Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Ο θάνατος της λογοτεχνικής κρτικής ... άρθρο από το Μάνο Τασάκο


Φαντασθεῖτε ἕνα ἀθλητικό στάδιο γεμάτο ἀπό θεατές ἀγώνων, ἅς ὑποθέσωμε στίβου. Οἱ ἀθλητές ἑτοιμάζονται νά ἀγωνισθοῦν στά 100 μέτρα, ἅς ὑποθέσωμε καί πάλι ὅτι ἡ ἀνώτατη ἐπίδοση  εἶναι στά δέκα δευτερόλεπτα. Ὁ κάθε ἀθλητής θά προσπαθήσει νά ξεπεράση αὐτό τό ὅριο ἔστω καί κατά ἕνα δεύτερο, ἔστω καί κατά δέκατα τοῦ δευτερολέπτου. Ὅλα εἶναι ἕτοιμα, ὅταν ξάφνου ἀκούγεται ἀπό τά μεγάφωνα μία ἀνακοίνωση –τό ρεκόρ πλέον εἶναι στά εἴκοσι λεπτά. Ποιό θά ἦταν τό κύριο ἀποτέλεσμα μιᾶς παρόμοιας μεταβολῆς;
Τό πρῶτο καί βασικότερο –καταργεῖται πλέον ὁ διαχωρισμός ἀνάμεσα στήν κερκίδα καί τό στάδιο. Ὁ καθείς ἠμπορεῖ πλέον, ὄχι μόνο νά γενεῖ ἀθλητής, ἀλλά καί νά ἀνακηρυχθεῖ πρωταθλητής, καθώς ἡ ἐπιδίωξη ἔχει πλέον τίς ἐλάχιστες ἀπαιτήσεις, προϋποθέτει τόν ἐλάχιστο κόπο. Ὅλοι ἔχουν ἀγκαλιάσει τ’ ὄνειρό τους, νά γενοῦν δηλαδή οἱ ἴδιοι ὡσάν τούς ἀθλητές πού θαυμάζουν καί ἐπευφημοῦν, μόνο πού τώρα ὑπάρχει ἕνα ἐνοχλητικό πρόβλημα –τό στάδιο εἶναι γεμᾶτο ἀπό ἀθλητές, μά ἡ προσπάθειά τους ἀφορᾶ μοναχά τούς ἴδιους, καθώς δέν ὑπάρχουν πλέον θεατές καί στήν οὐσία δέν ὑπάρχουν μήτε καν συναθλητές, τό κριτήριο τῆς διάκρισης ἔχει ἀναιρεθεῖ. Ὁ ἀγῶνας εἶναι πιά ἕνα πουκάμισο ἀδειανό, δέν ἔχει λόγο ὕπαρξης, τό στάδιο εἶναι γεμάτο, ἀλλά ἡ πληρότητά του ἀντανακλᾶ μία γελοιότητα καί δέν ἐξυπηρετεῖ κανέναν σκοπό, δέν προσφέρει καμία αἰσθητική ἤ ἄλλη ἀπόλαυση ἱκανή νά συνεγείρει, νά κινητοποιήσει, νά ἐνθουσιάσει, ἔστω νά προκαλέσει θαυμασμό. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ εἰκόνα, (φυσικά μέσα ἀπό ἀργή, σταδιακή ἐξέλιξη) ἀποτυπώνει τήν σημερινή κατάσταση στήν λογοτεχνία καί πολύ περισσότερο στήν ποίηση. Τά κριτήρια ἔχουν θαμπώσει τόσο πολύ, (ἤ καί σχεδόν ἐξαφανισθεῖ), πού πλέον ἡ ἀξία μίας ἔκδοσης εἶναι περίπου ἀνύπαρκτη, ἀδιάφορη γιά τό εὐρύτερο ἀναγνωστικό κοινό, μή ἀναγνωρίσιμη ὡς ἀποτέλεσμα μόχθου, στοχασμοῦ, βασάνου. Σέ τούτη τήν πραγματικότητα, ἰσχυρή ἔχω τήν γνώμη, πώς ἔχουν συντελέσει καθοριστικά δύο μακρόβιοι θεσμοί –ὁ ἕνας εἶναι ἡ παιδεία (πού δέν θά ἐξετάσωμε σήμερα), ὁ ἄλλος εἶναι ἡ κριτική καί ἰδιαιτέρως ἐκείνη τῆς λογοτεχνίας.
Τό παράδειγμα εἶναι βεβαίως ἁπλοϊκό καί μπορῶ ν’ ἀκούσω ἤδη τήν φωνή πού κραυγάζει «μά στόν ἀθλητισμό ὑπάρχουν ὅρια σαφῆ καί καθορισμένα χωρίς καμία δυνατότητα παρερμηνειῶν, ἐνῷ στήν λογοτεχνία εἶναι ὅλα ὑποκειμενικά, κανείς δέν ἠμπορεῖ μέ βεβαιότητα νά ἀρνηθεῖ τήν ποιότητα ἑνός ἔργου ἤ  ἀντιθέτως νά τήν ἐπιβάλλει ὡς κυρίαρχη καί γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο κάθε κριτική εἶναι σχεδόν ἄχρηστη καί περιττή…».
Ὁπωσδήποτε τό παράδειγμα δέν εἶναι τό εὐτυχέστερο, ὅμως «ὡς μεταφορά εἰκόνας» σκιαγραφεῖ τό πρόβλημα μέ ἐνάργεια καί ἀπαντᾶ στίς ἀπορίες πολλῶν γιά τήν ποιότητα (μά καί ποσότητα) τῆς σημερινῆς λογοτεχνίας, τήν ἀνυπαρξία πρωτοποριῶν στά τελευταῖα τριάντα ἤ καί σαράντα χρόνια καί ἀκόμη τήν ἀδυναμία κάποιων λίγων ἄξιων κειμένων (πρόζας καί ποίησης) νά ξεχωρίσουν ἀπό τήν συνάθροιση, ν’ ἀποκτήσουν μία μονιμότητα παρουσίας, μέ ἄλλους λόγους νά ἐπηρεάσουν τόν συλλογικό στοχασμό καί τήν κοινωνική συμπεριφορά. Δέν εἶναι ὅτι δέν ὑπάρχουν «ἀθλητές τῆς καλῆς λογοτεχνίας», εἶναι πού πιά δέν ὑπάρχουν οἱ «θεατές ἀναγνῶστες» μέ κριτήρια ἀξιοσύνης καί γενικότερα κριτική στάση ἀπέναντι στό κείμενο. Εἶναι πολλοί οἱ λόγοι πού ὁδήγησαν σέ τούτη τήν ἰσότητα ποιότητας (μέ σύγκλιση στό μέτριο ἤ στό κακό κείμενο), μά ἕνας ἀπό τούς βασικότερους εἶναι ἡ σταδιακή ὑποχώρηση τῆς σοβαρῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς, ἡ δειλία της μπροστά σε μία κακῶς ἐννοούμενη καί ἀνόητη πολιτική ὀρθότητα καί ὁ συμβιβασμός της μέ τόν μέσο ὄρο χάριν τῆς δημοφιλίας, τῆς κοινῆς περί λογοτεχνίας ἀντίληψης, ἐν τέλει τῆς εὐκολίας.
Οἱ προκαταλήψεις καί οἱ ἀποκλεισμοί δεν ἔλλειψαν ποτέ ἀπό τήν Ἑλληνική κριτική. Ὁ Σαββίδης (και πολύ περισσότερο ὁ Δημαρᾶς) ποτέ του δεν συμπάθησε τούς Καρυωτάκη καί Καβάφη, παρά το ὅτι, τόσο ἡ γενεά τοῦ τριάντα, ὅσο και ἐκεῖνοι τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς περιόδου, ἐπηρεάστηκαν ἀπό αὐτούς καθοριστικά…
Τό γραφεῖο μου εἶναι γεμάτο ἀπό κείμενα νέων καί παλαιότερων συγγραφέων, (ἄξιοι, μέτριοι ἤ κακοί, δέν ἔχει καί τόση σημασία…), μέ ἕνα κοινό παράπονο, πού ὑποδηλώνει ταυτόχρονα καί μιά ἀπορία. Κάποιοι ἀπό αὐτούς ἔχουν προσπαθήσει πολύ για νά γράψουν, κι ἔπειτα νά ἐκδώσουν, ὕστερα νά προωθήσουν, τέλος νά ἀκούσουν μιά κριτική ὁλοκληρωμένη μέ διάθεση νά βελτιωθοῦν, διατηροῦν πάντοτε τήν ἐλπίδα, (τήν κάπως μεταφυσική καί ἀβάσιμη ἐλπίδα…), πώς τό πόνημά τους θά ξεχωρίσει, θά γενεῖ μοναδικό, θά ἔβρει τήν θέση του στίς συνειδήσεις. Μά μέσα στό σημερινό τοπίο, ἐτούτη ἡ προσδοκία εἶναι ἀπίθανο να πραγματωθεῖ, ἐξαίρεση σπάνια πού, ἀκόμη καί ὅταν συμβαίνει, εἶναι πρόσκαιρη, προορισμένη νά σβήσει σέ χρόνο λιγοστό. Ἅς ἐπιστρέψωμε λίγο σέ παρελθόντα χρόνο κι ἅς δοῦμε το πῶς ἐφτάσαμε ὡς ἐδῶ.

Ἡ κριτική στή νεότερη Ἑλλάδα

Περισσότερα στο 

https://www.tasakos.gr/ὁ-θάνατος-τῆς-λογοτεχνικής-κριτικῆς


Δεν υπάρχουν σχόλια: