Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Διήγημα του Σκυθιώτη Πέτρου

Ηρεμία
                   

ΕΠΕΤΕΙΟΣ
Είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε που είχε ξυπνήσει στις 8 το πρωί.
Ένας φοβερός πονοκέφαλος. Σηκώθηκε με αργά βήματα και πήγε στην κουζίνα.
Κατέβασε από το πάνω ντουλάπι ένα ντεπόν και το κατάπιε προσπαθώντας να θυμηθεί
τι ακριβώς είχε συμβεί το βράδυ της προηγούμενης. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν ήταν η κατάλληλη ώρα να ξυπνήσει. Άνεργος εδώ και 4 μήνες. Το μόνο που τον περίμενε τέτοια ώρα ήταν ο κρύος ήλιος του Δεκέμβρη κι ίσως καμιά χαζή πρωινή εκπομπή απ’ αυτές που βλέπουν οι συνταξιούχοι πίνοντας τον καφέ τους. Άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε έξω. Άνθρωποι κι αυτοκίνητα. Ποτέ δεν κατάλαβε τι απ’ τα δυο κάνουν περισσότερο θόρυβο. Η απάντηση ίσως είναι προφανής για τους περισσότερους, όμως αυτός είχε το συνήθειο να αντιστρέφει τα πάντα στο μυαλό του προκειμένου να υποστηρίξει το αναπάντεχο. Μία απ’ τις παραξενιές του μάλλον. Η περιουσία στο κεφάλι του μετρούσε πολλές τέτοιες. Αποφάσισε πως δεν ήταν καλή ιδέα να συνεχίσει να παρακολουθεί την κίνηση στο δρόμο και γύρισε στο κρεβάτι του. Η Άννα έλειπε. Είχε σηκωθεί νωρίτερα κι είχε πάει στη δουλειά. Η Άννα ήταν απ’ τους λίγους που κάπως τον στήριζε, αν κι αυτή είχε τα δικά της προβλήματα και δεν μπορούσε να σηκώσει το ψυχολογικό φορτίο και των δύο.

Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Σηκώθηκε για δεύτερη φορά κι έφτιαξε καφέ. Άναψε τσιγάρο. Άνοιξε το ραδιόφωνο στο σταθμό με τη τζαζ. Το ραδιόφωνο του άρεζε πολύ τις πρωινές ώρες που έμενε μόνος. Πιο νέος σκεφτόταν να κάνει κι αυτός μια δική του ραδιοφωνική εκπομπή. Του φαινόταν ελκυστική η ιδέα να επιλέγει μουσική και να μιλάει σε ανθρώπους που βρισκόντουσαν στη θέση που βρίσκεται κι αυτός τώρα. Να συνοδεύει η φωνή του κι οι ιστορίες του τη μοναξιά του καφέ τους. Κι από πάνω να πληρώνεται κιόλας. Ναι, θα ήταν τέλειο. Αλήθεια, πόσοι άνθρωποι γουστάρουν τη δουλειά τους; Οι περισσότεροι ξοδεύουν τουλάχιστον 10 ώρες  απ’ τη ζωή τους κάθε μέρα σε κάτι που μισούν. Όπως η Άννα. Πωλήτρια σε κατάστημα με ρούχα.
Χαμογέλασε. Τα σχέδια που έμειναν στη μέση. Ή μάλλον έμειναν στη μέση, αλλά συνεχίζονται νοερά που και που με το πρωινό τσιγάρο και τη τζαζ. Σκέφτηκε πως τα πρωινά όνειρα ήταν καλύτερα απ’ τα βραδινά. Κυρίως γιατί μπορείς να επιλέξεις μόνος σου το σενάριο και δεν το αφήνεις ολότελα στα χέρια του υποσυνείδητου. Το καθένα απ’ αυτά μια ολόκληρη ιστορία στημένη στο μυαλό του που σχεδόν πάντα σκόνταφτε στην πράξη. Λες και εκπληρώθηκε ποτέ κάποιο όνειρο ή ευχή. Η πραγματικότητα ήταν ότι δεν υπήρχε αρκετός χώρος για νέους παραγωγούς. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγε η νέα μόδα που ξεπήδησε τα τελευταία χρόνια από ψηλά. Τέλειωσε τον καφέ του. Ντύθηκε και βγήκε έξω να πάρει λίγο αέρα και καμιά εφημερίδα να περάσει κάπως τον χρόνο του. Ήταν ακόμη νωρίς για να πάρει τηλέφωνο τον Δήμο. Σίγουρα θα κοιμόταν. Ο Δήμος προσπαθούσε να γίνει δημοσιογράφος ποιητής συγγραφέας και παράλληλα δούλευε ως σερβιτόρος τα βράδια σ’ ένα εστιατόριο. Σίγουρα δεν ήταν αυτό που ήθελε. Είχε κι αυτός το πρόβλημα να πιστεύει πως ο εαυτός του αξίζει το καλύτερο. Ναρκισσιστής; Φιλόδοξος; Ίσως…

Μετά από μια μισάωρη βόλτα στην πόλη γύρισε σπίτι. Κοίταξε τον τίτλο στο πρωτοσέλιδο: Μαζί προχωράμε μπροστά! Διάβασε παρακάτω: Αισιοδοξία επικρατεί στις τάξεις του κυβερνώντος κόμματος έπειτα από τον ανασχηματισμό. Ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε ικανοποιημένος με τα νέα αποτελέσματα των γκάλοπ που φέρουν την κυβέρνηση να αποκτά την συγκρατημένη μεν αλλά εμπιστοσύνη δε των πολιτών και να ευελπιστεί… Δεν διάβασε παρακάτω. Ήταν εντελώς γελοίο όλο αυτό το παιχνίδι. Έτσι κι αλλιώς δεν την πήρε για να διαβάσει το πολιτικό ρεπορτάζ -στο διάολο ο ανασχηματισμός και η αισιοδοξία τους- αλλά περισσότερο τα πολιτιστικά. Κοίταξε το ρολόι. Είχε πάει 12. Ήταν μια καλή στιγμή για να πάρει τηλέφωνο τον Δήμο. Όλως περιέργως ακουγόταν σα να είχε μόλις ξυπνήσει…


-Έλα ρε τι γίνεται;
-Αρκετά καλά. Το ξέρεις ότι οι Παρασκευές αρέσουν σ’ όλο τον κόσμο, ακόμη και σ’ εμένα…
-Ναι, το διάβασα στην εφημερίδα…
-Τι πράγμα;
-Ότι είναι Παρασκευή.
-Ωραία. Τι με θες;
-Τίποτα το ιδιαίτερο. Αν δεν έχεις τι να κάνεις πέρνα από δω.
-Το ξέρεις ότι πάντα είμαι πολυάσχολος.
-Γι ‘αυτό στο πρότεινα…

Το κουδούνι χτύπησε μετά από κανα μισάωρο.
Έβγαλε δυο μπύρες απ’ το ψυγείο και τις άνοιξε.

Ο Δήμος κατέβασε μια γουλιά κι άρχισε…
-Ξέρεις τι είναι αυτό που κάνει όμορφες τις Παρασκευές;

-Για πες…
-Η αναμονή.
-Δηλαδή;
-Όλοι περιμένουν το Σαββατοκύριακο νομίζοντας πως κάτι καλό πρόκειται να γίνει.
Ξέρεις, να διασκεδάσουν. Να κάνουν καμιά βόλτα, να πιούνε καναδυό ποτά, να γνωρίσουν καμιά ωραία γκόμενα αν είναι τυχεροί και να πάνε την Κυριακή στο γήπεδο…
-Ή να δούνε τον αγώνα απ’ την τηλεόραση. Κρίση φίλε…
-Ναι είναι κι αυτό, το ξέχασα. Κι όλο αυτό κρατάει όσο μια ανάσα, ίσα ίσα να σε κουρδίσει για να ξαναμπείς στην παραγωγή από Δευτέρα.
-Κι η αναμονή της Παρασκευής τι σχέση έχει;
-Τις περισσότερες φορές η αναμονή είναι πολύ καλύτερη απ’ αυτό που ακολουθεί. Η πράξη αυτή καθαυτή συνήθως σε απογοητεύει. Είναι σα να συγκρίνεις το όνειρο με την πραγματικότητα. Άνιση μάχη.
-Εκτός κι αν κάποιος είναι πολύ μετριοπαθής…
-Ίσως, αλλά δε νομίζω. Οι μετριοπαθείς έχουν μέτρια όνειρα και ακόμα πιο μέτρια ζωή…
-Ακόμα κι αυτό είναι καλύτερο απ’ το να έχεις τρομερά όνειρα και να κάνεις μια επίσης μέτρια ζωή. Οπότε είναι πιο ικανοποιημένοι, άρα και πιο ευτυχισμένοι. Έτσι;
-Και βέβαια είναι ικανοποιημένος όποιος βάζει χαμηλά τον πήχη. Τι γίνεται όμως όταν ο εαυτός σου ο ίδιος δεν σ’ αφήνει να το κάνεις;
-Μάλλον προσπαθείς να εφεύρεις τρόπους για να τον ξεγελάσεις, αν και θα ήταν προδοσία.
-Η έσχατη.
-Ακριβώς. Τότε αναλώνεσαι σε μια μάλλον ατέλειωτη εσωτερική ανησυχία μετρώντας κάθε μέρα την απόσταση αυτού που είσαι με αυτό που ήθελες να γίνεις. Συνήθως δεν βγάζεις κάποια άκρη που να σε ικανοποιεί και μετά προχωράς στο δεύτερο στάδιο…
-Γιατί είπες «μάλλον ατέλειωτη»;
-Επειδή ρε Παύλο δεν ξέρω ακόμα αν κάποτε μου τελειώσει. Έχω αναρωτηθεί αρκετές φορές, αλλά ο χρόνος θα δείξει.

-Μάλιστα. Και ποιο είναι το δεύτερο στάδιο;
-Το δεύτερο στάδιο είναι η σύγκριση με τους μετριοπαθείς. Αυτούς που μπορεί να βρίσκονται στην ίδια φάση μ’ εσένα, αλλά έχουν ικανοποιήσει το όνειρό τους σ’ ένα σαφώς μεγαλύτερο ποσοστό.
-Νομίζω και το δεύτερο στάδιο δεν οδηγεί πουθενά.
-Φυσικά. Φτάνεις βέβαια στο σημείο μερικές φορές να θες να τους μοιάσεις αλλά στην ουσία μόλις φανταστείς τον εαυτό σου στη θέση τους αηδιάζεις.
-Λογικό μου φαίνεται…Κι ύστερα;
-Ύστερα σου τελειώνει η μπύρα.
-Σου βγάζω άλλη μία…
-Ύστερα μπαίνεις σ’ έναν κύκλο απ’ τον οποίο φαντάζομαι ότι υπάρχουν δυο διέξοδοι. Ή αξιοποιείς τις ικανότητές σου και με λίγη τύχη πραγματοποιείς το όνειρο σου έστω και σε κάποιο ποσοστό ή με τα χρόνια διαβρώνεσαι και γίνεσαι κανονικός άνθρωπος ζώντας μια κανονική ζωή, ξέρεις σαν την Άννα…
-Η Άννα δεν ζει μια κανονική ζωή. Σκέψου ότι είμαστε μαζί σχεδόν ένα χρόνο.
-Είναι άλλο κράμα ανθρώπου όμως Παύλο. Βάζω στοίχημα πως ποτέ δεν της έχει περάσει η ιδέα να ξεφύγει απ’ το συνηθισμένο. Ακόμα κι αν της περάσει κάποτε ή θα είναι πολύ αργά ή πολύ απλά δεν θα ‘χει τις δυνάμεις να το κάνει.
-Γιατί ρε συ τι παραπάνω έχουμε εμείς;
-Ωχ μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Την ξέρεις πολύ καλύτερα.
-Είναι εργατική όμως Δήμο. Αν δεν δούλευε 4 μήνες τώρα... Νομίζεις αισθάνομαι καλά που κάθομαι κι απολαμβάνω τον ύπνο μου ενώ αυτή σηκώνεται απ’ τις 6.30 για να ετοιμαστεί για τη δουλειά; Ή που πίνω μπύρες την ώρα που αυτή εξυπηρετεί την κάθε ηλίθια πελάτισσα με το μακρύ της και το κοντό της;
-Τι να πω…εσύ ξέρεις.

-Ξέρω. Έμαθες για τον ανασχηματισμό;
-Έμαθα. Αν και προτιμώ να ξεκινάω τη μέρα μου με κάτι ευχάριστο, έκανα το λάθος ν’ ανοίξω τηλεόραση πριν έρθω.
-Αλήθεια, ποιος ψυχοπαθής έχει τέτοιες ελπίδες;
-Δεν χρειάζεται να’ σαι ψυχοπαθής για να μη βλέπεις γυμνό τον βασιλιά…
-Στην προκειμένη περίπτωση την κυβέρνηση.
-Το Έθνος αγαπητέ! Είναι γυμνό αγαπητέ Συνέλλην!
-Μην αστειεύεσαι. Μερικοί τα πιστεύουν πραγματικά.
-Το ξέρω. Λες και σώθηκαν ποτέ οι ηλίθιοι.
-Το «σώθηκαν» με την έννοια του «τελείωσαν» όχι. Το «σώθηκαν» με την έννοια του «σώθηκαν» αρκετές φορές.
-Η ανοσία της άγνοιας. Καλό ναρκωτικό. Πρώτο πράμα.
-Το καλύτερο. Διαρκεί για πάντα η μαστούρα και δεν σκοτώνει κιόλας. Άκρως φιλικό προς το περιβάλλον. Το Αστικό που λένε κι οι φίλοι μας. Πουλάνε αρκετό πράμα τα κανάλια, οι εφημερίδες και σχεδόν τζάμπα ε…
-Πρέπει να’ ναι σε αφθονία, γι’ αυτό. Όπως ο ήλιος κι ο αέρας.
-Ναι ρε. Ελεύθερο αγαθό, που λένε κι οι οικονομολόγοι.
-Το ‘ξερα ότι πάντα άξιζες μια θέση οικονομικού συμβούλου σε πολυεθνική.
-Έχω πάρει πεντέξι προτάσεις και τις μελετάω…

Η κουβέντα συνεχίστηκε μέχρι τις 3 περίπου όποτε κι ήρθε η Άννα.
-Τι κάνεις αγάπη μου; φώναξε ο Παύλος μόλις άκουσε την πόρτα να κλείνει με πάταγο.
Δεν εισέπραξε καμία απάντηση.
Ήταν φανερό πως οι Παρασκευές δεν ήταν ευχάριστες για όλους τους ανθρώπους και ιδιαίτερα για την Άννα που μπήκε μετά από λίγο στην κουζίνα που κάθονταν οι δύο άντρες κατακόκκινη απ’ τα νεύρα.
Ο Δήμος παρέμεινε σιωπηλός.
-Τι έγινε μωρό μου; έκανε μια δεύτερη προσπάθεια ο Παύλος
-Έγινε ότι μάλωσα με την ιδιοκτήτρια. Η παλιοπουτάνα        . Επειδή δεν πάει καλά το μαγαζί ρίχνει την ευθύνη πάνω μου λες και πρέπει να βγω στο πεζοδρόμιο και να τις τραβάω απ’ το χέρι για να ‘ρθουν να ψωνίσουν.
-Έτσι είναι η ελεύθερη αγορά Αννούλα…
-Δήμο σκάσε!
-Συνέχισε…είπε ο Παύλος.
-Ε και μου είπε ότι αν συνεχιστεί έτσι το πράγμα θα πρέπει να κάνει απολύσεις.
Κι επειδή οι άλλες είναι παλιότερες, μάντεψε…
-Θα απολύσει εσένα, είπε ο Παύλος.
-Μπράβο ρε μάγκα, εσύ αδικείσαι. Αννούλα άντε κάτσε να φάμε καμιά ώρα, είπε ο Δήμος τραβώντας άλλη μια μπύρα απ’ το ψυγείο.

Το απόγευμα που ακολούθησε ήταν υγρό. Ο πρωινός ήλιος έδωσε τη θέση του σε βαριά γκρίζα σύννεφα κι η βροχή που ακολούθησε μόλις έπιασε να βραδιάζει δεν μπορούσε να προκαλέσει σε κανέναν τη διάθεση για να βγει έξω. Ο Δήμος είχε φύγει μόλις τελείωσαν το φαγητό. Το πεδίο πλέον ήταν ελεύθερο κι ήταν σίγουρο πως θα ακολουθούσε ακόμα μία καταιγίδα αυτή την φορά εντός σπιτιού. Ο Παύλος πήρε έναν μεσημεριανό ύπνο, σηκώθηκε, πλύθηκε στο νιπτήρα κι έσυρε τα βήματά του προς την κουζίνα όπου τον περίμενε η Άννα σκεφτική πίνοντας τον καφέ της.

-Ο χειμώνας με μελαγχολεί, είπε μπαίνοντας. Κοίτα, είναι 18.30 η ώρα κι έχει ήδη βραδιάσει. Κι από πάνω κρύα, βροχές, χιόνια. Λες και θέλει να σε κάνει να κοιμάσαι όλη μέρα τυλιγμένος με τρεις κουβέρτες. Θα ένιωθα πολύ καλύτερα αν έπεφτα σε χειμερία νάρκη…
-Τίποτα δεν σ’ αρέσει μωρέ Παύλο. Όλο γκρινιάζεις. Καλοπερνάς και γκρινιάζεις. Τι θα γίνει τελικά;
-Τι θα γίνει σχετικά με τι;
-Τι θα γίνει σχετικά με τη δουλειά σου. Ως πότε εγώ θα δουλεύω κι εσύ θα κάθεσαι; Κι από πάνω να γκρινιάζεις για όλα. Κι από πάνω να φέρνεις και τον άλλον τον Δήμο που δεν ξέρει τι σημαίνει τάξη στη ζωή του και να τα πίνετε πρωινιάτικα λες και πηγαίνουν όλα ρολόι και δεν χρειάζεται να ανησυχείς για τίποτα.
-Άννα πίστεψέ με, έχω πολύ περισσότερες ανησυχίες απ’ ότι εσύ…
-Τι ανησυχίες; Πολιτιστικού και φιλοσοφικού χαρακτήρα; Χαίρω πολύ. Εδώ η ζωή τρέχει, σε ξεπερνάει πριν προλάβεις καν να τη δεις κι εσύ ακόμα επιμένεις να προσηλώνεσαι στα μακρινά χάνοντας τα κοντινά σου.
-Κοίτα Άννα την έχουμε κάνει άπειρες φορές αυτή την κουβέντα αλλά και πάλι δεν εννοείς να καταλάβεις.
-Να καταλάβω τι;
-Άσ’ το. Τίποτα.
-Τι τίποτα; Πες μου τώρα! Τώρα!

Ο Παύλος σηκώθηκε με μια ξαφνική κίνηση και βγήκε απ’ την κουζίνα. Δεν μπορούσε ν’ ακούσει άλλα. Ντύθηκε στα γρήγορα και βγήκε έξω στην βροχερή πόλη χτυπώντας πίσω του την πόρτα κι ακούγοντας την Άννα να φωνάζει διάφορα.

Έξω πλησίαζαν οι γιορτές των Χριστουγέννων. Ή τουλάχιστον έτσι μαρτυρούσαν τα στολισμένα μαγαζιά, οι στολισμένοι δρόμοι, τα στολισμένα σπίτια…Τελικά είναι μεγάλο πράγμα η αυθυποβολή. Βλέπεις ανθρώπους με χαρούμενα πρόσωπα και δεν ξέρουν κι οι ίδιοι για ποιο λόγο χαίρονται. Για τη γέννηση του Χριστού, θα σου πούνε. Μαλακίες. Δεν είναι αυτό. Κι η απόδειξη; Αν βγάλεις τα φωτάκια, τις προσφορές και τις άδειες κανείς δεν θα χαιρόταν τόσο.
Του την έδιναν απίστευτα οι γιορτές. Του την έδινε όλος αυτός ο ψυχαναγκασμός να δείχνει χαρούμενος μέσα σ’ ένα χαρούμενο τοπίο ενώ δεν υπήρχε κανείς ουσιαστικός λόγος. Αισθανόταν αρκετά αδιάφορος για να το κάνει. Κι ούτε ποτέ του περηφανεύτηκε για τις υποκριτικές του ικανότητες.

Σκεφτόταν ότι η Άννα είχε δίκιο αλλά με τον απότομο τρόπο της το έχανε. Έπρεπε να πιάσει μια δουλειά αλλά όποτε αισθανόταν έτοιμος αυτός. Είχε κάποια λεφτά στην άκρη και μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει για να περάσει λίγο καιρό μέχρι να ξαναβρεί πάλι κάτι καλό. Η προηγούμενη δουλειά του σ’ ένα μικρό βιβλιοπωλείο ήταν αρκετά καλή κι ενδιαφέρουσα. Στο αντικείμενό του. Όμως ο ιδιοκτήτης αποφάσισε να το πουλήσει μια και δεν έβγαζε τίποτα. Δεν διαβάζει βιβλία και πολύς κόσμος τελευταία. Κι όποιοι υπάρχουν προτιμούν τα μεγάλα βιβλιοπωλεία. Ο νόμος του ανταγωνισμού το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, ξέρετε τώρα τα γνωστά… Περιπλανιόταν για αρκετή ώρα έτσι αφηρημένος.
Σ’ αυτές τις περιπλανήσεις του ώρες ώρες αναπολούσε την παιδική του ηλικία. Τότε που δεν χρειαζόταν να ανησυχεί για τίποτα. Ή μάλλον δεν διέκρινε καμιά ανησυχία πουθενά. Λες και τις είχε καλύψει όλες ένα αόρατο πέπλο. Ένα πέπλο που αραίωνε σιγά σιγά όσο μεγάλωνε εκείνος από κάτω του. Ώσπου ήρθε μια στιγμή που έμεινε μόνος στην αρένα ν’ αντιμετωπίσει χωρίς βοήθεια όλες τις φοβίες και τα κόμπλεξ που του γεννήθηκαν όσο καιρό βρισκόταν υπό προστασία. Και σε όλους δηλαδή το ίδιο συμβαίνει. Τα χώματα στα παιδικά ρούχα είναι όπως τα δάκρυα όταν γεννιέσαι. Πανέμορφα. Αλλά το καταλαβαίνεις αργότερα. Τελικά οτιδήποτε το βιώνεις απόλυτα στην έλλειψη του. Στην παρουσία του λίγα πράγματα καταλαβαίνεις. Ενσωματώνεται στη ρουτίνα κι ύστερα δεν σου κάνει καμία ιδιαίτερη αίσθηση.
Δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι προτού κοιμηθεί η Άννα, αλλά είχε κρυώσει αρκετά για να τριγυρνάει κι άλλο άσκοπα στο κρύο. Ο Δήμος το βράδυ δούλευε στο εστιατόριο κι έτσι δεν ήταν διαθέσιμος για παρέα.

Γύρισε το κλειδί στην πόρτα. Προς μεγάλη του έκπληξη η Άννα ετοιμαζόταν να βγει. Δεν μίλησαν. Έβαλε ένα ποτήρι ουίσκι κι άνοιξε το ραδιόφωνο. Καθόταν και έπινε στο μισοσκόταδο. Του άρεσε. Τον γαλήνευε. Σ’ ένα μισάωρο ήταν έτοιμη. Ο Παύλος είχε ξεχάσει πόσο όμορφη ήταν. Αλλά σίγουρα όχι οι άντρες που θα την έβλεπαν απόψε. Κρατήθηκε ξανά και δεν της μίλησε. Ούτε εκείνη. Κοιτάχτηκε άλλη μια φορά στον καθρέφτη, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε.
Ο Παύλος κατέβασε με τη μία ό,τι ουίσκι είχε απομείνει στο ποτήρι και κοίταξε στο σκοτάδι. Και μετά έξω. Πλέον είχε σταματήσει η βροχή. Παρασκευή βράδυ. Όλος ο κόσμος βγαίνει κι αυτός κλεισμένος μέσα. Επιλογή του βέβαια. Επιλογή του μαζί με συγκυρίες και μαζί με ανάγκη. Αντικομφορμιστή τον λέγαν παλιότερα και το χαιρόταν. Και τώρα; Τώρα τι; Κάτι ώρες σαν κι αυτή αμφιβάλλει. Η μεγάλη του αδυναμία ήταν ότι δεν μπόρεσε ποτέ να συμβιβαστεί με τη μοναξιά κι ας θεωρούσε πως ήταν η πρώτη και η τελευταία του πατρίδα. Τι νόημα έχει να είσαι αντικομφορμιστής όταν δεν μπορείς να χαρείς την ώρα που όλος ο άλλος κόσμος βγαίνει έξω και γλεντάει. Αλλά απ’ την άλλη… χαίρονται στ’ αλήθεια ή απλά καλύπτουν τη μοναξιά τους με τον πιο φανταχτερό τρόπο όπως συμβαίνει και με τα φωτάκια των γιορτών; Ακόμα και να συμβαίνει αυτό, εκείνοι το αντιλαμβάνονται ή μήπως βρίσκεται μόνο στο μυαλό εκείνου που είναι εξωτερικός παρατηρητής; Και στην τελική ποιος κάθεται τέτοια ώρα να φιλοσοφήσει τον κόσμο μέσα του αντί να βρίσκεται σ’ ένα κλαμπ…
Ξάφνου θυμήθηκε την ημερομηνία της πρωινής εφημερίδας. Σήμερα έκλειναν ένα χρόνο ακριβώς με την Άννα. Αναρωτήθηκε αν παρέμενε ρομαντικός για να δίνει ακόμα σημασία σε τέτοια. Ένας αναστεναγμός του ξέφυγε.

Έβαλε άλλο ένα ουίσκι κι άνοιξε την ένταση του ραδιοφώνου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: