Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

26ος Πανελλήνιος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός της Εταιρείας Τεχνών Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου


Η Εταιρεία Τεχνών Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου, προκηρύσσει και φέτος, για εικοστή έκτη κατά σειρά χρονιά, Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό (ποίηση, διήγημα, θεατρικό, οδοιπορικό, δοκίμιο, παραμύθι και σατιρικό). Οι όροι του διαγωνισμού είναι οι εξής:

  • Το θέμα είναι ελεύθερο.
  • Όλα τα έργα πρέπει να είναι δακτυλογραφημένα.
  • Κάθε διαγωνιζόμενος μπορεί να συμμετέχει με 1 (ένα) έργο ανά κατηγορία, πλην του ποιήματος όπου επιτρέπονται έως 2 (δύο).
  • Το διήγημα δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 15 σελίδες σε διπλό διάστημα,
    καθώς και το θεατρικό, το οδοιπορικό, το δοκίμιο και το παραμύθι.
  • Τα έργα πρέπει να είναι ανέκδοτα και αδημοσίευτα.
  • Η υποβολή τους θα γίνει σε 3 (τρία) αντίγραφα, τα οποία θα φέρουν υποχρεωτικά μόνο το ψευδώνυμο, όπως και ο φάκελος αποστολής τους. Μέσα στον φάκελο θα πρέπει να υπάρχει άλλος σφραγισμένος φάκελος, με τα πλήρη στοιχεία του διαγωνιζομένου ή της διαγωνιζομένης (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο, ηλικία, επάγγελμα, ηλεκτρονική διεύθυνση, την κατηγορία στην οποία συμμετέχει και τον τίτλο του έργου), ενώ στην εξωτερική όψη και αυτού του φακέλου θα αναγράφεται μόνο το ψευδώνυμο και η κατηγορία στην οποία συμμετέχει.
  • Για τα παιδιά και τους εφήβους, η κατηγορία και η ηλικία να αναγράφονται στην εξωτερική όψη των φακέλων που θα εμπεριέχουν τα στοιχεία των διαγωνιζομένων.
  • Η προθεσμία υποβολής των έργων λήγει στις 31 Μαΐου 2026.
  • Τα έργα να αποσταλούν ταχυδρομικώς στην εξής διεύθυνση:

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ & ΠΟΛIΤΙΣΜΟΥ ΚΕΡΑΤΣΙΝΙΟΥ
POST RESΤANTE 18702 ΚΕΡΑΤΣΙΝΙ 2
Ταχυδρομικό Κατάστημα Λεωφόρος Δημοκρατίας 7- 9, Τ.Κ. 187 56
Τηλ. 2104315 942 – 6948228939

Σημείωση 1η: Το ταχυδρομικό κατάστημα δεν δέχεται συμμετοχές που στέλνονται με κούριερ.

Σημείωση 2η: Στο fb της ΕΤΕΠΚ, μπορείτε να παρακολουθείτε την εξέλιξη του Πανελλήνιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού.

«Η Ποίηση στα Χρόνια της Σιωπής, 1967–1974 – Η Επίδραση του Γιώργου Σεφέρη» 17ος Διεθνής Διαγωνισμός Ποίησης και Πεζόμορφου Στοχασμού ΣΠΕΚ


17ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Ποίησης και Πεζόμορφου Στοχασμού
«Η Ποίηση στα Χρόνια της Σιωπής, 1967–1974 – Η Επίδραση του Γιώργου Σεφέρη»

Ο Σύνδεσμος Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου προκηρύσσει τον 17ο Διαγωνισμό Ποίησης και Πεζόμορφου Στοχασμού με θεματικό άξονα την ποίηση και τον στοχασμό στην ταραγμένη περίοδο της δικτατορίας (1967–1974), όταν η σιωπή, η καταστολή και η λογοκρισία σημάδεψαν το πνευματικό τοπίο της χώρας, αλλά και όταν ο λόγος ποιητών όπως ο Γιώργος Σεφέρης, με την παγκόσμια απήχηση και την ηθική του πυγμή, λειτούργησε ως φάρος αντίστασης και ελευθερίας.

Διάρκεια Διαγωνισμού
Έναρξη: 07 Οκτωβρίου 2025
Λήξη: 28 Φεβρουαρίου 2026

Κατηγορίες

  • Ποίηση (έως 40 στίχους, σε ενιαίο ποίημα ή κύκλο ποιημάτων).
  • Πεζόμορφος Στοχασμός (έως 500 λέξεις).

Προϋποθέσεις Συμμετοχής

  • Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όλοι, χωρίς περιορισμό ηλικίας ή εθνικότητας.
  • Η συμμετοχή είναι ελεύθερη και δωρεάν.
  • Κάθε συμμετέχων/ουσα μπορεί να υποβάλει μία (1) συμμετοχή σε μία (1) από τις δύο κατηγορίες.
  • Τα έργα πρέπει να είναι πρωτότυπα, αδημοσίευτα και να μην έχουν βραβευθεί σε άλλον διαγωνισμό.
  • Απαραίτητη η τήρηση της θεματικής.

Τρόπος Υποβολής

  • Αποστολή έργων στο e-mail: info@cultural-association.org
  • Υποχρεωτικά συνοδευτικά: ονοματεπώνυμο, σύντομο βιογραφικό (έως 80 λέξεις), στοιχεία επικοινωνίας.

Βραβεία – Διακρίσεις – Έπαινοι

  • Εκδοτικά βραβεία στους δύο πρώτους αριστεύσαντες (ατομική έκδοση: 1ος έντυπο βιβλίο, 2ος ebook).
  • Έπαινοι σε όσους διακριθούν.
  • Όλα τα έργα που θα επιλεγούν από την Κριτική Επιτροπή θα συμπεριληφθούν σε ανθολογία, η οποία θα εκδοθεί από τον Σύνδεσμο Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου και θα διατεθεί στο κοινό.

Τελετή & Παρουσίαση
Η επίσημη παρουσίαση των αποτελεσμάτων και η τιμητική απονομή των βραβείων θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα το 2026, παρουσία των διακριθέντων και του κοινού. Η ανθολογία του διαγωνισμού θα διατίθεται προς πώληση από το cultual-association.org, καθώς ο διαγωνισμός είναι εξ ολοκλήρου δωρεάν για τους συμμετέχοντες.

Η ποίηση και ο στοχασμός στα χρόνια της σιωπής δεν είναι απλώς μνήμη, αλλά ευθύνη. Μέσα από τον λόγο οι δημιουργοί καλούνται να ξαναδώσουν φωνή σε όσους φιμώθηκαν, να φωτίσουν το σκοτάδι με την αλήθεια τους, να αποδείξουν ότι η τέχνη παραμένει το τελευταίο οχυρό της ελευθερίας. Συμμετέχετε με τη δική σας γραφή. Ας γίνουμε όλοι συνεχιστές εκείνων που μίλησαν όταν οι άλλοι σωπαίναν.

Για την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Π. Κρανιώτη «Ρυτίδες στον καφέ» – γράφει η Χρύσα Μαστοροδήμου

Ο Δημήτρης Π. Κρανιώτης ανήκει στους ποιητές εκείνους που αντιμετωπίζουν τον λόγο με ευθύνη και εσωτερική πειθαρχία. Η ποίησή του κινείται ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, στο βίωμα και στον στοχασμό. Με λόγο λιτό, αλλά ουσιαστικό, φωτίζει στιγμές καθημερινές, υπαρξιακές ανησυχίες και ερωτήματα που αφορούν στον σύγχρονο άνθρωπο.

Στα 52 σύντομα ποιήματα της νέας του ποιητικής συλλογής Ρυτίδες στον καφέ, διακρίνει κανείς μια διαρκή αναζήτηση νοήματος, μια ευαισθησία απέναντι στον χρόνο, στον έρωτα, στη μνήμη και στον άνθρωπο. Ο ποιητής με αυτό το καλαίσθητο έργο του από τις εκδόσεις Κέδρος δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό, αλλά τη γνήσια επικοινωνία με τον αναγνώστη. Και αυτή ακριβώς η ειλικρίνεια είναι που προσδίδει στη συλλογή του τη δύναμή της.

Η ποίηση του επιμένει στη λεπτομέρεια, στο ίχνος, στο μικρό καθημερινό συμβάν που αποκαλύπτει κάτι ουσιαστικό. Ο καφές του τίτλου δεν είναι απλώς μια εικόνα οικειότητας· είναι ο χρόνος που κυλά αργά, αφήνοντας πάνω του ρυτίδες – όπως αφήνει και πάνω μας.

ΡΥΤΙΔΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΦΕ

Ξυπνώ
Ακούγοντας τον ίδιο ήχο
Κάθε πρωί
Γεμάτος σπασμένα ερωτηματικά

Με τόσες ρυτίδες στον καφέ
Με καρφωμένο το ίδιο ποίημα
Ξανά στο μυαλό μου

Ψάχνω μια λέξη
Θρηνώ
Κι ας ξέχασα να κλάψω
Τόσες νύχτες
Μακριά σου

Γκρινιάζω όπως πάντα
Χωρίς λόγο
Όταν είσαι κοντά μου

Στο ομότιτλο ποίημα «Ρυτίδες στον καφέ» (σελ. 9) ο ποιητής ξυπνά «ακούγοντας τον ίδιο ήχο κάθε πρωί / γεμάτος σπασμένα ερωτηματικά». Η επανάληψη, η φθορά, η αμφιβολία δεν παρουσιάζονται ως εξαίρεση, αλλά ως κανονικότητα. Το ίδιο ποίημα καρφώνεται ξανά και ξανά στο μυαλό, όπως μια σκέψη που δεν λέει να φύγει. Η αναζήτηση μιας λέξης γίνεται υπαρξιακή πράξη. Ο θρήνος συνυπάρχει με την αδυναμία του κλάματος. Η απουσία του άλλου βαραίνει, ενώ η παρουσία του γεννά γκρίνια, αμηχανία, ενοχή. Η ανθρώπινη σχέση παρουσιάζεται χωρίς εξιδανίκευση, μέσα στην αλήθεια της αντίφασής της.

Στο ποίημα «Νέμεσις» (σελ. 28) ο κόσμος του ποιητή αποκτά σκηνικό σχεδόν θεατρικό. Τα ρούχα κρεμασμένα, τα παπούτσια έτοιμα για το αντίο, η ναφθαλίνη που σκεπάζει τις μυρωδιές – όλα μιλούν για αναχώρηση, για τέλος. Η σύγχρονη επικοινωνία αποτυγχάνει: «δίχως απάντηση στα sms της ματαίωσης». Η Νέμεσις, σύμβολο δικαιοσύνης και αποκατάστασης, δεν επεμβαίνει. «Νίπτει τας χείρας της». Η ευθύνη δεν αποδίδεται, η τάξη δεν αποκαθίσταται. Και ο ποιητής, μόνος, προσπαθεί να δραπετεύσει μάταια. Εδώ η ποίηση δεν παρηγορεί· καταγράφει με νηφαλιότητα τη συντριβή.

Στο «Ποίημα του κάμπου» (σελ. 29) ο χώρος ανοίγει, αλλά η ένταση παραμένει. Ο κάμπος δεν είναι τόπος γαλήνης. Είναι καυτός, κυκλικός, ζαλιστικός. «Έστυψα την πέτρα» – μια πράξη μάταιη, εξαντλητική. Κι όμως, μέσα στην εξάντληση, ένας εφιάλτης σώζει. Οι λέξεις τρεμοσβήνουν στο χώμα σαν κεριά, το χαρτί ματώνει. Η γραφή παρουσιάζεται ως σωματική δοκιμασία. Και μέσα σ’ αυτή τη δίνη, το ποίημα ξυπνά. Όχι πριν, όχι μετά – αλλά ακριβώς μέσα στην ταραχή.

Ιδιαίτερη θέση στη συλλογή έχει το ποίημα «Μετάφραση» (σελ. 32) «μες στις λέξεις», όπου η ποίηση γίνεται πράξη σχέσης. «Κοίτα με χωρίς εξαιρέσεις στις σκέψεις σου». Η αγάπη, εδώ, δεν ζητά ωραιοποίηση. Ζητά καθαρό βλέμμα. Ζητά να υπάρξει χωρίς υποσημειώσεις, χωρίς αστερίσκους. Η ζωή δηλώνεται με πόνο, αλλά και με επιμονή: «θα ζω κι ας πονώ». Η ποίηση γίνεται μετάφραση του ελάχιστου κοινού πολλαπλασίου δύο ανθρώπων – εκείνου που μπορεί να ειπωθεί πριν από την αφή και να αποκαλυφθεί μετά το φιλί. Ο λόγος δεν εξηγεί τον έρωτα· τον προσεγγίζει, τον μεταφράζει όσο αντέχει.

Επίσης στο ποίημα «Χαμένος χρόνος» (σελ. 52) παρατηρούμε ότι το ποίημα εκτυλίσσεται ως μια συμπυκνωμένη υπαρξιακή διαδρομή. Από τον πρώτο κιόλας στίχο, Χαμένος χρόνος «στην άκρη του δρόμου», ο ποιητής τοποθετεί τον αναγνώστη σε έναν ενδιάμεσο χώρο: ούτε πλήρη κίνηση, ούτε οριστική στάση. Ο χρόνος δεν βιώνεται ως συνέχεια, αλλά ως απώλεια, ως κάτι που έμεινε πίσω, παρατημένο «στην άκρη του δρόμου».

Η αιφνίδια φθορά –«ξάφνου γέρασες»– δεν συνδέεται με βιολογική ηλικία, αλλά με το βάρος της εμπειρίας. Η «ασήκωτη βαλίτσα» λειτουργεί ως κεντρικό σύμβολο: είναι το φορτίο της ζωής, γεμάτο όχι με αντικείμενα, αλλά με «θύελλες», δηλαδή με επιλογές, συγκρούσεις, βλέμματα, εντάσεις που ο ίδιος ο άνθρωπος «έσπειρε». Η ευθύνη του βιώματος ανήκει στον ίδιο τον ποιητικό ήρωα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η χρήση του βλέμματος: «με το βλέμμα καθέτως στη σκόνη / με ωτοστόπ οριζοντίως στη σιωπή». Εδώ ο ποιητής αντιπαραθέτει δύο στάσεις ύπαρξης. Η «κάθετη» σχέση με τη σκόνη δηλώνει την άμεση, σκληρή επαφή με τη φθορά και το έδαφος της πραγματικότητας. Αντίθετα, το «ωτοστόπ στη σιωπή» υποδηλώνει μια παθητική αναμονή, μια προσδοκία σωτηρίας ή μετακίνησης χωρίς βεβαιότητα προορισμού. Η σιωπή γίνεται χώρος αναμονής, όχι λύτρωσης.

Το ποίημα κορυφώνεται στον τελευταίο στίχο: «μα ούτε ένα δευτερόλεπτο δε σταμάτησε να σε πάρει». Ο χρόνος προσωποποιείται ως ένα όχημα που δεν σταματά ποτέ. Δεν υπάρχει παύση, δεν υπάρχει εξαίρεση. Η ζωή συνεχίζεται αδιάφορη απέναντι στην κόπωση, τη μνήμη ή την επιθυμία. Το υποκείμενο μένει εκτεθειμένο, σε μια διαρκή κίνηση που δεν ελέγχει.

Το ποίημα αυτό είναι ενδεικτικό της ποιητικής του Δημήτρη Π. Κρανιώτη: λιτός λόγος, έντονη μεταφορικότητα, απουσία ρητορικών εξάρσεων και βαθιά υπαρξιακή αγωνία. Ο ποιητής δεν αφηγείται· υπαινίσσεται. Δεν εξηγεί· αφήνει τον αναγνώστη να συνδιαμορφώσει το νόημα. Η ποίησή του κινείται στον χώρο του καθολικού, εκεί όπου το προσωπικό βίωμα μετατρέπεται σε κοινή ανθρώπινη εμπειρία.

Θα λέγαμε ότι εδώ δεν αποτυπώνεται ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά μια αλήθεια για τον άνθρωπο: η σχέση του με τον χρόνο, το βάρος των επιλογών του και η αδυναμία να σταματήσει τη ροή της ύπαρξης. Και ακριβώς γι’ αυτό το ποίημα δεν αφορά μόνο τον ποιητή, αλλά όλους μας.

Σε όλα του τα ποιήματα, ο Δημήτρης Π. Κρανιώτης υπηρετεί μια ποίηση λιτή, σύγχρονη, χαμηλόφωνη, αλλά βαθιά στοχαστική. Χρησιμοποιεί το καθημερινό λεξιλόγιο, την τεχνολογία, το σώμα, το τοπίο, για να μιλήσει για τα μεγάλα ζητήματα: τον χρόνο, τη ματαίωση, την απουσία, τη σχέση, την ανάγκη επικοινωνίας. Δεν προσφέρει βεβαιότητες. Προσφέρει επίγνωση.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το νόημα της ποίησης για τον άνθρωπο: όχι να απαντήσει στα ερωτήματα, αλλά να μας μάθει να τα αντέχουμε. Να δημιουργήσει έναν χώρο όπου ο πόνος, η αμφιβολία και η αγάπη μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς εξηγήσεις. Η ποίηση δεν σώζει τον κόσμο. Μπορεί όμως να σώσει τη στιγμή. Να τη φωτίσει, έστω για λίγο.

Και αυτό σίγουρα ο ποιητής μας Δημήτρης Π. Κρανιώτης το πετυχαίνει επάξια. Καλοτάξιδο!

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Μike Ηall. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ψυχοσάββατα, ποίημα Νίκου Πουλινάκη





Ψυχοσάββατα
Είναι κάτι Ψυχοσάββατα
που κονταροχτυπιούνται
με συννεφιών λεζάντες.
Είναι κάτι Ψυχοσάββατα
πολύωρων γονυκλισιών
που συναποτελούν
τις παραγράφους
σαστισμένων δακρύων.
Είναι κάτι Ψυχοσάββατα
που θρηνοκελαηδούν
όλων των ζωντανών
το πολύσπορο βλέμμα
που έχασε στο ζύγι.
Νίκος Αντ. Πουλινάκης

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

ΠΟΙΗΣΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ ΓΙΩΡΓΟΥ

   
                         ΜΝΗΜΗ  ΤΡΕΛΗ

Μνήμη τρελή,
μνήμη αδέσποτη του καημού κι απείθαρχη του χρόνου,
υπέκυψες στον πειρασμό, σαν μου ’πε  εφηβάκι
και μ’ έσμπρωξες παιδί να πλανηθώ,
έφηβος να  παλινοστήσω,
στις παλιές και έρημες των προσδοκιών αφετηρίες
και στις πλημμυρισμένες των ονείρων κοίτες,
τότε που ασυντρόφευτος την αποζητούσα,
ανιχνεύοντας τη μορφή της σ’ όλους τους δρόμους
που έμοιαζαν με τ’ απλωμένα  χέρια του θεού,
για την πιο μακρινή και κοινή μας διαδρομή,
για  ένα ταξίδι ασύνορο και χωρίς  προορισμό.

Μνήμη τρελή,
μνήμη  φωτιά ανέλεγκτη και μνήμη ελπιδολύτρα,
υπέκυψες νοσταλγικά σαν μου ’πε εφηβάκι,
και θυμήθηκα που κράταγα στις ανοιχτές παλάμες
μικρούς κι αφτέρουγους θεούς με  στήθια λαχανιασμένα,
που έβλεπαν με τα μάτια της κι ανάσαιναν στην πνοή της
κι όταν φτεροκόπησαν και σπάθισαν τη μορφή της,
έμεινα στο καρτέρεμα και στην απαντοχή της
σαν το πουλί στην ανατολή, για τ’ουρανού τον κόρφο,
σαν άνεμος που μπερδεύτηκε στους φράχτες στα περβόλια,
σαν το παιδί που πρόσμενε στο σταυροδρόμι φίλους.

Μνήμη τρελή,
μνήμη κυρά καλή κι αναδρομάρισσα φωνή,
πώς ήσουν τόσο σίγουρη
πως αναγνώρισες την αδελφή ψυχή;

            Γιώργος  Αλεξανδρής
ΑΠΕΙΛΕΣ

Μας σημαδεύει και μας απειλεί ο χρόνος
μ’ έναν αδυσώπητο συγχρονισμό
μακάριας ταχύτητας και δεσποτικής κυριαρχίας,
μα εμείς, με πλήρη επίγνωση της φθοράς και του τέλους,
αντιστεκόμαστε στο αναπόφευκτο με άδηλη υποταγή,
συμπαντικές κουκίδες με συνείδηση και δημιουργία.

Μας εκβιάζει και μας απειλεί ο εαυτός μας,
καθώς μας εγκαλεί για τη συντριβή της ευθύνης
και μας προτρέπει στην ταύτιση και την ισορροπία,
μα εμείς, δοκιμάζοντας αλήθειες κι αποδοχές,
ασκούμαστε στην άρνηση της προσποίησης
κι επιμένουμε στην υπερβολή της τελείωσης.

Μας εκθέτουν και μας απειλούν πρόξενοι και ταγοί,
με φοβέρες ‚εκθειασμούς  και παρήγορα λόγια,
το νου μας στεγνώνουν, την ψυχή μας στραγγίζουν,
μα εμείς περνάμε από την πλάνη στο φόβο,
τον ύποπτο λόγο στεγάζουμε επαίτη τυφλό
και προσφέρουμε ευγνωμοσύνη αντί για  σεβασμό.

Απειλή, ιεροφάντες άστεγοι και κήρυκες αγύρτες,
η έκκληση στην προσομοίωση και η ειρκτή της λήθης,
ομόχρωμοι να θεραπεύουμε κατεστημένες ρήσεις,
μα εμείς, αρνούμαστε τη συνενοχή και τη λατρεία,
ερωτοτροπούμε με το βέβαιο αδέκαστης προφητείας,
πως θα   ’ναι ο χρόνος ανοιχτός και ομότιτλοι οι άλλοι.

                            Γιώργος  Αλεξανδρής
          
 ΑΒΑΤΟ

Στη γωνιά που εναπόθετε
μ’ ευλάβεια και κατάνυξη
την ομορφιά της μοναξιάς της
και τολμούσε να πλάθει όνειρα
μ’ ανθρώπινη διάσταση,
στη γωνιά που αναπολούσε
με δέος και τρυφερότητα
τα πρώτα της σκιρτήματα
και χάριζε του κορμιού της
τη ζέστη και τη μυρωδιά.
Εκεί που πρωτοδείλιασε
ψηλαφώντας της ψυχής την ευγένεια
και θάρρεψε στ’ ατίθασο του νου,
εκεί που αποζήτησε
να πάει πιο πέρα τον εαυτό της
ισορροπώντας στους μύχιους πόθους
και στου καιρού τις μνήμες,
σ’ αυτή τη γωνιά
οχύρωσε το προσωπικό της άβατο
και το περιτείχισε
με σελίδες, χρώματα και μουσική.
Σ’ αυτή τη γωνιά
μονοδρόμησε τη ζωή στη μοναξιά,
να βγει ακόμη πιο ψηλά.
Φως στο άβατο και σκιά,
άσυλο και ιερό
βαθιά πιο ανθρώπινο
κάτι περισσότερο από το θείο.
Στο άβατο  αυτό της γωνιάς,
καταφυγή και ανάνηψη της ψυχής,
καστροπολεμίτισσα νύχτα,
μάγισσα νύχτα,
μ’ άσωτα τ’ Αυγερινού
τα χείλη και τα χέρια
στάλαξε στα λαχανιασμένα στήθια
σταγόνες ζωής, ίδιες δυο κόκκινα μάτια
κι άνοιξε μικρό παραθύρι
ίσα για να τρυπώσει η ανατολή,
τίποτα να μην πυρπολήσει,
τίποτα να μην κατακτήσει
παρά μόνο να παραδοθεί
φως, έρωτας και ζωή.

Γιώργος  Αλεξανδρής

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

ΑΥΓΗ ΝΑ ΜΗ ΧΑΡΑΞΕΙ, ΠΟΙΗΜΑ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ


ΑΥΓΗ ΝΑ ΜΗ ΧΑΡΑΞΕΙ

Ας έγερνε να ξεχαστεί
στην αγκαλιά σου η νύχτα
και το φεγγάρι σαν παιδί,
στο στήθος σου να κοιμηθεί,
αυγή να μη χαράξει.

Ας ήταν και να γλίστραγες
σκιά στο παραθύρι.
Νεύμα ψυχής μες στη σιωπή
και ψίθυρος καρδιάς π’ αδημονεί,
πρωί μην ξημερώσει.

Ρίξε τ’ αστέρια στην ποδιά
και τα μαλλιά στους ώμους.
Κράτα τ’ ανέμου την πνοή
στη σφαλιστή την πόρτα,
η ανατολή ν’ αργήσει.

Να γείρεις στα χείλη μου φιλί
και χάδι στο κορμί μου.
Να γίνει η νύχτα αγκαλιά
κι εσύ αναπνοή μου,
ήλιος να μη φωτίσει.

Καρτέρεψα στα μάτια σου
του λογισμού σημάδια.
Της νύχτας και του έρωτα
αντίφωνο και φέγγος,
η μέρα να γοργέψει.

Και ξόδιασα τις σκέψεις μου
στην άκρη του ονείρου.
Με ζέστανες με γλύκανες
Μάνα, γυναίκα κι αδερφή,
ζωή να σ’ ανασαίνω.

Γιώργος   Αλεξανδρής

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

ΚΑΡΤΑΣ ΤΑΣΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΟΙ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ, λοιπόν, ΔΕ ΧΑΝΟΝΤΑΙ…
(… έχουνε κι αυτές τον τόπο τους,
τις ψυχές τους, τη σημασία τους…)
πιστεύω χωρίς περιστροφές
στη δύναμη των πραγμάτων που ξυπνάνε•
έχω τη βεβαιότητα πως μπορούν
να με παρακολουθούν οι τόποι που ζω,
να με γνωρίζουνε απ’ το περπάτημα ή τις ώρες,
γιατί αλλιώς πολλά πάλι δε βρίσκουνε νόημα•
ούτε οι έρωτες, ούτε οι μοναδικά δικές μου στιγμές,
ούτε οι αδυναμίες των χεριών μου!..
(συνημμένη εικόνα) ΤΩΡΑ ΓΕΡΟΙ ΠΙΑ… (…αφουγκραζόμαστε το λόγο του Ποιητή…)
οι γέροι δυσκολεύονται αφάνταστα στο πέρασμα των δρόμων•
διστάζουν, τρέχουν,
δεν μπορούν να υπολογίσουν σωστά, κινδυνεύουν!..
τ’ αυτοκίνητα προσπαθούν να τους τυφλώσουν,
χωρίς να κρατάνε την ταχύτητα σταθερή,
περιφρονούν τους γέρους και παίζουν μαζί τους…
ΛΕΖΑΝΤΑ: πάντα όμως οι γέροι καταφέρνουν να περνάνε απέναντι!..
τ’ αυτοκίνητα τότε εξαφανίζονται τελείως από τη ζωή τους
σα να μην υπάρχουν, οι γέροι τα εκδικούνται!..
[αποσπάσματα από τη συλλογή του Σωτήρη Κακίση
ΤΑ ΣΥΡΜΑΤΑ, εκδόσεις ΝΕΑ ΕΓΝΑΤΙΑ σειρά ΤΡΑΜ 1978]
************
ΕΡΩΤΕΥΤΕΙΤΕ…
(…ας αρχίσουν οι χοροί ενός άλλου κόσμου…)
Ερωτευτείτε τα καφενεία του Γκόρπα,
τα μπαρ του καλοκαιριού, τα τραπεζάκια έξω,
το τάβλι δύο γέρων έξω απ’ τα άδεια μαγαζιά τους,
τα σουβλάκια στα σκαλάκια των πολυκατοικιών,
τις μπύρες στα δύο
και το κορίτσι που περνάει ρίχνοντας λοξές ματιές.
Τα ξυπόλυτα κορίτσια, τα κορίτσια που δεν ποζάρουν,
τα κορίτσια του Ιουλίου, των αόρατων νησιών,
τα κορίτσια με τα αλατισμένα μαλλιά και την κόκκινη μύτη.
Κι από την άλλη μερια:
Η κούτα του άστεγου, το στοίβαγμα του μετανάστη,
η αναζήτηση φαγητού στα σκουπίδια, ο απλήρωτος λογαριασμός.
Ερωτευτείτε αυτόν που έγραψε στον τοίχο:
«οι μπάτσοι είναι παντού, αλλά ο έρωτας μας κάνει αόρατους»!..
Ερωτευτείτε… και αυτόν που το φωτογράφησε
και αυτόν που το έκανε ριτουίτ
και αυτόν που χαμογέλασε βλέποντάς το…
Αυτά είναι ο πραγματικός κόσμος, η αλήθεια, το τέλος και η άκρη του νοήματος.
Αλλά υπάρχουμε για να αναποδογυρίσουμε αυτό το ασυνάρτητο σύμπαν!...

ΛΕΖΑΝΤΑ: Ερωτευτείτε τους αυτόχειρες των χρόνων που ζούμε…
Τρέξτε κοντά τους, απλώστε το χέρι, σταθείτε προσοχή.
Αν δεν καταφέρετε να συγκρατήσετε το κορμί τους,
πριν αυτό αιωρηθεί οριστικά και αμετάκλητα, κρεμαστείτε μαζί τους.
Ερωτευτείτε την πληγή του κυνηγημένου ξένου.
Το φόβο του ανθρώπου χωρίς χαρτιά.
Τη μοναξιά του ανθρώπου που πέρασε μέσα απ’ τις νάρκες και τα κύματα,
για να πέσει απ’ το λυσσασμένο μαχαίρι του φασίστα.
Τους διαδηλωτές, που ανεβοκατεβαίνουν την Πανεπιστημίου,
φωνάζοντας αλληλεγγύη, φωνάζοντας ελευθερία.
Τις ομάδες σε γειτονιές και συνοικίες, που μαζεύουν ρούχα,
που μαζεύουν φαγητά, ταινίες, υλικά
και ανταλλάσσουν τα πάντα εκτός από χρήματα.
Αυτούς που βαριούνται να μιλήσουν για τη δουλειά ή τα λεφτά.
Αυτούς που σου λένε το αγαπημένο τους χρώμα,
το τραγούδι της εφηβείας τους,
που θυμούνται το πρώτο κορίτσι που φίλησαν με τρυφερότητα
και αυτούς που, σαν τον Χόλντεν, όταν λένε καριέρα,
εννοούν να προσέχουν τα παιδιά που παίζουν σε ένα τεράστιο γήπεδο
κλωτσώντας μπάλες πάνω κάτω και τραγουδώντας
στίχους χωρίς λόγια, μόνο λα λα λα.
Τον Ντουρούτι, τον Ηλία Λάγιο και τον κλόουν του Μπελ.
Τον Νίκο Καρούζο που πλήρωνε τα ποτά του με αυτοσχέδια ποιήματα σε χαρτοπετσέτες.
Ερωτευτείτε αυτούς που δεν κωλώνουν μπροστά στο ανέφικτο,
αυτούς που πιστεύουν στα θαύματα
που δεν έχουν εξήγηση, αλλά ούτε θρησκευτική προέλευση,
αυτούς που αγαπούν τον ορθό λόγο
επειδή υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το ανάποδο
και αυτούς που δεν πίστεψαν σε οτιδήποτε ειπώθηκε οποτεδήποτε σε δελτίο ειδήσεων.
Αυτούς που κολύμπησαν νύχτα μεθυσμένοι
και αυτούς που πνίγηκαν επειδή δεν άντεξαν τη σκληρότητα του κόσμου.
Ερωτευτείτε την φωνή του Αργύρη Μπακιρτζή,
το «Θεέ μου μεγαλοδύναμε»
και το παιδί που σφίγγει μια πέτρα στο χέρι,
χωρίς να είναι σίγουρο ότι έχει δίκιο.
Στα κρυφά, στη σιωπή, είμαστε σίγουροι ότι τουλάχιστον δεν έχει άδικο.
Τον Χρήστο Βακαλόπουλο που έλεγε για τον Αύγουστο του Νίκου Παπάζογλου,
«το τραγούδι δεν είναι ερωτικό, αλλά ερωτευμένο».
Μην δίνετε σημασία σε οτιδήποτε είναι ερωτικό, αλλά όχι ερωτευμένο.
Την Άννα Καρίνα, την Μόνικα Βίτι,
τη σερβιτόρα της διπλανής καφετέριας,
την Ροζάριο Ντόσον
και όλες τις γυναίκες που έχουν αίμα μπερδεμένο,
αίμα που έρχεται από δύο ή τρεις ηπείρους.
Ερωτευτείτε τον πατέρα κάποιου γαμπρού
που με το τσιγάρο στο στόμα, μεθυσμένος,
χορεύει το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας.
Ερωτευτείτε το αχ Παναγιά μου, στο τέλος κάθε τέτοιας μουσικής.
Αυτόν που έγραψε, «μην αγαπάς τον πλησίον, αλλά πλησίασε τον αγαπώντα».
Την πιο μικρή ελιά στην κοιλιά της,
τον απογευματινό ύπνο κάτω απ’ το αρμυρίκι ή την καρυδιά,
την πιο λεπτή ειρωνεία,
το παγκάκι, την παρέα που κλαίει γελώντας
και τη βουβαμάρα του καταστρώματος της επιστροφής.
Ερωτευτείτε το κορίτσι μου.
Κάθε πρωί, κάθεται νυσταγμένη στην άκρη του κρεβατιού
με γερμένους τους ώμους και τα χέρια να κρέμονται σαν τεράστιο εκκρεμές.
Αυτή η εικόνα είναι η ασπίδα, η μολότοφ
και το φωτόσπαθο που κρατάω στη χούφτα μου
και με κάνει ιπτάμενο, απίθανο και ανήλικο.
Ερωτευτείτε το κορίτσι που περνάει δίπλα σας εδώ και τώρα.

Ερωτευτείτε λοιπόν την Ποίηση στη ζωή σας…

Art by Wolfgang Lettl Surealist

ΠΟΙΗΜΑ ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ ΓΙΩΡΓΟΥ

 ΝΕΟΣ  ΧΡΟΝΟΣ  - ΠΟΘΟΙ  ΙΔΑΝΙΚΑ

                                {Ακροστιχίδα}

        { νέος  χρόνος  αθανασία  ψυχής  η  αγάπη }

Νέος χρόνος ήρθε με του Γενάρη το πρώτο λιόφωτο πρωινό.
Έλα  αγαπημένη, μαζί να χαρούμε της νέας χρονιάς τον ερχομό.
Όνειρο μαγεμένο να μείνει η αγάπη μας, κρυφό και γιορτινό,
Στο  διάβα του χρόνου,  τραγούδι να το ακούμε αγγελικό.
                                              *
Χορό να στήσει η πλάση για το αγκάλιασμα το γλυκό,
Ρυάκι να γίνει ο πόθος μας, μελιστάλαχτο και δροσερό.
Όταν όλοι μιλούν γι’ αγάπη, να πούμε και μεις το σ’ αγαπώ,
Να κελαηδήσουν γλυκόλαλα αηδόνια χωρίς σταματημό.
Όπως οι χορδές της λύρας γλυκαίνουν το βαθύσκιωτο καημό,
Στην καρδιά μας να νιώσουμε της ευτυχίας το γλυκασμό.
                                               *
Άστρα χρυσοπόρφυρα σου κέντησαν την ομορφιά,
Θαρρώ πως και το φεγγάρι κρατούσες απόψε αγκαλιά,
Αγγελος Παραδείσου έμοιαζες στης νύχτας την ξαστεριά,
Νύμφη χαριτόμορφη φάνταζες και νεράιδα ξωτικιά.
Αγάπη μιλούσες ψιθυριστά, γι’ αγάπη σφύριζε και η σιγαλιά,
Στα ολόξανθά σου τα πυκνά και αραχνοΰφαντα μαλλιά.
Ικέτης της μνήμης γίνομαι εγώ κι εσύ αφέντρα στη λησμονιά,
Αστείρευτη πηγή χαράς, έκστασης και ζωής ανασαιμιά.
                                            *
Ψηλαφίσαμε στο λαμπρό γιορτάσι το δικό μας μερτικό,
Υπερήφανες οι προσμονές και τ’ αντάμωμα γήτεμα μαγικό ‚
Χρώματα τα γλυκόλογα και χάρες το βλέμμα το φωτεινό,
Ήρεμο το στάλαγμα του πάθους και το σκίρτημα απανωτό,
Σμίγουν  ιδανικά και πόθοι, στο κοινό της πεθυμιάς μας ριζικό.
                                           *
Η μέρα είναι κάλεσμα ζωής και η νύχτα γνωριμία με το Θεό.
                                           *
Ας ήταν για σένα να είχα ακόμη μια πλατύφυλλη καρδιά,
Γαρύφαλλο ανοιχτό, ρόδο κόκκινο στην πρωινή δροσιά,
Ανθόσπαρτη να σου χαρίσω την ευτυχία  μ’ απλοχεριά.
Περιμένω μικροκόρη ομορφονιά, με μία και μόνη σου  ματιά
Ηλίου ακτίνες να πορφυρώσουν  τις μέρες μας στη νέα χρονιά.

                           Γιώργος  Αλεξανδρής