν μικρός ήθελα, όταν μεγαλώσω, να γίνω βιβλιοπώλης. Με βάση αυτή την ανάμνηση και παιδική επιθυμία κι έχοντας διαβάσει κι άλλες ιστορίες με θέμα τα βιβλία, τις βιβλιοθήκες ή τα βιβλιοπωλεία περίμενα κάτι τελείως διαφορετικό βλέποντας μόνο τον τίτλο του βιβλίου. Καθώς όμως αρχίζει και προχωράει η ανάγνωση του “Βιβλιοπώλη” ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι πρόκειται για μία εντελώς πρωτότυπη ιστορία με ισχυρή αφηγηματική δύναμη και έντονες συναισθηματικές εναλλαγές.

 Το προτείνω ανεπιφύλακτα!




Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2022

Αριστέα Τσάντζου: Για τα «Κλειδιά στο τραπέζι» της Χρύσας Μαστοροδήμου

Δημοσίευση Ιανουάριος 2022: https://thraca.gr/


Η αποτίμηση μιας ζωής είναι ενίοτε οδυνηρή διαδικασία και επιφέρει θλίψη. Πράγματα που δεν κάναμε, πράγματα που έπρεπε να κάνουμε διαφορετικά. H Χρύσα Μαστοροδήμου, με τη δεύτερη ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις Οδός Πανός, «Κλειδιά στο τραπέζι», διαπραγματεύεται με κοινωνιολογική και φιλοσοφική διάθεση το «αμετάκλητο» παρελθόν («Ο χρόνος», σελ.24) αλλά και  το μέλλον του παρελθόντος που δεν είναι άλλο από το παρόν της γραφής, σε μια προσπάθεια να περιγράψει μια «ανώνυμη αρρώστια» («Άρρωστοι», σελ.26), που πλήττει τον σύγχρονο άνθρωπο.

Τα ποιήματα της συλλογής δομούνται με μια βασική αλληγορία, γύρω από τη διαλεκτική της κίνησης και της ακινησίας του χρόνου, της κίνησης και της ακινησίας της ύπαρξης. Πάνω στο «τραπέζι» που συμβολίζει αφενός το πραγματικό, τόσο το σύμπαν ως τόπο αλλά και ως χρόνο που μας περιβάλλει και αφετέρου την «τετράγωνη λογική» ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό του ανθρώπου, στέκουν τα «κλειδιά» της ύπαρξης μας, «κλειδιά σκουριασμένα», «πεταμένα αδιάφορα»:

έτσι μεγαλώσαμε
[…]
αντικρίζοντας τα βρόχινα όνειρά μας
κλειδιά σκουριασμένα
σε άδειο τραπέζι
πεταμένα αδιάφορα.
(«Κλειδιά στο τραπέζι», σελ.7)

Η ποιήτρια, αναλογιζόμενη τα «βουβά τοπία χρόνων παιδικών» της ζωής της, αλλά και των «φίλων»  που «εδώ και χρόνια βουβάθηκαν» («Φορτίο», σελ.44), θα μιλήσει για «σκουριασμένες» υπάρξεις, που εξελίχθηκαν «αδιάφορα», δίχως έγνοια, «πεταμένες» δίχως κατεύθυνση ή προσανατολισμό, με διάθεση να ξεδιπλώσει έναν κοινωνικό προβληματισμό γύρω από το παρόν του σύγχρονου ανθρώπου: ένα «άδειο τραπέζι», η μοναξιά, η απουσία, η απώλεια, η αδιαφορία.

Αμείλικτα αδιάφορος εντούτοις όλων, μοιάζει να είναι ο χρόνος με τον οποίο τα γεγονότα ή οι στιγμές, είναι συνυφασμένα. Η ποιήτρια θα φιλοσοφήσει τις ιδιότητες και τις εκφράσεις του χρόνου έτσι όπως εκδηλώνονται στην ίδια και θα αποδεχτεί την τελεσίδικη φύση του: «πίσω δεν γυρίζει»:

Ο χρόνος
αμετάκλητος
αμετάπειστος
[…]
με αλλάζει
[…]
με προσδιορίζει
πίσω όμως δε γυρίζει
(«Ο χρόνος», σελ.42)

Παρά την ψευδαίσθηση ροής και συνέχειας που δημιουργεί, ο χρόνος είναι «κλέφτης ενδιάμεσων σταθμών», («Αυταπάτη», σελ.28). Ο χρόνος μοιάζει να ψιθυρίζει η ποιήτρια δεν είναι συνεχής, συμπαγής, μες την ημερολογιακή του γραμμικότητά, αλλά διακοπτόμενος και διακεκομμένος. Γεμάτος κενά ανυπαρξίας, κενά ασυναισθησίας, απογοητεύσεις που ωστόσο γεμίζουν τις ρωγμές του χρόνου και συντελούν στην δημιουργία μιας στιβαρής βάσης, πάνω στην οποία εγγράφεται ή καταγράφεται ο «ανεξίτηλος χρόνος» («Ανεξίτηλο», σελ.23, ). «Ό,τι γράφει, δεν ξεγράφει», λέει στον επόμενο στίχο. Κι ό,τι γράφεται, είναι παρόν, αφού ανακαλείται με την μνήμη, την ανάμνηση ή με το ίδιο το ποίημα:

κλειδιά στο τραπέζι
η παρουσία σου˙
τώρα
κλειδιά στο τραπέζι
η απουσία σου
(«Απουσία», σελ.15)

Τα «κλειδιά» της Μαστοροδήμου είναι ποιήματα που ξεκλειδώνουν παρουσίες, κλειδώνουν απουσίες. Είναι η επιθυμία της ποιήτριας να «κλειδώσει» τον χρόνο που την «κοροϊδεύει», που την «προσπερνάει», και «νούμερα στην πλάτη [της] κεντάει διαρκώς» («Περί χρόνου», σελ.40). Τα «κλειδιά», είναι «οι μέρες μας», «η ζωή μας», «σελίδες λευκές» στις οποίες εγγράφεται ανεξίτηλα το σημαντικότερο ποίημα:  η ίδια μας η ύπαρξη.

κι άλλοτε
κλειδώνει σε άυλες φυλακές
Έτσι είναι οι ζωές μας
σελίδες λευκές που γεμίζουνε γοργά
(«Λευκές σελίδες», σελ.25)

Τα «Κλειδιά στο τραπέζι» είναι η συλλογή με τα ποιήματα, η επιθυμία του όντος να αφήσει ένα κομμάτι από την ύπαρξη στο μεγάλο «τραπέζι» του άπειρου χρόνου που μας περιβάλλει. Σε μια αναμέτρηση από την οποία το ποιητικό «εγώ», το υπαρξιακό ον, τρέπεται από υποκείμενο σε αντικείμενο («εμένα/με):

Ο χρόνος […]
με αλλάζει
με πείθει
με ορίζει
με περιορίζει
με προσανατολίζει
με γοητεύει
με μαγεύει
με προσδιορίζει

Και μαζί η οδυνηρή διαπίστωση πώς ο πολύτιμος χρόνος δεν μας ανήκει:

αόρατα μάτια
πυρπολούν τις κινήσεις μου
σαν να μου έκλεψαν το χρόνο
κι ούτε μια στιγμή δεν μου ανήκει πια
…ούτε μια στιγμή
(«ΑΔΥΝΑΜΙΑ», σελ 13)

Κι όμως, η ποιήτρια δεν έχει ψευδαισθήσεις για το μέλλον. Ο πραγματικός χρόνος, εκείνος που έχει αξία, είναι ένας «κλασματικός χρόνος», δυστυχώς δυσανάλογος:

Για αυτό δε θέλω να αναρωτιέμαι
πόσος κλασματικός χρόνος μου απέμεινε.
Τόσος λίγος χρόνος
για τόσα πολλά λάθη.
(«Δημόσια αναμονή», σελ.9)

Η Χρύσα Μαστοροδήμου δεν θα φοβηθεί την χρήση επιθέτων ή επιρρημάτων, αλλά θα γίνουν το κατεξοχήν εργαλείο που ξεκλειδώνει την ποιητική μεταφορά και την εκφορά της συγκίνησης στους στίχους της. Η απλή, σχεδόν διάφανη γραφή υιοθετεί αποφθεγματικό χαρακτήρα που στοχεύει να κατευθύνει τον αναγνώστη, να υποδείξει το «νόημα» του ποιήματος, να «κλειδώσει» το ποίημα, όπως ακριβώς «κλειδώνει» η πραγματικότητα :

Με φράσεις κλισέ κλειδώθηκες
παντοτινά σε ένα μικρό χρυσό γοβάκι
(«Σταχτοπούτα», σελ.37)

Αποφθέγματα, βεβαιώσεις, οδυνηρές διαπιστώσεις, η ποιήτρια «σβήν[ει] το τσιγάρο [της]/ στο πρόσωπο του χρόνου/ να τον εκδικηθ[εί]» («Αυταπάτη», σελ.28), αφού καθώς σβήνει φωτιές γράφει ποιήματα, εξοστρακίζει το παρελθόν, ξαναγράφει το μέλλον με το μολυβένιο της όπλο. Το μέλλον, μοιάζει να ψιθυρίζει η Χρύσα Μαστοροδήμου, είναι επιλογή μας:

Έτσι είναι οι ζωές μας
σελίδες λευκές που γεμίζουνε γοργά
και το μολύβι εμείς κρατάμε
τη μοίρα των επιλογών μας
αμετάκλητα κουβαλάμε.
(«Λευκές σελίδες», σελ.25)

 

Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Μια κριτική για το βιβλίο ΤΑ ΤΕΜΑΧΙΑ, της Χριστίνας Σανούδου, tvxs

Χρύσα Μαστοροδήμου, «Τα Τεμάχια» (tvxs.gr)

Kόρη προσφυγοπούλας από τη Σμύρνη, η Κατερίνα φέρει κι εκείνη το τραύμα της μετανάστευσης, αφού αναγκάστηκε να εγκαταλείψει για χρόνια τον τόπο και το παιδί της ώστε να δουλέψει ως εργάτρια στη Γερμανία. Έχοντας επιβιώσει από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν, τολμά να πιστέψει πως η επιστροφή της στο ορεινό χωριό της και λίγο αργότερα η μετεγκατάσταση της οικογένειας της στη Θεσσαλονίκη σηματοδοτούν την έναρξη μιας νέας, καλύτερης εποχής. Μιας εποχής χωρίς μεγάλες στερήσεις και, το σημαντικότερο, χωρίς ξεριζωμούς.

Όμως η ζωή θα την απογοητεύσει για άλλη μια φορά, αφού μετά την περίοδο της οικονομικής κρίσης του 2008 οι δυο γιοι της αποφασίζουν ο ένας μετά τον άλλο να αφήσουν πίσω την Ελλάδα των πελατειακών σχέσεων και των αποκαρδιωτικών εργασιακών συνθηκών για να εγκατασταθούν στην Δυτική Ευρώπη.

Στο συγκινητικό, εξαιρετικά καλογραμμένο και δυστυχώς διαχρονικά επίκαιρο πρώτο μυθιστόρημα της με τίτλο «Τα Τεμάχια» (εκδ. Βακχικόν), η Χρύσα Μαστοροδήμου ανατρέχει σε ολόκληρη την σύγχρονη ελληνική ιστορία για να μας υπενθυμίσει μια αλήθεια που τείνουμε να ξεχνάμε: Ότι η ελληνική ταυτότητα είναι συνυφασμένη με τη μετανάστευση, μολονότι, όπως το θέτει με πόνο ψυχής η αφηγήτρια, ο κάθε άνθρωπος θα έπρεπε «να μένει στην πατρίδα του, όποια κι αν είναι αυτή».

Το μεγαλύτερο πλήγμα για την Κατερίνα, που έχει πια περάσει τα 80, δεν είναι ο αποχωρισμός από τα πολυαγαπημένα της εγγόνια, αλλά η διάψευση όλων των προσδοκιών της και η απώλεια της πίστης της στο μέλλον. Ανίκανη να διαγράψει από τη μνήμη της την εμπειρία της Γερμανίας, όπου ήταν απλώς ένα «τεμάχιο»- όπως αποκαλούνταν οι μετανάστες εργάτες που κατέφταναν μαζικά στην χώρα τα χρόνια μετά την υπογραφή της ελληνογερμανικής σύμβασης, το 1961-, δυσκολεύεται να συμβιβαστεί με τη σκέψη πως τα παιδιά της βιώνουν μια ελαφρώς βελτιωμένη εκδοχή της δικής της ταλαιπωρίας.

Οι αναπολήσεις της ηλικιωμένης γυναίκας μας δίνουν την ευκαιρία να αναλογιστούμε πόσο διαφορετική είναι η ελληνική πραγματικότητα από την περίοδο της νιότης της Κατερίνας, όταν η γυναίκα ανήκε στη δικαιοδοσία των ανδρών και ο έρωτας ήταν πολυτέλεια, όπως το τρεχούμενο ή το ηλεκτρικό ρεύμα.

Ταυτόχρονα, είναι αδύνατον να μην μοιραστούμε τον προβληματισμό της αφηγήτριας, η οποία αναρωτιέται πως, μετά από τόσες θυσίες, κακουχίες και υποσχέσεις, τόσοι μορφωμένοι νέοι Έλληνες εξαναγκάζονται να ψάξουν στο εξωτερικό για θέσεις εργασίας, που ανταποκρίνονται στα προσόντα τους.

 Συγγραφέας, ποιήτρια και εκπαιδευτικός στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση με μεταπτυχιακές σπουδές στην ειδική αγωγή, την γλώσσα και τη λογοτεχνία, η Χρύσα Μαστοροδήμου απέσπασε το Α’ Βραβείο Ποίησης της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών 2008 για το ποίημα της «Διερμηνείες», ενώ το 2018 μια πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματος «Τα Τεμάχια» έλαβε επίσης έπαινο από την ΠΕΛ. Όπως η ηρωίδα του βιβλίου της- αν και μερικές δεκαετίες αργότερα-, γεννήθηκε σε ένα ορεινό χωριό της Θεσσαλίας, την Κρανέα Ελασσόνας, από μετανάστες γονείς, και μεγάλωσε στη Λάρισα. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, διηγήματα, άρθρα και βιβλιοκριτικές σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά, έχει συμμετάσχει σε ομαδικές συλλογές ποίησης και διηγημάτων, είναι αρχισυντάκτρια του περιοδικού Λεξωτεχνίες, που εκδίδεται από το Πολιτιστικό Κέντρο Εκπαιδευτικών Λάρισας, ενώ διατηρεί το μπλογκ Λογοτεχνικές

Αναφορές (logotexnikesanafores.blogspot.com). 

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

Μια κριτική για τα "Τεμάχια" της Χρύσας Μαστοροδήμου, Μάγδα Παπαδημητρίου

Γράφει η Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

«Όσο ο άνθρωπος βάζει το «εγώ» πάνω από το εμείς, όσο οι άνθρωποι αποτελούν απλά πιόνια σε μια οικονομική σκακιέρα ισχυρών η ιστορία θα επαναλαμβάνεται και τα προβλήματα των ανθρώπων θα διαιωνίζονται»

Όσο διάβαζα το νέο βιβλίο της Χρύσας Μαστοροδήμου άκουγα τον δίσκο του Γιάννη Μαρκόπουλου «Μετανάστες». Ξανά και ξανά και όχι τυχαία. Κάθε σπίτι έχει ένα ξεριζωμένο, ή από την Μικρασιατική καταστροφή, ή από την εποχή της δεκαετίας του ’60 ή τώρα, την εποχή των μνημονίων. Η συγγραφέας ως παιδί μεταναστών έδωσε αριστοτεχνικά όλα αυτά τα συναισθήματα στους ήρωες της. Το βιβλίο θα συγκινήσει τον κάθε αναγνώστη. Είναι μια ιστορία γεμάτη από μνήμες. Όπως όμορφα γράφει: «Οι μνήμες ήταν κι αυτές πουλιά που πετούσαν από πάνω της κοροϊδεύοντας και τη γύρισαν πίσω, πολύ πίσω, στο μακρινό παρελθόν των παιδικών και εφηβικών της χρόνων ….»

Με γλώσσα απλή αλλά έντονα συναισθηματική, μ’ ένα λόγο που ρέει, με εικόνες της ελληνικής επαρχίας που οι περισσότεροι προλάβαμε και ζήσαμε, η συγγραφέας σκιαγραφεί την ηρωίδα της την Κατερίνα, τόσο ζωντανή και συμπαθητική. Σαν να την έχουμε δίπλα μας, ν’ ακούμε την ανάσα της και να μας διηγείται τη ζωή της οικογένειας της σαν παραμύθι. Μόνο που δεν είναι παραμύθι αλλά η τραγική αναδρομή μέσα από τα ιστορικά γεγονότα που έζησε η ίδια και ο λαός μας σ’ ένα μικρό χωριό της επαρχίας πριν τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Μέσα από τις τριακόσιες περίπου σελίδες του βιβλίου, ξεδιπλώνονται παραστατικά όλα αυτά που έζησε. Τότε που ο φόβος απλωνόταν πάνω από τα χωριά. Τότε που η γυναίκα έμενε αμόρφωτη αφού τότε τα κορίτσια δεν χρειάζονταν το σχολείο. Τότε που τα κορίτσια δεν διάλεγαν τους άντρες που θα πάρουν αφού αυτά τα κανόνιζαν οι πατεράδες. Αλλά ούτε και τα αγόρια μπορούσαν να παρακούσουν αφού οι γονείς τα επέβαλλαν να παντρευτούν γυναίκες που έχουν περιουσία. Τότε που ο έρωτας δεν ήταν για τους φτωχούς. Έτσι και η Κατερίνα πήρε υποχρεωτικά τον Μανώλη. Η φτώχεια τους οδήγησε στη ξενιτιά για να δουλέψουν στις φάμπρικες. Πρώτα έφυγε ο Μανώλης που δεν άντεχε να είναι κτηνοτρόφος αλλά ήθελε να ξεφύγει. Ακολούθησε η Κατερίνα που άφησε χωρίς να θέλει το μωρό της στη μάνα της. «Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω έχω ένα χρόνο να τα δω και λιώνω. Μου γράφει η γιαγιά τους πως ρωτάνε τα τρένα που 'ναι στο σταθμό που πάνε» έγραψε ο Γιώργος Σκούρτης

Πόσο δυνατοί είναι αυτοί στίχοι και πόσο κοντά μ’ έφεραν σε κάθε μάνα που βίωσε αυτό το δράμα του χωρισμού. Το ίδιο ένιωσα όταν επέστρεψε η Κατερίνα από τη Γερμανία. Που ο  Μίλτος της δεν τη γνώριζε. Πληρώνεται όλο αυτό το μαρτύριο με όλα τα λεφτά του κόσμου; 

 Ξεριζωμένη και η μάνα της η Μάγδα από τη Σμύρνη. Οι μνήμες της έγιναν δάκρυα. Από νοικοκυραίοι έγιναν τουρκόσποροι, παρείσακτοι βαρίδια. Δεν τους ήθελε τότε κανείς ντόπιος. Τους είδαν σαν άρπαγες των λιγοστών εργασιών που υπήρχαν τότε. Των μεροκάματων που ελαχιστοποιήθηκαν επειδή ήρθαν φτηνά εργατικά χέρια. Έτσι τους είδαν και οι Γερμανοί το 60 τους ταλαιπωρημένους Έλληνες. Που νόμιζαν μάταια ότι θα γίνουν όλοι τους από βάτραχοι θα γίνουν πρίγκιπες.. Οι πολιτικοί υπέγραψαν την Ελληνογερμανική σύμβαση και άδειασαν την Ελληνική περιφέρεια. Υπέγραψαν να διαγραφεί το χρέος της Γερμανίας και να στείλουν φτηνά εργατικά χέρια για να την ορθοποδήσουν. «Να δουλεύουμε γι αυτούς που βασάνισαν τόσο κόσμο και σκότωσαν τόσους ανθρώπους μας». Στις συγκλονιστικές της περιγραφές δάκρυσα. Πώς να μην εξοργιστείς όταν η συγγραφέας περιγράφει τις εξονυχιστικές εξετάσεις που οι Γερμανοί τους υποχρέωναν πριν τους στείλουν στα εργοστάσια τους. Μου θύμισαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. «Ένας αριθμός τρένου ήταν η ζωή της, οι ζωές τους, οι μέρες , οι νύκτες, τα δάκρυα, οι αναπνοές τους. Αριθμός εισιτηρίου, αριθμός τρένου, αριθμός κάρτας, αριθμός «τεμαχίου». Και ήρθε η μετανάστευση των νέων σύγχρονων «τεμαχίων», που ξεκίνησε από το 2010 και μετά. Τότε που παχιές αγελάδες σταμάτησαν να δίνουν γάλα, που το χρηματιστήριο έδειξε τα δόντια του, που ο υπερκαταναλωτισμός και οι Ολυμπιακοί αγώνες άφησαν τα απόνερα τους. Που άρχισαν οι αυτοκτονίες και η Κατερίνα εξοργιζόταν στο άκουσμα τους. Οι δυο γιοι τους, επιστήμονες μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους έγιναν τα νέα «τεμάχια». Η κάθε Κατερίνα, η κάθε μάνα που έζησε μετανάστρια, που δούλεψε σκληρά για τους Γερμανούς, όλοι οι Έλληνες γονείς αγωνίστηκαν και σπούδασαν τα παιδιά τους για να προοδεύσουν στη χώρα τους. Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο ένιωσα την κραυγή της συγγραφέως μέσα από την ηρωίδα της. Σαν να μας χτυπά το καμπανάκι και να μας λέει μέχρι εδώ. Μέχρι πότε θ’ αφήνουμε τη χώρα μας ερειπωμένη για να φτιάχνουμε παντοδύναμες όλες τις άλλες χώρες;. Δεν κουράστηκε η Ελλάδα να διώχνει τους ανθρώπους της; 

«Ίσως τελικά η Ελληνογερμανική συμβίωση να είναι αιώνια». Καλοτάξιδο να είναι Χρύσα Μαστοροδήμου! Ας ευχηθώ οι αναγνώστες να απολαύσουν το αναγνωστικό συγκινητικό ταξίδι.


Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021

Βιβλιοκριτική "Μανιώ η Γαλατσάνα" του Χρήστου Φυλαχτού από την Ευδοκία Ποιμενίδου


Ήρθε στα χέρια μου το βιβλίο του Χρήστου Χρήστου Φυλαχτού
«Μανιώ η Γαλατσάνα»
Ο Χρήστος Αθ. Φυλαχτός γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Παλαιόχωρα Χαλκιδικής. Εργάζεται ως δάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Ζερβοχωρίων. Αρθρογραφεί σε λαογραφικά, ενημερωτικά και πολιτιστικά έντυπα και σε τοπικές εφημερίδες. Έχει εκδώσει τα θεατρικά "Στου Τσάμ' τα χρόνια", "Απ' τον Χολομώντα στον Σαγγάριο", "Καπετάν Χάψας το Λιοντάρι της Χαλκιδικής" και " Ο Λεοντόκαρδος Μακεδονομάχος Γιαγλής"
Είναι δημοτικός σύμβουλος Πολυγύρου και πρόεδρος του Δ.Σ. της Δημοτικής Επιχείρησης Ραδιοφώνου και Τηλεόρασης Πολυγύρου και δραστήριο μέλος του Δ.Σ. συλλόγου Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και άλλων συλλόγων.
Διάβασα το βιβλίο του και έγραψα λίγα λόγια :
24 φεβρουαρίου 2021
Ο Χρήστος Αθ. Φυλαχτός, για μια ακόμα φορά κάνει βουτιά στην τοπική ιστορία της Χαλκιδικής με το βιβλίο του " Μανιώ η Γαλατσάνα" . Ιστορικό και λαογραφικό μυθιστόρημα, καταγραφή ηθών και εθίμων και διάσωση μέρους της ντοπιολαλιάς της Γαλάτιστας είναι οι χαρακτηρισμοί που αφορούν το πόνημά του.
Παίρνοντας αφορμή από ένα δημοτικό τραγούδι και το έθιμο της καμήλας που συνεχίζεται στη Γαλάτιστα και έχοντας ως εργαλεία τη λογοτεχνία και τη λαογραφία, γράφει ένα παραμύθι που έχει τις βάσεις του σε ιστορικά γεγονότα της περιοχής.
Η ιστορία τοποθετείται χρονικά στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα, λίγο πριν την απελευθέρωση της Χαλκιδικής από τους Τούρκους. (1912)
Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι ο Χρήστος Φυλαχτός έκανε έρευνα στα ιστορικά και τα λαογραφικά αρχεία, καθώς και στην προφορική παράδοση της Γαλάτιστας και στη συνέχεια, αφού επεξεργάστηκε τις πληροφορίες κατέθεσε την δική του εκδοχή για όσα έλαβαν χώρα. Οι πηγές αναγράφονται στο τέλος του βιβλίου.
Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε δεκαπέντε κεφάλαια. Ξεκινάει κάνοντας μια αναδρομή στην κατάσταση που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια στην κατεχόμενη από τους Τούρκους Χαλκιδική και τον τρόπο διαβίωσης των κατοίκων της Γαλάτιστας.
Στη συνέχεια εξιστορεί τη γνωριμία και το αμοιβαίο αίσθημα των δύο νέων, της Μανιώς και του Ζαφείρη. Όμως, την πεντάμορφη Γαλατσάνα ερωτεύτηκε και ο Τούρκος διοικητής. Αποφασισμένος να την κάνει δική του, την άρπαξε και έβαλε φρουρούς να την φυλάνε. Ο Ζαφείρης κατέστρωσε ένα σχέδιο με τους φίλους του και κατάφερε να αποσπάσει την αγαπημένη του από τα χέρια των Τούρκων που την φρουρούσαν. Για να καταφέρουν να υλοποιήσουν το σχέδιό τους διοργάνωσαν μια γιορτή με μασκαρέματα και κρασί, χρησιμοποιώντας το ομοίωμα μιας καμήλας που έκρυβε στο σώμα της έξι άντρες.
Εδώ βλέπουμε πώς χρησιμεύει ο μύθος του Δούρειου Ίππου στην επιτυχία του τολμηρού εγχειρήματος των νέων. Όπως ο πολυμήχανος Οδυσσέας επινόησε το ξύλινο άλογο που έκρυβε στην κοιλιά του πολεμιστές, έτσι και οι φίλοι του Ζαφείρη με τη βοήθεια του ομοιώματος της καμήλας και μεγάλης ποσότητας καλού κρασιού, στο οποίο οι φύλακες δεν θα αντιστέκονταν, κατάφεραν να πάρουν πίσω τη Μανιώ.
Παράλληλα με την εξιστόρηση παρατίθενται στοιχεία λαογραφίας με αναφορά στη δομή των κατοικιών, σε είδη οικιακής χρήσης, εργαλεία και εργασίες των κατοίκων, ήθη, έθιμα και γλώσσα εκείνης της εποχής. Η μυθοπλασία γίνεται αληθοφανής με την παραστατικότητα των περιγραφών και των διαλόγων και διανθίζεται με εικόνες από πίνακες ζωγραφικής που φιλοτέχνησαν μέλη του Συλλόγου Τεχνών της Γαλάτιστας.
Ο μυθιστορηματικός λόγος, με στοιχεία ντοπιολαλιάς, κυλάει αβίαστα και κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο.
Στο μυθιστόρημα διακρίνουμε τρία τουλάχιστον επίπεδα ανάγνωσης που αφορούν στον τρόπο που εξέφραζαν τον έρωτά τους οι νέοι της εποχής εκείνης, τον τρόπο ζωής των κατοίκων με τα ήθη, τα έθιμα και την καθημερινότητά τους, τις σχέσεις με τους κατακτητές και τα ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα εκείνη την περίοδο στη Χαλκιδική και ιδιαίτερα στη Γαλάτιστα.
Η «Μανιώ η Γαλατσάνα» του Χρήστου Φυλαχτού είναι ένα έργο που έχει παραμυθιακή αρχή, αρμονική ροή λόγου, κορύφωση, ανατροπές και ευτυχές τέλος.
Κλείνω με μια παράγραφο του βιβλίου που δείχνει πώς η ζωή μπορεί να έχει απίστευτες ανατροπές και ο ανθρώπινος πόνος είναι πάνω από θρησκείες και εθνικές διαφορές.
«Η Φατιμέ έκλεισε το παραπόρτι και έβαλε το σύρτη. Έδιωξε την παραδουλεύτρα και κάθισε στο ξύλινο παγκάκι του πηγαδιού για να δώσει εξηγήσεις στα λεγόμενα της Ρωμιάς. Η Ζεϊμπεντέ, η μεγάλη μαύρη ελιά, η Ανατολή, η χαμένη αδερφή, ο Χουσεΐν, η Μανιώ, όλα στριφογύριζαν γρήγορα στο κεφάλι της και της έφερναν λιγοθυμιά. Έπρεπε να τα βάλει σε τάξη. Να μάθει για την καταγωγή της. Όμως πρώτα έπρεπε να μεταπείσει τον ξεροκέφαλο γιο της να ελευθερώσει τη ντόπια. Τα υπόλοιπα θα τα βόλευε στην πορεία»


Ευδοκία Ποιμενίδου, εκπαιδευτικός, συγγραφέας

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Ένα σχόλιο στην ποίηση του Παύλου Λάλου


ΦΙΛΙΑΣ ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Μετανιώνω... και ποιος από μας δεν έχει μετανιώσει στη ζωή του;
Ένα ποίημα απλό, λιτό, απέριττο.
Ολιγόλογο και ζυγισμένο με τη δύναμη της σιωπής και της συγκίνησης.
Εσωτερική συνοχή και φοβερή εικονοπλαστική δύναμη. Ολοζώντανα παρουσιάζονται μπροστά μας τα πρόσωπα, που ζουν μες στην παντοτινή απουσία.

Όμως σαν νάναι τώρα, πίνουν καφέ ή καπνίζουν, κρατιούνται από τη χειρολαβή του λεωφορείου και μες στη σιωπή τους μας βασανίζουν.
Όχι γιατί τους κάναμε κάτι, αλλά γιατί δεν τους είπαμε, αυτά που έπρεπε να τους πούμε. Δεν τους μιλήσαμε όπως έπρεπε και σφίγγαμε τις λέξεις και τα συναισθήματά μας. Και τώρα μας γίνονται κόμπος στο λαιμό μας.
Τι κρίμα; Να μετανιώνεις και να μην μπορείς να ζητήσεις συγνώμη, λόγω απουσίας.  Η μη απόκριση  του άλλου είναι η εκδίκηση.
Σε μιλά, σε παιδεύει η μορφή του/της κι ας είναι απούσα.
Ένα ποίημα αληθινό, βιωματικό και πικρό σαν τη ζωή μας. Ένα μικρό κόσμημα στην Ελληνική Γραμματεία.

Μπράβο στον κ. Παύλο Λάλο



Νικος Σταρός.