Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Για την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Π. Κρανιώτη «Ρυτίδες στον καφέ» – γράφει η Χρύσα Μαστοροδήμου

Ο Δημήτρης Π. Κρανιώτης ανήκει στους ποιητές εκείνους που αντιμετωπίζουν τον λόγο με ευθύνη και εσωτερική πειθαρχία. Η ποίησή του κινείται ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, στο βίωμα και στον στοχασμό. Με λόγο λιτό, αλλά ουσιαστικό, φωτίζει στιγμές καθημερινές, υπαρξιακές ανησυχίες και ερωτήματα που αφορούν στον σύγχρονο άνθρωπο.

Στα 52 σύντομα ποιήματα της νέας του ποιητικής συλλογής Ρυτίδες στον καφέ, διακρίνει κανείς μια διαρκή αναζήτηση νοήματος, μια ευαισθησία απέναντι στον χρόνο, στον έρωτα, στη μνήμη και στον άνθρωπο. Ο ποιητής με αυτό το καλαίσθητο έργο του από τις εκδόσεις Κέδρος δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό, αλλά τη γνήσια επικοινωνία με τον αναγνώστη. Και αυτή ακριβώς η ειλικρίνεια είναι που προσδίδει στη συλλογή του τη δύναμή της.

Η ποίηση του επιμένει στη λεπτομέρεια, στο ίχνος, στο μικρό καθημερινό συμβάν που αποκαλύπτει κάτι ουσιαστικό. Ο καφές του τίτλου δεν είναι απλώς μια εικόνα οικειότητας· είναι ο χρόνος που κυλά αργά, αφήνοντας πάνω του ρυτίδες – όπως αφήνει και πάνω μας.

ΡΥΤΙΔΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΦΕ

Ξυπνώ
Ακούγοντας τον ίδιο ήχο
Κάθε πρωί
Γεμάτος σπασμένα ερωτηματικά

Με τόσες ρυτίδες στον καφέ
Με καρφωμένο το ίδιο ποίημα
Ξανά στο μυαλό μου

Ψάχνω μια λέξη
Θρηνώ
Κι ας ξέχασα να κλάψω
Τόσες νύχτες
Μακριά σου

Γκρινιάζω όπως πάντα
Χωρίς λόγο
Όταν είσαι κοντά μου

Στο ομότιτλο ποίημα «Ρυτίδες στον καφέ» (σελ. 9) ο ποιητής ξυπνά «ακούγοντας τον ίδιο ήχο κάθε πρωί / γεμάτος σπασμένα ερωτηματικά». Η επανάληψη, η φθορά, η αμφιβολία δεν παρουσιάζονται ως εξαίρεση, αλλά ως κανονικότητα. Το ίδιο ποίημα καρφώνεται ξανά και ξανά στο μυαλό, όπως μια σκέψη που δεν λέει να φύγει. Η αναζήτηση μιας λέξης γίνεται υπαρξιακή πράξη. Ο θρήνος συνυπάρχει με την αδυναμία του κλάματος. Η απουσία του άλλου βαραίνει, ενώ η παρουσία του γεννά γκρίνια, αμηχανία, ενοχή. Η ανθρώπινη σχέση παρουσιάζεται χωρίς εξιδανίκευση, μέσα στην αλήθεια της αντίφασής της.

Στο ποίημα «Νέμεσις» (σελ. 28) ο κόσμος του ποιητή αποκτά σκηνικό σχεδόν θεατρικό. Τα ρούχα κρεμασμένα, τα παπούτσια έτοιμα για το αντίο, η ναφθαλίνη που σκεπάζει τις μυρωδιές – όλα μιλούν για αναχώρηση, για τέλος. Η σύγχρονη επικοινωνία αποτυγχάνει: «δίχως απάντηση στα sms της ματαίωσης». Η Νέμεσις, σύμβολο δικαιοσύνης και αποκατάστασης, δεν επεμβαίνει. «Νίπτει τας χείρας της». Η ευθύνη δεν αποδίδεται, η τάξη δεν αποκαθίσταται. Και ο ποιητής, μόνος, προσπαθεί να δραπετεύσει μάταια. Εδώ η ποίηση δεν παρηγορεί· καταγράφει με νηφαλιότητα τη συντριβή.

Στο «Ποίημα του κάμπου» (σελ. 29) ο χώρος ανοίγει, αλλά η ένταση παραμένει. Ο κάμπος δεν είναι τόπος γαλήνης. Είναι καυτός, κυκλικός, ζαλιστικός. «Έστυψα την πέτρα» – μια πράξη μάταιη, εξαντλητική. Κι όμως, μέσα στην εξάντληση, ένας εφιάλτης σώζει. Οι λέξεις τρεμοσβήνουν στο χώμα σαν κεριά, το χαρτί ματώνει. Η γραφή παρουσιάζεται ως σωματική δοκιμασία. Και μέσα σ’ αυτή τη δίνη, το ποίημα ξυπνά. Όχι πριν, όχι μετά – αλλά ακριβώς μέσα στην ταραχή.

Ιδιαίτερη θέση στη συλλογή έχει το ποίημα «Μετάφραση» (σελ. 32) «μες στις λέξεις», όπου η ποίηση γίνεται πράξη σχέσης. «Κοίτα με χωρίς εξαιρέσεις στις σκέψεις σου». Η αγάπη, εδώ, δεν ζητά ωραιοποίηση. Ζητά καθαρό βλέμμα. Ζητά να υπάρξει χωρίς υποσημειώσεις, χωρίς αστερίσκους. Η ζωή δηλώνεται με πόνο, αλλά και με επιμονή: «θα ζω κι ας πονώ». Η ποίηση γίνεται μετάφραση του ελάχιστου κοινού πολλαπλασίου δύο ανθρώπων – εκείνου που μπορεί να ειπωθεί πριν από την αφή και να αποκαλυφθεί μετά το φιλί. Ο λόγος δεν εξηγεί τον έρωτα· τον προσεγγίζει, τον μεταφράζει όσο αντέχει.

Επίσης στο ποίημα «Χαμένος χρόνος» (σελ. 52) παρατηρούμε ότι το ποίημα εκτυλίσσεται ως μια συμπυκνωμένη υπαρξιακή διαδρομή. Από τον πρώτο κιόλας στίχο, Χαμένος χρόνος «στην άκρη του δρόμου», ο ποιητής τοποθετεί τον αναγνώστη σε έναν ενδιάμεσο χώρο: ούτε πλήρη κίνηση, ούτε οριστική στάση. Ο χρόνος δεν βιώνεται ως συνέχεια, αλλά ως απώλεια, ως κάτι που έμεινε πίσω, παρατημένο «στην άκρη του δρόμου».

Η αιφνίδια φθορά –«ξάφνου γέρασες»– δεν συνδέεται με βιολογική ηλικία, αλλά με το βάρος της εμπειρίας. Η «ασήκωτη βαλίτσα» λειτουργεί ως κεντρικό σύμβολο: είναι το φορτίο της ζωής, γεμάτο όχι με αντικείμενα, αλλά με «θύελλες», δηλαδή με επιλογές, συγκρούσεις, βλέμματα, εντάσεις που ο ίδιος ο άνθρωπος «έσπειρε». Η ευθύνη του βιώματος ανήκει στον ίδιο τον ποιητικό ήρωα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η χρήση του βλέμματος: «με το βλέμμα καθέτως στη σκόνη / με ωτοστόπ οριζοντίως στη σιωπή». Εδώ ο ποιητής αντιπαραθέτει δύο στάσεις ύπαρξης. Η «κάθετη» σχέση με τη σκόνη δηλώνει την άμεση, σκληρή επαφή με τη φθορά και το έδαφος της πραγματικότητας. Αντίθετα, το «ωτοστόπ στη σιωπή» υποδηλώνει μια παθητική αναμονή, μια προσδοκία σωτηρίας ή μετακίνησης χωρίς βεβαιότητα προορισμού. Η σιωπή γίνεται χώρος αναμονής, όχι λύτρωσης.

Το ποίημα κορυφώνεται στον τελευταίο στίχο: «μα ούτε ένα δευτερόλεπτο δε σταμάτησε να σε πάρει». Ο χρόνος προσωποποιείται ως ένα όχημα που δεν σταματά ποτέ. Δεν υπάρχει παύση, δεν υπάρχει εξαίρεση. Η ζωή συνεχίζεται αδιάφορη απέναντι στην κόπωση, τη μνήμη ή την επιθυμία. Το υποκείμενο μένει εκτεθειμένο, σε μια διαρκή κίνηση που δεν ελέγχει.

Το ποίημα αυτό είναι ενδεικτικό της ποιητικής του Δημήτρη Π. Κρανιώτη: λιτός λόγος, έντονη μεταφορικότητα, απουσία ρητορικών εξάρσεων και βαθιά υπαρξιακή αγωνία. Ο ποιητής δεν αφηγείται· υπαινίσσεται. Δεν εξηγεί· αφήνει τον αναγνώστη να συνδιαμορφώσει το νόημα. Η ποίησή του κινείται στον χώρο του καθολικού, εκεί όπου το προσωπικό βίωμα μετατρέπεται σε κοινή ανθρώπινη εμπειρία.

Θα λέγαμε ότι εδώ δεν αποτυπώνεται ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά μια αλήθεια για τον άνθρωπο: η σχέση του με τον χρόνο, το βάρος των επιλογών του και η αδυναμία να σταματήσει τη ροή της ύπαρξης. Και ακριβώς γι’ αυτό το ποίημα δεν αφορά μόνο τον ποιητή, αλλά όλους μας.

Σε όλα του τα ποιήματα, ο Δημήτρης Π. Κρανιώτης υπηρετεί μια ποίηση λιτή, σύγχρονη, χαμηλόφωνη, αλλά βαθιά στοχαστική. Χρησιμοποιεί το καθημερινό λεξιλόγιο, την τεχνολογία, το σώμα, το τοπίο, για να μιλήσει για τα μεγάλα ζητήματα: τον χρόνο, τη ματαίωση, την απουσία, τη σχέση, την ανάγκη επικοινωνίας. Δεν προσφέρει βεβαιότητες. Προσφέρει επίγνωση.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το νόημα της ποίησης για τον άνθρωπο: όχι να απαντήσει στα ερωτήματα, αλλά να μας μάθει να τα αντέχουμε. Να δημιουργήσει έναν χώρο όπου ο πόνος, η αμφιβολία και η αγάπη μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς εξηγήσεις. Η ποίηση δεν σώζει τον κόσμο. Μπορεί όμως να σώσει τη στιγμή. Να τη φωτίσει, έστω για λίγο.

Και αυτό σίγουρα ο ποιητής μας Δημήτρης Π. Κρανιώτης το πετυχαίνει επάξια. Καλοτάξιδο!

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Μike Ηall. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Δεν υπάρχουν σχόλια: