Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΥΡΟΒΟΛΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΥΡΟΒΟΛΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Μαΐου 2014

Ποίηση Πυροβολάκη Αντώνη

Ο   Ρωμαίος  αιμορραγεί
Σε  ρημαγμένες  αετοφωλιές,  σε  ανθρώπινες  καρδιές  σπασμένες,
κουρνιάζω  τα  γλυκά  αναισθητικά  χινόπωρα.
Ανόητη μου  Ιουλιέτα,  σαν  σβήσουν  σε  τούτη  την  Γεσθημανή  οι
προδοσίες  κι  οι  πυρσοί,
  του  ηλιόφωτος  οι  Φαρισαίοι, τα  πυρφόρα  πεφταστέρια ,  αρχινούν
ένα   χορό  θανάτου.

Στα  ξεροβόρια  παραδίδω  τα  κλειδιά  της  βασιλείας.
Φυσίγγιο  είναι  η αγάπη  μας  μικρό  μου αηδόνι,
  οπλίζει  τα  ρεβόλβερ  των  χιονένιων  κρίνων,
για  να  εκπυρσοκροτούν  αρώματα  στις  σερπαντίνες  της  βροχής.

Στις  ενδοχώρες,  πέρα  από  τα  υψίπεδα  με  τα  αφρισμένα  ρυάκια
των  ονείρων,
οι  αλγόριθμοι  της  φρίκης  θα  επιλύσουν   το  μαθηματικό παράδοξο
ενός  χαμού,
τα  πώς και  τα  γιατί,  το  επέκεινα  ανάλαφρων  χωμάτων.

Ένας  αλήτης Οδυσσέας  κάποτε  με  ρώτησε
 γιατί ποτέ  τα  καρφιά  δεν επιστρέφουν  τα  χτυπήματα.
  Ύστερα  σάλπαρε  με  το  καραβίσιο   σώμα  σου   στο  τίποτα.
Στον  άδειο  κήπο  του  μυαλού  σου  τώρα  τριγυρνούν οι   υποτακτικοί
 της  Κίρκης.

Πάλι  θα περιπλανηθώ  με  το   διαστημόπλοιο  των  λέξεων στο χάος.
Γλυκέ   μου  πλάστη  να  σε  συναντήσω  θέλω,  να  χαϊδέψω  τα  χρυσά
μαλλιά   σου.
Μετά  εδώ  να   έρθεις   να   παίξεις το αέναο  κρυφτό  σου με  της
γειτονιάς  μου τα  παιδιά.

                        Με  χειροπέδες  σ'  έδεσα  με  την πανσέληνο.
Με  την  αλυσιδίτσα της  ζωής  μου  πέρασα  στο  γυμνό λαιμό  σου ένα
ουράνιο  τόξο.
  Μη   με   κοιτάς  με το αλεξικέραυνο σου  βλέμμα,  σε  φοβάμαι.
Εμένα οι  έρωτες  μου  είναι   ραγισμένοι  ουρανοί.

Τώρα  όμως   ας  σιωπήσουμε  για λίγο, άλλο  δεν μπορώ.
Απόψε  ο  Ρωμαίος  αιμορραγεί.
Απόψε  πέφτουνε  οι  μάσκες

.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Ποίηση Πυροβολάκη Αντώνη

Dark Blue WallpaperΚατάδυση
Το  χτυποκάρδι  της  βροχής  τραβούσε   τις  σκανδάλες των  ονείρων.
Ένα  εξάσφαιρο    φθινόπωρο,  στον  κρόταφο  πυροβολούσε  τα  φεγγάρια
Έτσι ενταφιάζεται  η  προσμονή κι  αναγεννιέται   σ'  ένα  χώμα  αναιδές,
μια  ματαιοδοξία,  που  ονομάζεται   λουλούδι.
Κι  άδικα  ας  υπόσχεται    η  έγχρωμη  βασίλισσα    του  θέρους,
  στα  ιλουστρασιόν   πορνό  περιοδικά  κι  άλλες  ανερμάτιστες  τρυφές,
 σε  εμένα,  το  φτωχό  Ναβουχοδονόσορα  της  επαρχίας.


Σαν  θαλασσογραφία  αφρίζει  τούτη  η  οδύνη.
Τόσο  αεικίνητα  ακίνητη,  σαν σκοτεινιά  που  απλώνει  και  μεγαλώνει ήσυχα.
Διέφθειρε  με νυχτολούλουδο.
Στείλε  μία   λάγνα  νύχτα να  τη  ρίξω στο κρεβάτι μέχρι  το ξημέρωμα.
Πες  στον  απουσιολόγο   να  με διαγράψει  από  την  ύπαρξη.
Να  κλωτσήσει  την  ανέμη, να  γυρίσουν,  σαν  αγριοπούλια  τα  φιλιά,
σαν  παραμύθια
Είναι  σα  μουσκεμένο  πυροτέχνημα  η  μνήμη  τελικά.

Ήταν  παρατημένη  και  περίμενε  στην  άκρια μιας  ερημιάς.
Θα  με  παντρευτείς,  τη  ρώτησα  κι  αυτή  μου  είπε,  όχι  είμαι  η
μοναχοκόρη  του Αιόλου
 Με μια  νυκτωδία  απ'  τα  πέρα  χάη  κι απόψε,  την γλώσσα της  θα
βγάλει  την  αστροφεγγιά.
Με  νότες ασημιές  θα τη  στολίσουν   οι   κιθάρες  του  απείρου.
Κι  εγώ σαν  σκοτισμένος  φάρος  θα  κλάψω στο  νερό  μαύρο  μετάξι.

Τρέξε  μικρό αγόρι  να   μη   σε  ρημάξουν  τα  διλήμματα  της  μαργαρίτας.
Κυνήγησες  τα  οράματα  των  χερουβείμ.
Χώρεσες  του  Θεού  τους  μίτους  και  τις  αστραπές  στην  σχολική
σου  τσάντα.
Έβγαλες  του  λυκόφωτος  το  αγκάθι  απ'  το  πέλμα  της  ημέρας.
Τώρα πορεύεσαι  στο  φως κάνοντας  κάπου  κάπου   ορθοπεταλιά,  καβάλα
 στο  ουράνιο  τόξο.

Θέλω  να  ξεδιψάσω  με  το  κρεμεζί  του  ήλιου.
Στα  χείλη  μου  να ανοσιουργεί   το δηλητήριο  της  πίκρας.
Μ'  ένα απαύγασμα  στο  βλέμμα  να καταδυθώ  στο  σκοτεινό  ωκεανό  μου.

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Ποίηση Πυροβολάκη Αντώνη

Καζίνο πίνακες ζωραφικής
 
Ρώσικη ρουλέτα

Στόμα παίξε ρουλέτα
χέρι το όπλο δωσ' μου
και ρίξε λόγια σκέτα
στον κρόταφο του κόσμου.

Μάτια στοιχήματα σιωπής
μπροστά είναι το τέρμα
κορώνα είπε το κέρμα
γράμματα βλέπατε εσείς.

Στόμα κατάπινε καπνό
βλάψε και την υγεία
σήμερα είναι αργία
και το υπουργείο είναι κλειστό.

Ταβάνι στάξε βήματα
ρίξε κι ένα τραινάκι
να παίζει το παιδάκι
στο πάτωμα ατυχήματα.

Παράθυρο όρθωσε φυγή
στης νύχτας το περβάζι
η πτώση να χλευάζει
των διερχομένων την κραυγή.

Έντυπο τύπωσε λιτά
σε μια μόνο λεζάντα
νέος ετών σαράντα
σιχάθηκε να τους κοιτά.    

Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

Παυσίπονο ...Αντώνης Πυροβολάκης


Παυσίπονο

Πιες ένα χάπιάμα θέλεις πιες και δύο.
Τι κι αν κυοφορεί η καρδιά ανθισμένο χάος.
Τι κι αν κι αν μας λοιδορεί η Άνοιξη με τις ψευτιές της
Εδώ κι ένα εκατομμύριο χρόνια το φως γνωρίζει ότι όλα είναι δρόμος.
Σαν προσομοίωση του τίποτα χάσκει αυτός ο λάκκος.

Πες σύμπτωση ετούτη τη βροχή.
Μία τυχαία φήμη που διέψευσαν τα ουράνια τόξα.
Το δάκρυ ενός ωκεανού κλεμμένο από μία νεράιδα λιακάδα.
Στις μυγδαλιές των στίχων, σκληρά να γρατζουνούν
τα ανθισμένα γράμματα, των αποσιωπητικών οι ρόζοι.
Δεν έχεις χρόνο να σκεφτείς ο πόνος έρχεται αθόρυβα σαν κύμα,
σα γομολάστιχα που σβήνει αμεριμνησίες.
Απλά θέτεις τα δάχτυλα επί τον τύπο των ήλων.

Στο Γολγοθά μίας σελίδας ένα κόμμα σταυρωμένο
να μετεωρίζεται από αύρες νοημάτων, στην άκρια μιας λέξης.
Μια στιγμιαία παύση, πριν συνεχιστεί του μάταιου η ξέφρενη γιορτή.
Μονάχα οι ανέραστοι μπορούν να κλάψουν για μιας ηλιαχτίδας το σαράκι,
όταν με χέρια ανάερα αγγίζει τις μανόλιες.
Κι εσύ θ' ανάψεις το τσιγάρο σου και θα ρωτήσεις,
αν έχουν χέρια οι ηλιαχτίδες.

Όχι δεν έχουν, μα χαϊδεύουν πιο περίτεχνα κι από των αηδονιών το σφιχταγκάλιασμα.
Πιες ένα χάπι, άμα θέλεις πιες και δύο.
Απόψε θέλω να γελάς και να χορεύεις, να με κοιτάς,
όπως θα έχω κουρνιάσει στον ώμο της αστροφεγγιάς.
Θα ρίχνω πεφταστέρια για να είσαι ευτυχισμένη.

Να θυμηθείς, τ' ακούς, τον ήλιο να μου χαιρετήσεις το πρωί.
Κι αν έχει καταχνιά διάβασε φωναχτά αυτό το ποίημα.
Η θλίψη του σαν υδρογονοβόμβα όλα να τα λιώσει.
Και μην απολογείσαι για τα λασπωμένα μας φιλιά.

Η λήθη είναι η καλύτερη συγνώμη

Τρίτο  βραβείο  ποίησης  στον  β'  πανελλήνιο  ποιητικό διαγωνισμό  Καισάριος  Δαπόντες

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Ποίηση Πυροβολάκη Αντώνη

Στο καφέ της λησμονιάς

Τσάι ροδάκινο στο καφέ της λησμονιάς.
Σκεφτόμουν τον Καμύ με τον ΄΄Ξένο'' του,
του τίποτα τον τυχοδιώκτη που αναμετριόταν με το κοκκινόχωμα του Μαρακές,
ένα λιθοβολημένο Στέφανο και ένα νέο να πεθαίνει από λευχαιμία,
ν' αχνοτρέμει στην κοιλάδα της αστροφεγγιάς.

Σκεφτόμουν τους στυγνούς μου αποχωρισμούς από χιονοσκεπείς ανθρώπους,
τις σιδερένιες μου θηριωδίες επί του παρόντος πόνου.

Τους στίχους μου αγριοπούλια του ονείρου, καρφιτσωμένα στρας
σε σύννεφα που φόραγαν πουκάμισα λευκά, με βρόχινες αντωνυμίες στις μανσέτες.

Ζωή μου ηλιοβολή, ως πότε θα κρατάς τσίλιες
σε ουράνια τόξα, θ' απολογείσαι για την εκπυρσοκρότηση της αγριομέλισσας
από το ρεβόλβερ μίας μαργαρίτας;

Μα κάτι τέτοια δεν τα γράφεις,
ούτε τα στέλνεις εκεί που κονταροχτυπιούνται οι λέξεις.
Αλλιώς γίνεσαι βλάσφημος και ένα τίμημα πληρώνεις
με νάμα και ακάνθινα στεφάνια.

Άκουγα το γκαρσόνι να απολογείται στους τουρίστες,
σκεφτόμουν την κυρία Κατερίνα με μια προσφυγιά και μια γαρδένια στην καρδιά
και με φωνή σαν πικραμύγδαλο ήθελα να φωνάξω:
΄΄ δε λέει συγνώμη η πυρκαγιά αδερφέ μου, εμείς είμαστε οι γλύπτες
εμείς είμαστε οι ποιητές,
εμείς αφήνομε το αποτύπωμα της αρχαίας μας ματιάς στο χωροχρόνο΄΄.

Κι όπως η ερημιά δινόταν στα λαδάδικα των οριζόντων,
ψίθυρος έγινε το ανόητο μου ποιηματάκι,
έτσι για να έχει πριν το τέλος, κάτι να αγαπήσει η σιωπή.

Σκεφτόμουν μυστικές γραφές φυλακισμένες στους μηνίσκους της σελήνης.

Έβλεπα αυταπάτες ν' αρμενίζουν σε ναυάγια στα αστέρια,
κι ένα θεό να αφαιρεί τους κρίκους από της αθανασίας τις χειροβομβίδες.   

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Ποίηση Πυροβολάκη Αντώνη


Το ταγκό της καταιγίδας

Κοιτάζω πίσω τα πυρφόρα χρόνια.
Νεκρά  αστέρια στην λεωφόρο του μεγάλου πουθενά.
'' Αν αφεθείς φεύγει ο φόβος '', σιγοτραγουδάει η αυγή.
Γυμνόστηθη η Ζενεβιέβ χορεύει στα περίχωρα του Ρίο
σάμπα, μ' ένα αστέρι στα μαλλιά,
καθώς της κόκας οι αλήτες εκτοξεύονται σε άναστρους ζεματισμένους ουρανούς.
Η αδιαλλαξία σου σύννεφο βροχερό, έφερε τη σύρραξη ανάμεσα σ' ένα ουράνιο τόξο
και μια λασπουριά.
Το ηλιόφως '' μπουένας νότσες '' απαντάει, όταν του φωνάζεις '' γεια σου '', στο Μοντεβίδεο,
ενώ σκοτάδι και βρασμένο στάρι του Απρίλη αθωώνει
στα πορνεία τα αγορασμένα μυοκάρδια.
Χθες έφεραν μια παπαρούνα , που αιμορραγούσε στα επείγοντα.
Είναι πολύ αργά για αυτήν, έχει κοπεί για ένα έρωτα μεγάλο, αποφάνθηκαν οι ειδικοί.
Φοράς το δέρμα της σιωπής, μυρίζεις σαν αρχαίος τάφος.
Κτερίσματα και κλάματα και λέξεις μέσα στο σφαγείο των χειλιών σου.
Δεν έχει απομείνει ούτε ένας φθόγγος μες το χωνευτήρι των ποιημάτων που να μην πονάει.
Η λύπη, αχ η λύπη, μια μελαχρινή κοπέλα που μεθά τους αλλοπαρμένους λεξιθήρες
των χαμένων Σαββατόβραδων.
Τζάμπα είναι η μοναξιά, για αυτό βάλε ακόμα μία βότκα, απ΄ την ακριβή.
Αγάπη με παγάκια στο κρυστάλλινο ποτήρι.
Ένα δαρμένο πιτσιρίκι είναι ο χρυσός χειμώνας στα νησιά τ' απογεύματα.
Συνέχεια στάζει μελαγχολικές ματιές με λήθη βουρκωμένες
και κόβει με το ξύλινο σπαθί του τα κεφάλια μιας Λερναίας Ύδρας που τη λένε νοσταλγία.
Τι περιμένεις, λιθοβόλησε με, που στραγγάλισα τα όνειρα σου
και τα έκρυψα μες τους κρατήρες της σελήνης, οι άνθρωποι να μην τα βρουν.
Ούτε καν περασμένο μεγαλείο δεν μυρίζουν πια τα κουρέλια σου
θλιμμένε Ναβουχοδονόσορα της επαρχίας.
Στην εκταφή οι καταραμένοι αναγνωρίζονται επειδή κείτονται μπρούμυτα θαμμένοι
με ένα στίχο του Καρυωτάκη χαραγμένο στην παλάμη.
Ένα ταγκό κι απόψε θα χορέψω με μια καταιγίδα έξω απ' το λιμάνι του Μπουένος Άιρες.  

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Ποίηση Πυροβολάκη Αντώνη


1η Μαΐου

Σου το έλεγα πως δε θα αντέξω.
Τα λόγια μου καράβια αλαργινά στα χάη.
Οι αντοχές, του αχανούς κραυγές κάτω από πεθαμένα αστέρια.
Λήθη εν τω γενάσθαι από κόκκινους θανάτους, πιες για να με θυμηθείς.
Με φύκια θα στολίσω τα μαλλιά συ στους βυθούς όπου κοιμούνται τα λαμπρά φεγγάρια.
Βλέπεις ο ήλιος έπαιζε κρυφτό και εγώ τα φύλαγα σ' ένα λαμπαδιασμένο τοίχο.
Μέχρι το είκοσι μετρούσα κι έπειτα ερχόταν το σκοτάδι.
Σου το έλεγα πως δεν θα αντέξω.
Τα χείλη μου τα λήστεψαν οι πετροκερασιές.
Τ' απόβραδα παραμιλάω στους χειμώνες.

Την ποίηση μου πετροβόλησα, σαν αποσκελετωμένο από την πείνα, αδέσποτο σκυλί.
Τα κάρβουνα του Ηφαίστου αγρυπνούν ένα αυτόχειρα λαμπτήρα
στις οροσειρές της οροφής

Μισή μερίδα φως και μια μελαγχολία.

Ποιο ράμμα έσπασε από τη σάρκα της οδύνης;
Γεμίσανε με δάκρυα αγαλμάτων, των μουσείων τα μωσαϊκά.
Κυκλάμινα να μου φορέσεις στα μαλλιά καθώς θα απολείπω τους τρελούς μου
σε μια σκακιέρα από φίλντισι και νύχτα.

Μία θυσία είναι, μη το κάνουμε και θέμα,
γιατί μπορεί να αυτοπυρποληθεί η πρώτη του Μαΐου.
Μπορεί να ξεραθούν τα λούλουδα όταν γευτούν του χώματος την πείνα
Σου το έλεγα πως δε θα αντέξω.

Δυο βήματα πιο πίσω καρτερεί η σκιά που με ορίζει.
Το όνειρο μας να προσέχεις σαν τα μάτια σου.
Χοντρό μπουφάν να του φοράς τις κρύες μέρες.
Μην ξεριζώσεις τους αυτόχθονες πόθους ετούτου του κορμιού.
Με δάκτυλα απαλά ακούμπησε τα ψεύδη μου.
Άμα τα κάνεις προσκεφάλι θα κοιμάσαι ευτυχισμένη.

Σου το έλεγα...    

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Ένα ποίημα του Πυροβολάκη Αντώνη


Χαμογελάς

Χαμογελάς.
Στο πυρωμένο απαύγασμα αρχαίων άστρων,
έβλεπες τα χαλάσματα της Ιεριχούς και ένα Λάζαρο να επιστρέφει απ' το πουθενά.
Των ποιημάτων το κραδαστικό κενό αλέθει λέξεις κι υακίνθους,
καθώς ο Ιονέσκο ξεριζώνει τα σμαράγδια από του παράλογου τη σάρκα
Ξέρεις, το χάδι μου λογοδοτεί στο χάος.
Του λέει ότι ντύνεσαι τις συννεφιές..
Τους λέει ότι με το δάκρυα σου ξεδιψάς τα νυχτοπούλια.
Στο μεσοκαλόκαιρο της τρέλας, σαν μαέστρος διευθύνω την φιλαρμονική των τριζονιών,
ένας τριγμός θανάτου ,που σπαράσσει βιολοντσέλα και κορμιά.

Κι εσύ χαμογελάς.

Παντού καθρέπτες και θεοί γρονθοκοπούν τα γκρίζα σου τα μάτια.
Να με φυλάξεις αναμάρτητο μέσα στην αγκαλιά σου.
Ζήτα από τον πνιγμένο να με ζωγραφίσει με το χρώμα της σιωπής.
Ο πρίγκιπας της σιγαλιάς, να με φωνάζουν τα σφαχτάρια.
Τα  ανάλαφρα  σου χνάρια  
εκλιπαρούν, μωλωπισμένα απ' τα βασανιστήρια της σκόνης,
να με φιλήσεις πάλι, να με κυνηγήσεις μ' ατλαζένιους πόθους
στα κρεμαστά εκατόφυλλα της Βαβυλώνας

Χαμογελάς.

Ένα τσιγάρο δρόμος είναι μέχρι τον παράδεισο, αν απ' το φώσφορο του σπίρτου
φτερουγίσουν φλόγες και  συνταγολόγια  με  κόκκινες  γραμμές.
Έτσι προφέρεται το αντίο, σαν βούισμα του ανέμου στα κατάρτια των ερώτων.
Σαν πλήθους παφλασμός, που θέλει να λιντσάρει το φεγγάρι.
Απ' τα μαλλιά σε άρπαζαν οι ουρανοί τα μεσημέρια.
Τρίχινες μελαχρινές καδένες κρέμονταν από το λαιμό του ήλιου.
Στου Δούναβη τις όχθες χόρευες βαλς με τα αγάλματα.
.Φτάνει ως εδώ,  τοξότες  ερωμένοι  έχουν  βάλει  στόχο την  καρδιάς σου.

Κι εσύ χαμογελάς.    

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Ποίηση Πυροβολάκη Αντώνη


Ο γιος του Σίσυφου

Πια δεν υπάρχει άλλος δρόμος, παρά μόνο η ανάβαση στο μαργαριταρένιο λόφο.
Σου τα χαρίζω όλα τιποτένια μου πριγκίπισσα.
Βιβλία, χάδια,αποδράσεις, και ένα εισιτήριο για του ουράνιου τόξου το σινεμασκόπ.
Συστήματα πολιτικά, ειδύλλια και πλήξη.
Στην αποβάθρα των αυτόχειρων μια διαφορική εξίσωση δακρύζει
τις ανείπωτες μεταβλητές του πόνου
κι η Σύλβια Πλαθ επιβιβάζεται στην τελευταία μελαγχολική οτομοτρίς
Σαν μια τανάλια είναι αυτή η πόλη.
Λες και σωριάστηκε στον κάμπο, από το ράφι τ' ουρανού, ρημάζοντας τις χαμοκερασιές
κι άφησε το νου μας, έλασμα λυγισμένο, να κοιτάζει αμήχανα τα άστρα.
Κι εσύ αναζητάς την ουτοπία σ' άσπρες σκόνες.
Κι η λήθη όνειρο ενός νηπίου, που κοιμάται χορτασμένο και ζεστό.
Ποια άνοιξη χειρούργησε τους σιαμαίους σου χειμώνες.
Ένας πνιγμένος δύτης στα βαθιά, φορά ένα αδιάβροχο ρολόι στο καρπό του
και σε περιμένει μ' όστρακα και δακτυλίδια.
Μία κονσέρβα χάος έχω στο ντουλάπι μου.
Το πορφυρό εργοστάσιο του δειλινού την έχει συσκευάσει.
Μη φανταστείς διαγαλαξιακούς ανέμους και γαλάζιους νάνους.
Μονάχα μια πανσέληνο κι ένα σκυλί πνιγμένο.
Πια δεν υπάρχει άλλος δρόμος.
Φύγε κι εσύ, να μάθω τι σημαίνει πουθενά.
Τώρα πια είμαι ευτυχισμένος.
Τώρα μπορώ να κάνω, τα χωμάτινα σπουργίτια μου να φτερουγίσουν
στα ανάκτορα των Πελασγών με τις ολάνθιστες αυλές.
Την νύχτα πλήρωσαν των λέξεων οι γητευτές
να επικηρύξει με αθανασία τα στοιχειά των μολυβιών.
Για δες, ο Σίσυφος, τώρα πια με κοιτάζει με το βλέμμα ενός πατέρα.
Οι ηλιαχτίδες του καλοκαιριού παίζουν κρυφτό πίσω από τα μισόκλειστα του βλέφαρα.
Του Αυγούστου οι άνεμοι ανακατώνουν τα μαλλιά του.
Σηκώνει το λιθάρι του χαμογελώντας κι ανεβαίνει τον αμμόλοφο των μαργαριταριών.      

Είναι φορές

Είναι που μερικές φορές θα ήθελα
στο άδειο δωμάτιο, ένα άνθρωπο, γρέζι σε μίας μοναξιάς τη φόδρα.
Απλά να κοιταζόμαστε,
στα χέρια να κρατάμε τις ραγισμένες μας καρδιές.
Να παίζει ένα ουράνιο τόξο στα ηχεία, όχι μουσική, μονάχα μίας ίριδας το μοιρολόι
κι οι νότες να πετούν μπογιές στα μάτια να τυφλώνουν τους Πολύφημους της θλίψης και τη σιγαλιάς.
Είμαι ο παρίας των μελαγχολικών ξενοδοχείων, να εκμυστηρεύεται στο τρυφερό γαλάζιο εκείνος, σκουπίζοντας τα βρόχινα του δάκρυα,
κι εμένα να μου έρχονται στο νου τα εγκλήματα αγάπης
και οι πυρωμένοι ήλιοι του Απρίλη.
Είναι που μερικές φορές θα ήθελα την προδοσία ενός φιλιού,
μια παγωμένη αγκαλιά που να θυμίζει έρημη παραλία του χειμώνα,
έτσι για λίγο να ξεχάσω τον πυρετό των λέξεων,
να μείνουν μόνο ρίγη αποσιωπητικών,
φτυσίματα μελάνης,
σημάδια απ' της λήθης τις οπλές στα στενοσόκακα τούτης της σελίδας.
Είναι που μερικές φορές θέλω να μαχαιρώσω με θαυμαστικά
τα μικρά καθημερινά μας ποιητικά ολοκαυτώματα
και όταν καταφτάσουν ένοπλοι οι τεχνοκριτικοί για να με συλλάβουν
σαν το σχιζοφρενή να ομολογήσω:
'' Μου είπε το ανοιξιάτικο αγέρι να το κάνω ''.

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Ποίηση Πυροβολάκης Αντώνης

Πάλι

Πάλι νυχτώνει και κάτι λείπει
κι ένα σεντόνι εγκαταλείπει
κάτι από σένα που πια δεν έχω
κάτι από μένα που δεν αντέχω.

Τα περαιτέρω εντόμων χνάρια
σ' έρημους δρόμους, τυφλά φανάρια,
σε τροχονόμους θανάτου κλήσεις
λίγο πριν κλείσεις θα αναφέρω.

Παραχαράκτες,σκοτάδια αστράφτουν
στων οριζόντων τα μονοπάτια
για να σκοντάφτουν των επιζώντων
τα γκρίζα μάτια σ’ έναστρες στάχτες.

Πάλι νυχτώνει και στο λυκόφως,
φεύγει σαν τραίνο στη λησμονιά η γκρίζα μέρα,
γλυκός ο ζόφος μας περιμένει, κι εσύ μια ντάμα μενεξεδιά,
σαν καλησπέρα πεθαμένη στου δειλινού τα γιασεμιά

Χρώμα καδμίου στο άδειο βλέμμα,
σα δολοφόνοι μ' ένα πριόνι κι ένα σταυρό,
ηχούν οι στίχοι σαν τουφεκιές και βρέχει αίμα
ένα μωρό που νανουρίζουν οι κραυγές ενός σφαγείου.

Στο διηνεκές, οι ουρανοί και οι φαντάροι
θα ζητιανεύουν ένα ζεϊμπέκικο απ' το φεγγάρι
ψηλά στης νύχτας τα μαύρα τείχη για να χορεύουν,
να ορμηνεύουν τον έρωτα να με πετύχει. 

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Ποίηση Πυροβολάκη Αντώνη


Το Guitar PlayerΡαγισμένες καρδιές

Ουράνια τόξα σ΄ έρημα δωμάτια, χρόνια πολύχρωμα κραγιόνια,
κι εγώ ο γητευτής μίας χαμένης γλώσσας, ο ουραγός μιας άηχης κραυγής
μίας άδετης με τις φωνητικές χορδές μου ικεσίας προς τις οιμωγές του χάους.

Σα χοηφόρος νικημένος Αρταξέρξης, σαν ένας ρίψασπις θεός
χάρισα τα κλειδιά της βασιλείας στα χαλάζια και σκαρφάλωσα στις φεγγαράδες.
Και ζω από τότε έρωτες πισθάγκωνα δεμένους με τις ουρές από τα πεφταστέρια.
Με παραλογισμούς, υποτελείς μιας χωμάτινης κοπέλας που τη λένε μοναξιά.
Μ' ερειπωμένα μπλουζ , υπόκωφα φαντάσματα μιας συγχορδίας από μία πεθαμένη μπάντα.

Με τις προκάτ μου εξεγέρσεις,
φευγιά , με ρημαγμένες σκέψεις και ριπές χελιδονιών.
Με το κλεμμένο αστραφτερό τοπάζι της χαράς, που αιχμαλωτίζει ηλιαχτίδες
στις ακρογιαλιές του παραδείσου.

Συμβόλαιο μ' ένα φονιά είναι η γλύκα του φωτός τα δειλινά.
Το ξέρω πως ορμήνεψες τη νύχτα να επικηρύξει με μια λήθη τα γραφτά μου.
Άρον άρον σταυρώνομαι
και ο Πιλάτος μοναχός, ακόμα περιμένει με μετέωρα βρεγμένα χέρια,
το χνουδάτο αγιάζι του Νοέμβρη.

Μια Μελισσάνθη ψάχνει στα συρτάρια, του χειμώνα τα φιλιά.
Μα βρίσκει μόνο λέξεις, πάνω σε χαρτιά και σε φτερά χλωροφορμισμένων πεταλούδων,
που εκλιπαρούν
τις τρίλιες των μικρών παιδιών για να τις απαγγείλουν.

Ο θάνατος μου μ' έχει ξεγραμμένο,
καθώς πονάει από τα ραμφίσματα των προσευχών,
τις αγναντεύω σαν αγριοπούλια να φτεροκοπούν στο πουθενά.

Ήταν ξέρεις κι εκείνο το κορίτσι, τ' όνειρο μίας ζωής ξενυχτισμένης

Με τις ραγισματιές των αστραπών στην πορσελάνη της νυχτιάς, επισυνάπτω.

Σιωπές που περιμένουν στις καταπακτές κλειστών στομάτων να πεθάνουν.

Σκοτάδια κεντημένα μ' ηλιοφώτιστες κλωστές.

Κι όμως ράγιζε τις καρδιές, να το θυμάσαι.

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

2 Ποιήματα του Πυροβολάκη Αντώνη


Αναμονή

Κάθομαι εδώ και περιμένω.
Ο Γάγγης είναι ένας βουβός λυγμός.
Στο πρόσωπό μου νιώθω το εξαίσιο φτερούγισμα
από τις σερπαντίνες της σιωπής του.

Οι μνήμες του πολύχρωμα πουλιά
σβησμένα στο λυκόφως,
παλιάτσοι φτιασιδωμένων δειλινών, που αποσκιρτούν στο πουθενά.
Τα όνειρα μου ανθισμένες πυρκαγιές, πύρινα ανθάκια στα παρτέρια της αβύσσου.

Από τα πέταλα τους κάθε χαραυγή, γκρεμίζεται η νύχτα και πεθαίνει
Οι άνθρωποι περνάνε και χτυπούν.
Βλέπω στις τρικυμίες των ματιών τους
ότι οι μουσώνες θα ' ναι φέτος φονικοί.

Κάποιος θα μ' αγαπά ερήμην μου.
Κάποιος σε ένα άλλο ωκεανό μαζί μου θα σπαράσσει μες την καταιγίδα.
Ιουδήθ το σκοτεινό σου άστρο
στοιχειώνει ακόμα τις γαλάζιες μου αστροφεγγιές.

Θυμάμαι όταν στις αυλές του παραδείσου
με μια φαλτσέτα κυνηγούσες μαργαρίτες.
Κι εγώ εδώ, σ' ένα ποτάμι που ξεπλένει ενοχές δε χόρτασα να ανασαίνω
το άρωμα των λέξεων,
δεν χόρτασα να τιτιβίζω μικρά '' σ' αγαπώ'',
στα χάη να ραμφίζω των παιδιών τις προσευχές,
δε χόρτασα περιμένω.

Ένα ψέμα.

Ένα έρωτα.

Ένα θάνατο.

Έτσι

Το υπόλοιπο της απουσίας ένα χρυσό τόπι
να παίζει ένα παιδί φεγγάρι με γδαρμένο γόνατο στα χάη
Ταβάνι καταδικασμένο να επιρρίπτει τις ευθύνες του σοβά
σε αγγίγματα νεκρά ζωάκια, που άφησαν οι τροχοφόρες της φυγής σου
στο ασφαλτοστρωμένο μου κορμί.

Μία ζωή που τρεμοσβήνει σαν κερί,
ένα περίστροφο δίχως σκανδάλη είναι η κάλπικη αγάπη
και κάτι σαν οδύνη όταν τα βλέφαρα σφραγίζουν πάντα μας αυτοσυστήνεται και λέει
¨ εγώ είμαι το σκοτάδι ¨.

Με τρύπια χέρια πάνω σε αρχαίο ξύλο,
κάποιος Θεός θα αγκαλιάσει και απόψε τους θανάτους.
Ποια πεφταστέρια έπεσαν σε τούτες τις αχαρτογράφητες παλάμες
ευχές και πεπρωμένα να εκπληρώνουν στα ερέβη,
ποια πτώση γύρεψε γκρεμό και φύτρωσαν φτερά στις πλάτες της.
Όχι δεν είναι τίποτα σπουδαίο, μονάχα μία ποίηση κακή,
μια εξαθλιωμένη χίμαιρα που ερωτεύτηκε τον κυνηγό της.

Μια Κυριακή σαν μαχαιριά.
Το όνειρο ενός τρελού.

Η ερημιά να σέρνεται στο δρόμο.
Μία μεγάλη καληνύχτα.

Έτσι πεθαίνουνε των λέξεων οι πλάνοι.