Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΒΑΣΙΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Ποίηση Βασίλη Χαραλάμπους

  • Αποτέλεσμα εικόνας για εικόνες άγιο όρος
Την ξενίαν επιζητούν
Του Βασίλη Χαραλάμπους
__________
Σμιλεμένα ασκηταριά
στων Καρουλίων τα βράχια
τα δεητικά ετούτα
ανάγλυφα θωράκια τ’ Άθωνα
διαλαλούνε στο Όρος τούτο
τον ιαμβικόν της μετανοίας κανόνα.
Κι αφανείς θεοφορούμενοι ασκητές
ξενιζόμενοι εις άξενα βράχια
την ξενίαν επιζητούν
« εν τη των πραέων γή ».

Από την ποιητική συλλογή «Αθωνικόν κατζίον»

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Ποίηση Βασίλη Χαραλάμπους

ΣΥΝΗΘΕΙΟ ΣΑΝΤΟΡΙΝΙΟ ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ

                                                   Του Βασίλη Χαραλάμπους
===================

Συνήθειο σαντορινιό
των ναυτικών και τούτο
τα ξωθύρια να θωριάζουν *
μ’ ότι υφαλόχρωμα απόμεινε
από τη ψαρόβαρκα στο σιγαλό ορμίσκο.

Ίσως και τούτο νάναι
ένα κομμάτι στεριανό
μεσοπέλαγο απομεινάρι
και τανάπαλιν
κομμάτι πελαγίσιο στο ξωθύρι
θυμητάρι στους στεριανούς
για να προσμένουνε.

Παρέκει
στον Άη Χρυσόστομο στο Μεροβίγλι
του τρούλου τ’ ολογάλανο
μ’ ένα κομμάτι τ’ ουρανού θωριάζει.
Συνήθειο θαρρώ σαντορινιό και τούτο.



*Θωριάζω – βάφω, χρωματίζω.

(Aπό την ποιητική Συλλογή «Αρμίδι»)

Ζωγραφισμένα αυγά από το Βασίλη Χαραλάμπους
IMG01663-20110421-1751

IMG01676-20110421-1757IMG01683-20110421-1759IMG01672-20110421-1755

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

ΔΙΗΓΗΜΑ του Βασίλη Χαραλάμπους


                                                               Κι  ύστερα
                                                                                              Του Βασίλη Χαραλάμπους
                                                                           ______
Ήταν τα δύσκολα εκείνα  χρόνια της σκλαβιάς που η Κύπρος στέναζε κάτω από τους Αγαρηνούς.  Εκείνες όμως οι μέρες στην Κυθραία, φάνταζαν ειρηνικές. Η κυρά Ελπίδα ίσαμε τ’ απομεσήμερο έραβε τη νησιώτικη βράκα του άνδρα της, έχοντας δίπλα της τον Παϊσή, το πεντάχρονο αγόρι της.

Ξάφνου ακούονται άγρια κτυπήματα στην πόρτα.  Ο Παϊσής πιάστηκε στο πόδι της μάνας του.  Η κυρά Ελπίδα πήρε τον Παϊσή στην αγκαλιά της και στριμώχθηκε στη γωνιά.  Τα κτυπήματα στην πόρτα συνέχισαν  να’ναι άγρια.

-          Άνοιξε, σπάσει πόρτα, ακούστηκε η φωνή.
-          Παναγία μου, Τούρκοι, είπε η Ελπιού κι  έκανε το σταυρό της.

Τα κτυπήματα συνέχισαν αγριότερα, ώσπου η πόρτα έσπασε και τότε δυό Τούρκοι στρατιώτες όρμησαν να πάρουν τον Παϊσή.  Τραβούσε η μάνα, τραβούσαν κι οι Τούρκοι, ώσπου πήραν τον Παϊσή και βγήκαν έξω.  Τον έβαλαν στο άλογο και κίνησαν σ’ άλλο σπίτι.  Στο μεταξύ τα δρομάκια του χωριού γιόμισαν φωνές και κλάματα.  Θα ήταν καμιά δεκαριά Τούρκοι.  Ευτυχώς τα περισσότερα παιδιά έλειπαν στα χωράφια ή τα είχαν κρύψει καλά οι μανάδες τους  κι  έτσι μονάχα πέντε παιδιά πρόλαβαν να πάρουν απ’ όλο το χωριό.

Ο Αγάς μπροστά στο μαύρο άλογο κάτι φώναξε στα τούρκικα, όμως  η κυρά Ελπίδα, πού’τρεξε ξωπίσω τους, κάτι άκουσε που λέγανε για Βαρώσι.

-          Θα τους πάρουν στο Βαρώσι, είπε στη γειτόνισσα κι  έτρεξε στο σταύλο του σπιτιού.

Οι Τούρκοι στο μεταξύ απομακρυνθήκαν. Η κυρά Ελπίδα με το γέρικο μουλάρι της ακολουθούσε κρυφά τους Αγαρηνούς.

-          Που πας  Ελπίδα, της φώναξε η γριά Κατερίνα, θα σε σκοτώσουν οι άπιστοι.
-          Θα πάω ξωπίσω τους  κι  ότι  είναι να γίνει ας γίνει.

Μπροστά λοιπόν οι Αγαρηνοί με τα παιδιά που μάζωξαν απ’ το χωριό και ξωπίσω η κυρά Ελπίδα με γέρικο μουλάρι της.  Πάντα το’λεγε η καρδιά αυτής της γυναίκας. 

Σαν  βγήκαν λοιπόν οι Αγαρηνοί έξω του χωριού, σε μεγάλη πια απόσταση ξεπέζεψαν από τα άλογα στον κάμπο.  Τα πέντε παιδιά που πήραν μαζί τους, τ’ άφησαν κάτω από ένα αψηλό φοινικόδενδρο, δένοντάς τα ολοτρίγυρα του δένδρου.  Τα καημένα κοιτούσαν γύρω-γύρω σαστισμένα.  Ο μικρότερος γυιός  της κυρά Ελπίδας, ο Παϊσής, έβαλε τα κλάματα.  Το μεγαλύτερο αγόρι, ο Κωστής της Βασιλικής, τον σκούντησε να μη κλαίει.  Πλάϊ τους φύλαγε, ένας μαυριδερός Αιγύπτιος,  μ’ ένα μεγάλο μουστάκι.

Τα γύρω λιόδενδρα γιόμισαν χαλινάρια από τ’ άλογα των Αγαρηνών με τις πολυστολισμένες σέλες.  Ο Αγάς μάζεψε τα πρωτοπαλλήκαρα και κάτι φαίνεται να τους λέει.

Η κυρά Ελπίδα πού’χε στο μεταξύ καταφθάσει στον κάμπο σύρθηκε πίσω από τους καλαμιώνες.  Η έγνοια της ήταν μη την προδώσει το μουλάρι, που την κουβάλησε μέχρι τον κάμπο.  Όμως, γιατί τόσα γέλια τα πρωτοπαλλήκαρα του Αγά;  Τι να σκέφτονται άραγε;  Γιατί πήραν τα ντουφέκια στα χέρια τους;  Mήπως…  Πάγωσε μόνο που το σκέφτηκε η κυρά Ελπίδα.  Σηκώνει λοιπόν ο Αγάς το ντουφέκι και κάτι σημαδεύει.

-          Παναγία μου, ευτυχώς κυνηγούν λαγούς μουρμούρισε ανασαίνοντας η κυρά Ελπίδα.

Ετούτος ο κάμπος πάντα είναι γεμάτος λαγούς.  Η ησυχία του κάμπου έσπασε από το ντουφεκίδι.  Ο μαυριδερός Αιγύπτιος έμεινε να φυλάει τα πέντε παιδιά.  Στο μεταξύ είχε βγάλει το κρασί από το σακί τ’ αλόγου του κι άρχισε να πίνει.  Τα  παιδιά κίτρινα από το φόβο τους στριμώχθηκαν στον κορμό του φοινικόδενδρου.  Μα ξάφνου πετάγεται απάνω, παίρνει το ντουφέκι του, κάτι φωνάζει στη γλώσσα του κι αρχίζει το ντουφεκίδι τρέχοντας το λαγό ξωπίσω.  Τότε η κυρά Ελπίδα βρήκε την ευκαιρία που ήθελε.  Έκανε το σταυρό της και κατευθύνθηκε γρήγορα στο φοινικόδενδρο.  Έπιασε γρήγορα τα παιδιά και τα οδήγησε στον κοντινό καλαμιώνα, τα φόρτωσε στο μουλάρι και τους είπε:

-          Μη πάτε κατά το χωριό μας, κατά το βουνό να πάτε και στο πρώτο χωριό που θα βρείτε, να μπείτε στο σπίτι του παπά.

Στοιβάχτηκαν όλα πάνω στο μουλάρι κι  η κυρά Ελπίδα τ’αποχαιρέτησε τρέχοντας ανάμεσα στις καλαμιές.  Σε λίγο ακούστηκαν οι φωνές των Αγαρηνών.  Γιόμισε ο κάμπος ουρλιαχτά.  Η κυρά Ελπίδα είδε από μακριά τα άλογα που σκορπίστηκαν σε διάφορες κατευθύνσεις, όμως το μουλάρι με τα παιδιά είχε απομακρυνθεί για καλά.  Έμεινε μονάχη στον κάμπο.  Κάθισε γρήγορα κάτω από ένα λιόδενδρο κι άρχισε να μαζέυει τάχα ελιές.  Δυο καβαλλάρηδες την πλησίασαν. 

-          Παναγία μου, κάμε το θαύμα σου, μουρμούρισε.

Ο Τούρκος καβαλλάρης κάτι είπε στη γλώσσα του χειρονομώντας, όμως η κυρά Ελπίδα του έκανε νεύμα πως δεν κατάλαβε και τότε θυμωμένα την έσπρωξε στο χώμα κι έφυγε μαζί με το σύντροφό του κατά τον κοντινό λόφο.

Πέρασε κάμποσος καιρός και τα παιδιά τα βρήκαν σ’ ένα χωριό στους πρόποδες του Πενταδάκτυλου.  Έμαθε από κάποιον πραματευτή η κυρά Ελπίδα για τα παιδιά και πήγε με τη Βασιλική τη μάνα του Κωστή.  Σαν φτάσανε στο χωριό ζήτησαν να μάθουν που είναι του παπά το σπίτι.  Άνοιξε την εξώθυρα η παπαδιά κι ο μικρός Παϊσής μόλις είδε τη μάνα του έτρεξε στην αγκαλιά της.  Τα άλλα παιδιά ήταν με τον παπά Ανέστη στην εκκλησία για το μάθημα.

-          Μάμμα, ο παππούλης μας μαθαίνει γράμματα, εγώ όμως παίζω με τα κατσίκια στην αυλή.  Στο σταύλο έχομε το μουλάρι μας.

Δακρυσμένη η μάνα τον έσφιξε στην αγκαλιά της.  Ετούτος ο τόπος ο πολυβασανισμένος, είχε και τούτο το πικρό  ποτήρι, το σκληρό παιδομάζωμα.  Για τούτο το παιδομάζωμα κάναν τα σώσπιτα και τις κρύπτες, γιατί τούτο το βάσανο ήταν πιο μεγάλο κι από το θάνατο. Κι η χαρά ετούτη της επιστροφής των παιδιών κράτησε για λίγο γιατί παραύστερα ανακατεύτηκε η ζωή του σκλαβωμένου Ρωμιού και πάλι με τον πόνο σε τούτο το πολυβασανισμένο νησί. 

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Χριστουγεννιατική ποίηση... του Χαραλάμπους Βασίλη

ΔΙΕΛΘΩΜΕΝ ΔΗ ΕΩΣ ΒΗΘΛΕΕΜ
                                                                   Του Βασίλη Χαραλάμπους
_________
Σήμερον κι  εμείς όπως οι ποιμένες
«διέλθωμεν δη έως Βηθλεέμ»
μελωδούντες το παράδοξον θαύμα
που καρδίας ευφραίνει.
Διέλθωμεν έως Βηθλεέμ
εις τον οίκον του Εφραθά
εις την πόλιν Δαυΐδ
Στο παμφαές σπήλαιον
το κατάλυμα που παρηγορεί
ο των απάντων Θεός και Δεσπότης προσμένει
για τούτο είναι η χαρά ανεκλάλητος.
Και μη σε ξενίζουν οι κάθοδοι προς το σπήλαιον
γιατί σαν τούτο το φτάσιμο γενεί
στον τόπο «εν ω ετέχθη Χριστός»
τ’ ουρανού αναβαθμοί θα γενούν.

*«διέλθωμεν δη έως Βηθλεέμ» Λουκ. 2,15

Από την ποιητική συλλογή «Λαμπροκέρι»

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Ποίηση Βασίλη Χαραλάμπους

Θυμητάρι αλλιώτικο
                                                Του Βασίλη Χαραλάμπους
_____________
Τ’ αγιονορείτικο τοπίο
έξω από το ταπεινόν κελλίον
φαντάζει παλαιά ελαιογραφία.
Στο καύμα τ’ αυγουστιάτικου ήλιου
το κατάσκιο της ομορφάδας
προφταίνει τα κελλία των Καρυών
το Κελλί του Ραβδούχου
της Μεγάλης Παναγιάς
του Αγίου Νικολάου
του Καπρούλη
του Αγίου Σάββα
του Αγίου Τρύφωνος.
Σκοντάφτει κι η θωριά στα αγριόθαμνα
που μάθαμε να δρασκελάμε
ανθιλύδες, χαμαικίτιση, κορωνίδες
θάμνα π’ ομορφαίνουν την αθωνική γη.
Σε κείνο το ταπεινόν κελλίον των Καρυών
αναθυμούμαι το γεροντάκι εκείνο
να με προβοδίζει στη μισάνοιχτη πόρτα
φτιασίδι κι απόηχος που λησμονιά θαρρώ δεν έχει.
Ακόμα και για κείνο το τόσο απλό κι απέριττο
π’ άθελα πρωτοθαύμασα στο ταπεινό του κελλίον
κι επίμονα ζητούσε οπωσδήποτε μαζί μου να πάρω.
Κι έφυγα με το δώρημα εκείνο στην αμασχάλη
με το δισταγμό ν’ ανεμίζει στο ερημικό αγεράκι.
Θυμητάρι αλλιώτικο
φτερούγισμα  και τούτο
που παραμονεύει στο ξέφωτο του δάσους των Καρυών.


Από την ποιητική συλλογή   «Άθωνος δίκηρον»

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

Ποίηση Χαραλάμπους Βασίλη


ΣΤΑ ΣΤΑΣΙΔΙΑ ΤΟΥ ΓΑΛΗΝΕΜΟΥ
                                                               Του Βασίλη Χαραλάμπους

_____________
Μαθεμένο δεν είν’ τ’ αγέρι
στον Κουτσοβέντη να κατανεύει
σε τούτο του Πενταδάκτυλου το βουνοπλάγι.
Καθώς οι αητοί
πεισματικά συντροφεύουν
τούτα τα κατάκορφα γκρέμια στον Πενταδάκτυλο
έτσι κι οι θύμισες
με κείνη την αδιάκοπη γυροβολιά
στο σκλάβο κορφοβούνι.
Καταλαβαίνουν πια κι αητοί
τη ξενική περπατησιά στον Πενταδάκτυλο.
Σ’ αγνάντιο τόπο
ανάμεσα σε πάμπολλα λιόδενδρα και ροδοδάφνες
τ΄Άη Χρυσόστομου τ’ αγιοταφίτικο  μονάστηρο.
Κι από τότε δρασκελίζω καθημερινά
της Χαλεύκας τ’ ολοπράσινο
ίσαμε το Μοναστήρι τ’ Άη Χρυσόστομου.
Στα στασίδια του γαληνεμού  προσμένω
στο μικρό παρεκκλήσι της Αγίας Τριάδας
ξανανάβοντας τα πεταμένα αποκέρια
για τον Όρθρο που σιμώνει.

* γυροβολιά -  που δίνει γύρο

Από την ποιητική συλλογή «Ασπελία»

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Ποίηση Χαραλάμπους Βασίλης

ΜΗΔΕ ΑΠΟΡΟΥΝΤΕΣ
                                            Του Βασίλη Χαραλάμπους
___________
IMG_0194 
Ετούτος ο λαός συλλαβίζει ακόμη
στη χλαλοή των λεωφόρων
«φεύγε πολέμιον δανειστήν»
φεύγε εξ εσπερίας άφιλον δανειστήν.
Τόσες φορές το’πε τούτο ο Πλούταρχος
με κείνη τη σιγουριά για τ’ απογεννίδια.
Πόσο πικραίνουν
τα «εις αδοξίαν φαινόμενα»;
Πόσο παραπικαίνει
το «από μικρών κερδαίνειν»;
Κι ας το έχουν χιλιοειπεί
πως οι ετέροι φίλοι γίναν.
Ίσως να’ναι και τούτο
πως παραπανήσια το είπανε
κι οι  ίδιοι να το πιστέψουν.
Σίγουρό  είναι πως οι εταίροι ετούτοι
φίλοι ποσώς δεν λογιούνται.
Κι εμείς μηδέ απορούντες
μηδέ θαυμάζοντες
γιατί πολλάκις το’πε ο Πλούταρχος.
Μηδέ απορούντες
για την αναισχυντίαν ετούτη
από «μικρών κερδαίνειν»
μηδέ θαυμάζοντες
για τα «εις αδοξίαν φαινόμενα».
 

* Οι φράσεις στα εισαγωγικά είναι παρμένες από το αρχαίον κείμενον «Πλουτάρχου Ηθικά»

Από την ποιητική συλογή «Αρμίδι»
 
Στο γειτόνεμα ετούτο τ΄ ουρανού
                                                                         Του Βασίλη Χαραλάμπους
_____________
Ταξίδεμα στα ερημικά καταφύγια
στην Σκήτη του Αγίου Βασιλείου
αδημονώντας για κείνη την ορθρινή σιωπή
στο γειτόνεμα ετούτο τ΄ ουρανού.
Για σκιάδι
στο στρατί του μεγάλου δρυμού
δρύες
λεπτοκαρυές
σφενδάμνια κι αγριόλευκες.
Τα λιγοστά χορτάρια
στο μικρό τούτο μονοπάτι
π΄οδηγεί στο ξεμοναχιασμένο ασκηταριό
δεν ποδοπατήθηκαν ακόμη.
 

Από την ποιητική Συλλογή  « Αγιονορείτικο διαβατικό »
 
 

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Πασχαλινό διήγημα από το Βασίλη Χαραλάπους


Τρεχαντηράκης

Του Βασίλη Χαραλάμπους
_________


Είναι τώρα καμιά βδομάδα, που ο Καλλίστρατος ο «Λοστρόμος» πασκίζει να πείσει τον καπετάν Πολύβιο τον Τρεχαντηράκη, να πάνε για ψάρεμα. Τον Καλλίστρατο, «Λοστρόμο» συνηθάνε να τον λένε στη Φολέγανδρο και τούτο γιατί διόλου δεν τα κατάφερνε στο ψάρεμα. Μπήκε στη δούλεψη σε πολλά καΐκια, μα όλοι τον διώχνανε κι άκουγε να συχνολένε κείνο το «Εσύ μονάχα για λοστρόμος κάνεις Καλλίστρατε». Κι όλα τούτα μέχρι π’ αγόρασε δικό τρεχαντηράκι, από μια κληρονομιά του θειού του, τ’ Αρτέμη του Κυμιού. Όμως τα ίδια και πάλι. Δεν τα καταφέρνει με το ψάρεμα. Καιρό τώρα προσπαθεί να πείσει τον γέρο Πολύβιο τον Τρεχαντηράκη, να πάνε ψάρεμα ανοιχτά της Φολεγάνδρου, την τέχνη ετούτη της θάλασσας να μάθει. Να, τώρα που τον είδε στο καφενεδάκι, σιμά στο μώλο, αρχίνισε το παρακάλεμα.
- Δέξου καπετάν Πολύβιε να πάμε ψάρεμα ανοιχτά της Φολεγάνδρου.
Ο καπετάν Πολύβιος ο Τρεχαντηράκης τον είδε για λίγο σιωπηλός.
- Και θα’χεις καλό φιλοδώρημα Καπετάνιο.
- Δηλαδή; ρώτησε στρίβοντας το ψαρί μουστάκι του.
- Καλό, λέμε.
Έμεινε να τον κοιτάζει επίμονα αμίλητος, πείσμα και τούτο ν’ ακούσει το «ποσόν».
- Να μισά-μισά από τη ψαριά.
- Καλό είναι, είπε κοιτώντας τη θάλασσα.
- Απόψε θα φύγουμε.
- Καλό είναι «Λοστρόμε», καλό είναι, είπε ρουφώντας περίεργα το καφεδάκι του.
- Και θα με μάθεις και μένα πράγματα των παλιών ναυτικών. Ε;
Ο καπετάν Πολύβιος δεν μίλησε, κούνησε το κεφάλι του ρωτώντας.
- Θα’χουμε και κανένα ρακί συνοδειά μεσοπέλαγα; 
- Μη φοβάσαι καπετάνιο και ρακί και παστά.
- Το ψαροκάϊκο τι λέει;
- Μια χαρά είναι.
- Σίγουρα;
- Ναι καπετάνιο.
- Καλά θα το δούμε.
Παλαιός ναυτικός, ο καπετάν Πολύβιος ο Τρεχαντηράκης και πολλοί θά’θελαν να του μοιάσουν για το μεγάλο του μεράκι στα καράβια. Φυσικά κείνο που δεν θέλανε να του μοιάσουν τ’ άλλο του μεράκι, το παραδάκι, που τόσο δυσκόλευε τα πράγματα. Καιρό τώρα τον έβρισκες να κάθεται μονάχος στο λιμάνι, στον Καραβοστάση και ν’ ατενίζει τα καράβια στο πέλαγος. Παλαιότερα τον έβρισκες μονάχο να τριγυρνά στις «θεμωνιές», στις Φολεγάνδρου τ’ αγροτόσπιτα. Ήτανε τόσο σκεφτικός, π’ αβίαστα καταλάβαινες πως κάτι του κλέβει την χαρά. Μεγάλο μεράκι είχε τη θάλασσα, μα το ίδιο μεγάλο και της φιλαργυρίας το πάθος. Κι ετούτο της φιλαργυρίας το πάθος, γίνηκε αψηλός καστρότειχος, ανάμεσα στις τόσες του φιλίες. Για τούτο όταν καμιά φορά του το θύμιζε ο αδελφός του ο Μανωλιός, κουνούσε σιωπηλός το κεφάλι του. Κι ήταν τούτο το «εν» που τού’κλεβε την άλλη χαρά.
Πάνε μέρες τώρα που γύρισαν από το ψαροτάξιδο, ο καπετάν Πολύβιος ο Τρεχαντηράκης κι ο Καλλίστρατος ο «Λοστρόμος» κι έβλεπες τον γέρο Πολύβιο ν΄αργοδιαβαίνει σιωπηλός στης χώρας τα πλακόστρωτα και στα στενά του Κάστρου. Κάθε αποδείλινο ίσαμε τα πρώτα χνάρια της νυχτιάς, ανέβαινε στο βράχο της Παναγιάς κι ατένιζε μονάχος τον πελαγίσιο ορίζοντα. Τι να’γινε άραγε με τον γέρο Πολύβιο; Είν’ αλήθεια όσα ακούγονται; Για να το διηγείται όμως ο «Λοστρόμος»; Κάπως έτσι το διηγόταν κείνο τα’ αποδείλινο στο καφενεδάκι στο μώλο.
- Τίποτα δεν θέλω Λοστρόμε.
- Μα, πως;
- Τίποτα σου λέω. Εξάλλου εσύ έχεις και τέσσερα παιδιά.
- Ο κόπος σου, καπετάν Πολύβιε, για κείνα που μ’ έμαθες στο ψάρεμα. Κείνο το ψαροτάξιδο μ’έμαθε τόσα πράγματα.
- Κι εμένα πιο πολλά Λοστρόμε.
- Δηλαδή καπετάν Πολύβιε;
- Να, θυμάσαι το μπουρίνι κείνο το βράδυ;
- Πως;
- Κόντεψε να πνιγούμε στα βάθια, Λοστρόμε. Ο Άη Νικόλας κι η Παναγιά βοήθησε και γλυτώσαμε. Τόσα χρόνια στα πέλαγα, τέτοιο μπουρίνι, τέτοια βραδιά, δεν θυμάμαι. Κείνο το βράδυ μ’ έμαθε και μένα πως έπρεπε μεσοπέλαγα ν’ αφήσω της φιλαργυρίας το πάθος. Τι σημασία έχουν τα λεφτά, τι σημασία έχουν τα λεφτά.
Το μόνο σίγουρο ήταν πως κανείς δεν πίστεψε τον Λοστρόμο. «Έλα, έτσι τόπε», «Από βδομάδας θα το θυμηθεί, να το δεις».
Ανήμερα του Πάσχα, η Φολέγανδρος έβαλε τα γιορτινά της. Συνήθειο Φολεγανδρινό τούτη τη μέρα να λιτανεύουν την εικόνα της Μεγαλόχαρης Παναγιάς σ΄’όλα τα σπίτια του νησιού. Το Πάσχα ανήμερα, η λιτανευτική πομπή περνάει από τη χώρα και τα στενά του Κάστρου, τη Δευτέρα από τη Άνω Μεριά και τ’ αγροτόσπιτα και την Τρίτη στον Πετούση και στο Λιβάδι. Κι ύστερα συνήθειο το’χουν, να φτάνουν στον Καραβοστάση και να βλογούνται οι βάρκες και τα ψαροκάϊκα στο λιμάνι. Και σαν βλογηθούνε όλα τούτα, τ’ απόβραδο θα γυρίσουν στης Παναγιάς το Μοναστήρι.
Ψέλνουν οι ψαλτάδες το «Χριστός ανέστη», θυμιατίζει ο παπά Διονύσης κι ο Κωνσταντής με τον Ανθέμη κρατάνε την ασημοστόλιστη εικόνα της Παναγιάς.
- Περίεργα πράγματα, ο καπετάν Πολύβιος, είναι στο πρωτοσκάλι του σπιτιού του σήμερα, μονολόγησε κάπως δυνατά ο Ανθέμης, σαν είδε από μακριά τον γέρο Πολύβιο να’ναι καθισμένος στα σκαλοπάτια της αυλής του.
- Την ψαλτική να κοιτάς Ανθέμη κι όχι αλλότρια πράγματα.
- Μα παπά μου…
Κι ο παπα Διονύσης τον σταμάτησε ψέλνοντας μεγαλόφωνα με τη χοντρή φωνή του. Τούτες τις μέρες το κάθε σπιτικό την πομπή υποδέχεται με γλυκά κεράσματα και ρακή. Κι είναι αλήθεια, πως ο γέρο Πολύβιος συνήθιζε κάθε τέτοια μέρα, περίτεχνα να φροντίζει, νάναι στο σπιτικό της αδελφής του της Αφροδίτης, με τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά του μήπως και φιλέψει τη συνοδειά από τη λιτανεία. Σαν έφτασε η πομπή στο σπιτικό του καπετάν Πολύβιου ήταν να τον χαίρεσαι, πως ήθελε να τους φιλέψει όλους και σαν φεύγανε, έβγαλε κάτι χαρονομίσματα και τά’δωσε στον Γιαννιό το επίτροπο. 
- Αυτά για την εκκλησιά της Παναγιάς μας .
Ο παπά Διονύσης έψελνε κείνη τη στιγμή κι ίσαμε που πρόλαβε ν’ αφήσει ένα νεύμα ευχαριστίας και μια ματιά «νικητήριον».
- Περίεργα πράγματα, μουρμούρισε ο Ανθέμης.
- Την ψαλτική Ανθέμη, την ψαλτική.
- Μια κουβέντα είπαμε, παπά μου.
Ήταν να απορείς, βλέποντάς τον γέρο Πολύβιο, ν’ ακολουθεί τη λιτανευτική πομπή και κάθε τόσο να σταματά στις ασπρισμένες αυλές και να φιλεύει τα παιδιά με κάτι καραμέλλες πολύχρωμες «Πάρτε είναι από τας Ευρώπας». Φαίνεται κάποιος ταξιδεμένος ναυτικός του τις έφερε. Κι ήταν να τον χαίρεσαι τ’ απομεσήμερο στην πλατεία της Πούντας με τα σκολιαροπαίδια ολοτρίγυρα ν’αποζητούν τις πολύχρωμες καραμέλλες. Από τότε κάθε τόσο, τον άκουγες να σιγομουρμουρίζει κείνο το «Τι σημασία έχουν τα λεφτά, τι σημασία έχουν τα λεφτά».