Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Διήγημα του Σκυθιώτη Πέτρου

Ηρεμία
                   

ΕΠΕΤΕΙΟΣ
Είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε που είχε ξυπνήσει στις 8 το πρωί.
Ένας φοβερός πονοκέφαλος. Σηκώθηκε με αργά βήματα και πήγε στην κουζίνα.
Κατέβασε από το πάνω ντουλάπι ένα ντεπόν και το κατάπιε προσπαθώντας να θυμηθεί
τι ακριβώς είχε συμβεί το βράδυ της προηγούμενης. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν ήταν η κατάλληλη ώρα να ξυπνήσει. Άνεργος εδώ και 4 μήνες. Το μόνο που τον περίμενε τέτοια ώρα ήταν ο κρύος ήλιος του Δεκέμβρη κι ίσως καμιά χαζή πρωινή εκπομπή απ’ αυτές που βλέπουν οι συνταξιούχοι πίνοντας τον καφέ τους. Άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε έξω. Άνθρωποι κι αυτοκίνητα. Ποτέ δεν κατάλαβε τι απ’ τα δυο κάνουν περισσότερο θόρυβο. Η απάντηση ίσως είναι προφανής για τους περισσότερους, όμως αυτός είχε το συνήθειο να αντιστρέφει τα πάντα στο μυαλό του προκειμένου να υποστηρίξει το αναπάντεχο. Μία απ’ τις παραξενιές του μάλλον. Η περιουσία στο κεφάλι του μετρούσε πολλές τέτοιες. Αποφάσισε πως δεν ήταν καλή ιδέα να συνεχίσει να παρακολουθεί την κίνηση στο δρόμο και γύρισε στο κρεβάτι του. Η Άννα έλειπε. Είχε σηκωθεί νωρίτερα κι είχε πάει στη δουλειά. Η Άννα ήταν απ’ τους λίγους που κάπως τον στήριζε, αν κι αυτή είχε τα δικά της προβλήματα και δεν μπορούσε να σηκώσει το ψυχολογικό φορτίο και των δύο.

Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Σηκώθηκε για δεύτερη φορά κι έφτιαξε καφέ. Άναψε τσιγάρο. Άνοιξε το ραδιόφωνο στο σταθμό με τη τζαζ. Το ραδιόφωνο του άρεζε πολύ τις πρωινές ώρες που έμενε μόνος. Πιο νέος σκεφτόταν να κάνει κι αυτός μια δική του ραδιοφωνική εκπομπή. Του φαινόταν ελκυστική η ιδέα να επιλέγει μουσική και να μιλάει σε ανθρώπους που βρισκόντουσαν στη θέση που βρίσκεται κι αυτός τώρα. Να συνοδεύει η φωνή του κι οι ιστορίες του τη μοναξιά του καφέ τους. Κι από πάνω να πληρώνεται κιόλας. Ναι, θα ήταν τέλειο. Αλήθεια, πόσοι άνθρωποι γουστάρουν τη δουλειά τους; Οι περισσότεροι ξοδεύουν τουλάχιστον 10 ώρες  απ’ τη ζωή τους κάθε μέρα σε κάτι που μισούν. Όπως η Άννα. Πωλήτρια σε κατάστημα με ρούχα.
Χαμογέλασε. Τα σχέδια που έμειναν στη μέση. Ή μάλλον έμειναν στη μέση, αλλά συνεχίζονται νοερά που και που με το πρωινό τσιγάρο και τη τζαζ. Σκέφτηκε πως τα πρωινά όνειρα ήταν καλύτερα απ’ τα βραδινά. Κυρίως γιατί μπορείς να επιλέξεις μόνος σου το σενάριο και δεν το αφήνεις ολότελα στα χέρια του υποσυνείδητου. Το καθένα απ’ αυτά μια ολόκληρη ιστορία στημένη στο μυαλό του που σχεδόν πάντα σκόνταφτε στην πράξη. Λες και εκπληρώθηκε ποτέ κάποιο όνειρο ή ευχή. Η πραγματικότητα ήταν ότι δεν υπήρχε αρκετός χώρος για νέους παραγωγούς. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγε η νέα μόδα που ξεπήδησε τα τελευταία χρόνια από ψηλά. Τέλειωσε τον καφέ του. Ντύθηκε και βγήκε έξω να πάρει λίγο αέρα και καμιά εφημερίδα να περάσει κάπως τον χρόνο του. Ήταν ακόμη νωρίς για να πάρει τηλέφωνο τον Δήμο. Σίγουρα θα κοιμόταν. Ο Δήμος προσπαθούσε να γίνει δημοσιογράφος ποιητής συγγραφέας και παράλληλα δούλευε ως σερβιτόρος τα βράδια σ’ ένα εστιατόριο. Σίγουρα δεν ήταν αυτό που ήθελε. Είχε κι αυτός το πρόβλημα να πιστεύει πως ο εαυτός του αξίζει το καλύτερο. Ναρκισσιστής; Φιλόδοξος; Ίσως…

Μετά από μια μισάωρη βόλτα στην πόλη γύρισε σπίτι. Κοίταξε τον τίτλο στο πρωτοσέλιδο: Μαζί προχωράμε μπροστά! Διάβασε παρακάτω: Αισιοδοξία επικρατεί στις τάξεις του κυβερνώντος κόμματος έπειτα από τον ανασχηματισμό. Ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε ικανοποιημένος με τα νέα αποτελέσματα των γκάλοπ που φέρουν την κυβέρνηση να αποκτά την συγκρατημένη μεν αλλά εμπιστοσύνη δε των πολιτών και να ευελπιστεί… Δεν διάβασε παρακάτω. Ήταν εντελώς γελοίο όλο αυτό το παιχνίδι. Έτσι κι αλλιώς δεν την πήρε για να διαβάσει το πολιτικό ρεπορτάζ -στο διάολο ο ανασχηματισμός και η αισιοδοξία τους- αλλά περισσότερο τα πολιτιστικά. Κοίταξε το ρολόι. Είχε πάει 12. Ήταν μια καλή στιγμή για να πάρει τηλέφωνο τον Δήμο. Όλως περιέργως ακουγόταν σα να είχε μόλις ξυπνήσει…


-Έλα ρε τι γίνεται;
-Αρκετά καλά. Το ξέρεις ότι οι Παρασκευές αρέσουν σ’ όλο τον κόσμο, ακόμη και σ’ εμένα…
-Ναι, το διάβασα στην εφημερίδα…
-Τι πράγμα;
-Ότι είναι Παρασκευή.
-Ωραία. Τι με θες;
-Τίποτα το ιδιαίτερο. Αν δεν έχεις τι να κάνεις πέρνα από δω.
-Το ξέρεις ότι πάντα είμαι πολυάσχολος.
-Γι ‘αυτό στο πρότεινα…

Το κουδούνι χτύπησε μετά από κανα μισάωρο.
Έβγαλε δυο μπύρες απ’ το ψυγείο και τις άνοιξε.

Ο Δήμος κατέβασε μια γουλιά κι άρχισε…
-Ξέρεις τι είναι αυτό που κάνει όμορφες τις Παρασκευές;

-Για πες…
-Η αναμονή.
-Δηλαδή;
-Όλοι περιμένουν το Σαββατοκύριακο νομίζοντας πως κάτι καλό πρόκειται να γίνει.
Ξέρεις, να διασκεδάσουν. Να κάνουν καμιά βόλτα, να πιούνε καναδυό ποτά, να γνωρίσουν καμιά ωραία γκόμενα αν είναι τυχεροί και να πάνε την Κυριακή στο γήπεδο…
-Ή να δούνε τον αγώνα απ’ την τηλεόραση. Κρίση φίλε…
-Ναι είναι κι αυτό, το ξέχασα. Κι όλο αυτό κρατάει όσο μια ανάσα, ίσα ίσα να σε κουρδίσει για να ξαναμπείς στην παραγωγή από Δευτέρα.
-Κι η αναμονή της Παρασκευής τι σχέση έχει;
-Τις περισσότερες φορές η αναμονή είναι πολύ καλύτερη απ’ αυτό που ακολουθεί. Η πράξη αυτή καθαυτή συνήθως σε απογοητεύει. Είναι σα να συγκρίνεις το όνειρο με την πραγματικότητα. Άνιση μάχη.
-Εκτός κι αν κάποιος είναι πολύ μετριοπαθής…
-Ίσως, αλλά δε νομίζω. Οι μετριοπαθείς έχουν μέτρια όνειρα και ακόμα πιο μέτρια ζωή…
-Ακόμα κι αυτό είναι καλύτερο απ’ το να έχεις τρομερά όνειρα και να κάνεις μια επίσης μέτρια ζωή. Οπότε είναι πιο ικανοποιημένοι, άρα και πιο ευτυχισμένοι. Έτσι;
-Και βέβαια είναι ικανοποιημένος όποιος βάζει χαμηλά τον πήχη. Τι γίνεται όμως όταν ο εαυτός σου ο ίδιος δεν σ’ αφήνει να το κάνεις;
-Μάλλον προσπαθείς να εφεύρεις τρόπους για να τον ξεγελάσεις, αν και θα ήταν προδοσία.
-Η έσχατη.
-Ακριβώς. Τότε αναλώνεσαι σε μια μάλλον ατέλειωτη εσωτερική ανησυχία μετρώντας κάθε μέρα την απόσταση αυτού που είσαι με αυτό που ήθελες να γίνεις. Συνήθως δεν βγάζεις κάποια άκρη που να σε ικανοποιεί και μετά προχωράς στο δεύτερο στάδιο…
-Γιατί είπες «μάλλον ατέλειωτη»;
-Επειδή ρε Παύλο δεν ξέρω ακόμα αν κάποτε μου τελειώσει. Έχω αναρωτηθεί αρκετές φορές, αλλά ο χρόνος θα δείξει.

-Μάλιστα. Και ποιο είναι το δεύτερο στάδιο;
-Το δεύτερο στάδιο είναι η σύγκριση με τους μετριοπαθείς. Αυτούς που μπορεί να βρίσκονται στην ίδια φάση μ’ εσένα, αλλά έχουν ικανοποιήσει το όνειρό τους σ’ ένα σαφώς μεγαλύτερο ποσοστό.
-Νομίζω και το δεύτερο στάδιο δεν οδηγεί πουθενά.
-Φυσικά. Φτάνεις βέβαια στο σημείο μερικές φορές να θες να τους μοιάσεις αλλά στην ουσία μόλις φανταστείς τον εαυτό σου στη θέση τους αηδιάζεις.
-Λογικό μου φαίνεται…Κι ύστερα;
-Ύστερα σου τελειώνει η μπύρα.
-Σου βγάζω άλλη μία…
-Ύστερα μπαίνεις σ’ έναν κύκλο απ’ τον οποίο φαντάζομαι ότι υπάρχουν δυο διέξοδοι. Ή αξιοποιείς τις ικανότητές σου και με λίγη τύχη πραγματοποιείς το όνειρο σου έστω και σε κάποιο ποσοστό ή με τα χρόνια διαβρώνεσαι και γίνεσαι κανονικός άνθρωπος ζώντας μια κανονική ζωή, ξέρεις σαν την Άννα…
-Η Άννα δεν ζει μια κανονική ζωή. Σκέψου ότι είμαστε μαζί σχεδόν ένα χρόνο.
-Είναι άλλο κράμα ανθρώπου όμως Παύλο. Βάζω στοίχημα πως ποτέ δεν της έχει περάσει η ιδέα να ξεφύγει απ’ το συνηθισμένο. Ακόμα κι αν της περάσει κάποτε ή θα είναι πολύ αργά ή πολύ απλά δεν θα ‘χει τις δυνάμεις να το κάνει.
-Γιατί ρε συ τι παραπάνω έχουμε εμείς;
-Ωχ μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Την ξέρεις πολύ καλύτερα.
-Είναι εργατική όμως Δήμο. Αν δεν δούλευε 4 μήνες τώρα... Νομίζεις αισθάνομαι καλά που κάθομαι κι απολαμβάνω τον ύπνο μου ενώ αυτή σηκώνεται απ’ τις 6.30 για να ετοιμαστεί για τη δουλειά; Ή που πίνω μπύρες την ώρα που αυτή εξυπηρετεί την κάθε ηλίθια πελάτισσα με το μακρύ της και το κοντό της;
-Τι να πω…εσύ ξέρεις.

-Ξέρω. Έμαθες για τον ανασχηματισμό;
-Έμαθα. Αν και προτιμώ να ξεκινάω τη μέρα μου με κάτι ευχάριστο, έκανα το λάθος ν’ ανοίξω τηλεόραση πριν έρθω.
-Αλήθεια, ποιος ψυχοπαθής έχει τέτοιες ελπίδες;
-Δεν χρειάζεται να’ σαι ψυχοπαθής για να μη βλέπεις γυμνό τον βασιλιά…
-Στην προκειμένη περίπτωση την κυβέρνηση.
-Το Έθνος αγαπητέ! Είναι γυμνό αγαπητέ Συνέλλην!
-Μην αστειεύεσαι. Μερικοί τα πιστεύουν πραγματικά.
-Το ξέρω. Λες και σώθηκαν ποτέ οι ηλίθιοι.
-Το «σώθηκαν» με την έννοια του «τελείωσαν» όχι. Το «σώθηκαν» με την έννοια του «σώθηκαν» αρκετές φορές.
-Η ανοσία της άγνοιας. Καλό ναρκωτικό. Πρώτο πράμα.
-Το καλύτερο. Διαρκεί για πάντα η μαστούρα και δεν σκοτώνει κιόλας. Άκρως φιλικό προς το περιβάλλον. Το Αστικό που λένε κι οι φίλοι μας. Πουλάνε αρκετό πράμα τα κανάλια, οι εφημερίδες και σχεδόν τζάμπα ε…
-Πρέπει να’ ναι σε αφθονία, γι’ αυτό. Όπως ο ήλιος κι ο αέρας.
-Ναι ρε. Ελεύθερο αγαθό, που λένε κι οι οικονομολόγοι.
-Το ‘ξερα ότι πάντα άξιζες μια θέση οικονομικού συμβούλου σε πολυεθνική.
-Έχω πάρει πεντέξι προτάσεις και τις μελετάω…

Η κουβέντα συνεχίστηκε μέχρι τις 3 περίπου όποτε κι ήρθε η Άννα.
-Τι κάνεις αγάπη μου; φώναξε ο Παύλος μόλις άκουσε την πόρτα να κλείνει με πάταγο.
Δεν εισέπραξε καμία απάντηση.
Ήταν φανερό πως οι Παρασκευές δεν ήταν ευχάριστες για όλους τους ανθρώπους και ιδιαίτερα για την Άννα που μπήκε μετά από λίγο στην κουζίνα που κάθονταν οι δύο άντρες κατακόκκινη απ’ τα νεύρα.
Ο Δήμος παρέμεινε σιωπηλός.
-Τι έγινε μωρό μου; έκανε μια δεύτερη προσπάθεια ο Παύλος
-Έγινε ότι μάλωσα με την ιδιοκτήτρια. Η παλιοπουτάνα        . Επειδή δεν πάει καλά το μαγαζί ρίχνει την ευθύνη πάνω μου λες και πρέπει να βγω στο πεζοδρόμιο και να τις τραβάω απ’ το χέρι για να ‘ρθουν να ψωνίσουν.
-Έτσι είναι η ελεύθερη αγορά Αννούλα…
-Δήμο σκάσε!
-Συνέχισε…είπε ο Παύλος.
-Ε και μου είπε ότι αν συνεχιστεί έτσι το πράγμα θα πρέπει να κάνει απολύσεις.
Κι επειδή οι άλλες είναι παλιότερες, μάντεψε…
-Θα απολύσει εσένα, είπε ο Παύλος.
-Μπράβο ρε μάγκα, εσύ αδικείσαι. Αννούλα άντε κάτσε να φάμε καμιά ώρα, είπε ο Δήμος τραβώντας άλλη μια μπύρα απ’ το ψυγείο.

Το απόγευμα που ακολούθησε ήταν υγρό. Ο πρωινός ήλιος έδωσε τη θέση του σε βαριά γκρίζα σύννεφα κι η βροχή που ακολούθησε μόλις έπιασε να βραδιάζει δεν μπορούσε να προκαλέσει σε κανέναν τη διάθεση για να βγει έξω. Ο Δήμος είχε φύγει μόλις τελείωσαν το φαγητό. Το πεδίο πλέον ήταν ελεύθερο κι ήταν σίγουρο πως θα ακολουθούσε ακόμα μία καταιγίδα αυτή την φορά εντός σπιτιού. Ο Παύλος πήρε έναν μεσημεριανό ύπνο, σηκώθηκε, πλύθηκε στο νιπτήρα κι έσυρε τα βήματά του προς την κουζίνα όπου τον περίμενε η Άννα σκεφτική πίνοντας τον καφέ της.

-Ο χειμώνας με μελαγχολεί, είπε μπαίνοντας. Κοίτα, είναι 18.30 η ώρα κι έχει ήδη βραδιάσει. Κι από πάνω κρύα, βροχές, χιόνια. Λες και θέλει να σε κάνει να κοιμάσαι όλη μέρα τυλιγμένος με τρεις κουβέρτες. Θα ένιωθα πολύ καλύτερα αν έπεφτα σε χειμερία νάρκη…
-Τίποτα δεν σ’ αρέσει μωρέ Παύλο. Όλο γκρινιάζεις. Καλοπερνάς και γκρινιάζεις. Τι θα γίνει τελικά;
-Τι θα γίνει σχετικά με τι;
-Τι θα γίνει σχετικά με τη δουλειά σου. Ως πότε εγώ θα δουλεύω κι εσύ θα κάθεσαι; Κι από πάνω να γκρινιάζεις για όλα. Κι από πάνω να φέρνεις και τον άλλον τον Δήμο που δεν ξέρει τι σημαίνει τάξη στη ζωή του και να τα πίνετε πρωινιάτικα λες και πηγαίνουν όλα ρολόι και δεν χρειάζεται να ανησυχείς για τίποτα.
-Άννα πίστεψέ με, έχω πολύ περισσότερες ανησυχίες απ’ ότι εσύ…
-Τι ανησυχίες; Πολιτιστικού και φιλοσοφικού χαρακτήρα; Χαίρω πολύ. Εδώ η ζωή τρέχει, σε ξεπερνάει πριν προλάβεις καν να τη δεις κι εσύ ακόμα επιμένεις να προσηλώνεσαι στα μακρινά χάνοντας τα κοντινά σου.
-Κοίτα Άννα την έχουμε κάνει άπειρες φορές αυτή την κουβέντα αλλά και πάλι δεν εννοείς να καταλάβεις.
-Να καταλάβω τι;
-Άσ’ το. Τίποτα.
-Τι τίποτα; Πες μου τώρα! Τώρα!

Ο Παύλος σηκώθηκε με μια ξαφνική κίνηση και βγήκε απ’ την κουζίνα. Δεν μπορούσε ν’ ακούσει άλλα. Ντύθηκε στα γρήγορα και βγήκε έξω στην βροχερή πόλη χτυπώντας πίσω του την πόρτα κι ακούγοντας την Άννα να φωνάζει διάφορα.

Έξω πλησίαζαν οι γιορτές των Χριστουγέννων. Ή τουλάχιστον έτσι μαρτυρούσαν τα στολισμένα μαγαζιά, οι στολισμένοι δρόμοι, τα στολισμένα σπίτια…Τελικά είναι μεγάλο πράγμα η αυθυποβολή. Βλέπεις ανθρώπους με χαρούμενα πρόσωπα και δεν ξέρουν κι οι ίδιοι για ποιο λόγο χαίρονται. Για τη γέννηση του Χριστού, θα σου πούνε. Μαλακίες. Δεν είναι αυτό. Κι η απόδειξη; Αν βγάλεις τα φωτάκια, τις προσφορές και τις άδειες κανείς δεν θα χαιρόταν τόσο.
Του την έδιναν απίστευτα οι γιορτές. Του την έδινε όλος αυτός ο ψυχαναγκασμός να δείχνει χαρούμενος μέσα σ’ ένα χαρούμενο τοπίο ενώ δεν υπήρχε κανείς ουσιαστικός λόγος. Αισθανόταν αρκετά αδιάφορος για να το κάνει. Κι ούτε ποτέ του περηφανεύτηκε για τις υποκριτικές του ικανότητες.

Σκεφτόταν ότι η Άννα είχε δίκιο αλλά με τον απότομο τρόπο της το έχανε. Έπρεπε να πιάσει μια δουλειά αλλά όποτε αισθανόταν έτοιμος αυτός. Είχε κάποια λεφτά στην άκρη και μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει για να περάσει λίγο καιρό μέχρι να ξαναβρεί πάλι κάτι καλό. Η προηγούμενη δουλειά του σ’ ένα μικρό βιβλιοπωλείο ήταν αρκετά καλή κι ενδιαφέρουσα. Στο αντικείμενό του. Όμως ο ιδιοκτήτης αποφάσισε να το πουλήσει μια και δεν έβγαζε τίποτα. Δεν διαβάζει βιβλία και πολύς κόσμος τελευταία. Κι όποιοι υπάρχουν προτιμούν τα μεγάλα βιβλιοπωλεία. Ο νόμος του ανταγωνισμού το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, ξέρετε τώρα τα γνωστά… Περιπλανιόταν για αρκετή ώρα έτσι αφηρημένος.
Σ’ αυτές τις περιπλανήσεις του ώρες ώρες αναπολούσε την παιδική του ηλικία. Τότε που δεν χρειαζόταν να ανησυχεί για τίποτα. Ή μάλλον δεν διέκρινε καμιά ανησυχία πουθενά. Λες και τις είχε καλύψει όλες ένα αόρατο πέπλο. Ένα πέπλο που αραίωνε σιγά σιγά όσο μεγάλωνε εκείνος από κάτω του. Ώσπου ήρθε μια στιγμή που έμεινε μόνος στην αρένα ν’ αντιμετωπίσει χωρίς βοήθεια όλες τις φοβίες και τα κόμπλεξ που του γεννήθηκαν όσο καιρό βρισκόταν υπό προστασία. Και σε όλους δηλαδή το ίδιο συμβαίνει. Τα χώματα στα παιδικά ρούχα είναι όπως τα δάκρυα όταν γεννιέσαι. Πανέμορφα. Αλλά το καταλαβαίνεις αργότερα. Τελικά οτιδήποτε το βιώνεις απόλυτα στην έλλειψη του. Στην παρουσία του λίγα πράγματα καταλαβαίνεις. Ενσωματώνεται στη ρουτίνα κι ύστερα δεν σου κάνει καμία ιδιαίτερη αίσθηση.
Δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι προτού κοιμηθεί η Άννα, αλλά είχε κρυώσει αρκετά για να τριγυρνάει κι άλλο άσκοπα στο κρύο. Ο Δήμος το βράδυ δούλευε στο εστιατόριο κι έτσι δεν ήταν διαθέσιμος για παρέα.

Γύρισε το κλειδί στην πόρτα. Προς μεγάλη του έκπληξη η Άννα ετοιμαζόταν να βγει. Δεν μίλησαν. Έβαλε ένα ποτήρι ουίσκι κι άνοιξε το ραδιόφωνο. Καθόταν και έπινε στο μισοσκόταδο. Του άρεσε. Τον γαλήνευε. Σ’ ένα μισάωρο ήταν έτοιμη. Ο Παύλος είχε ξεχάσει πόσο όμορφη ήταν. Αλλά σίγουρα όχι οι άντρες που θα την έβλεπαν απόψε. Κρατήθηκε ξανά και δεν της μίλησε. Ούτε εκείνη. Κοιτάχτηκε άλλη μια φορά στον καθρέφτη, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε.
Ο Παύλος κατέβασε με τη μία ό,τι ουίσκι είχε απομείνει στο ποτήρι και κοίταξε στο σκοτάδι. Και μετά έξω. Πλέον είχε σταματήσει η βροχή. Παρασκευή βράδυ. Όλος ο κόσμος βγαίνει κι αυτός κλεισμένος μέσα. Επιλογή του βέβαια. Επιλογή του μαζί με συγκυρίες και μαζί με ανάγκη. Αντικομφορμιστή τον λέγαν παλιότερα και το χαιρόταν. Και τώρα; Τώρα τι; Κάτι ώρες σαν κι αυτή αμφιβάλλει. Η μεγάλη του αδυναμία ήταν ότι δεν μπόρεσε ποτέ να συμβιβαστεί με τη μοναξιά κι ας θεωρούσε πως ήταν η πρώτη και η τελευταία του πατρίδα. Τι νόημα έχει να είσαι αντικομφορμιστής όταν δεν μπορείς να χαρείς την ώρα που όλος ο άλλος κόσμος βγαίνει έξω και γλεντάει. Αλλά απ’ την άλλη… χαίρονται στ’ αλήθεια ή απλά καλύπτουν τη μοναξιά τους με τον πιο φανταχτερό τρόπο όπως συμβαίνει και με τα φωτάκια των γιορτών; Ακόμα και να συμβαίνει αυτό, εκείνοι το αντιλαμβάνονται ή μήπως βρίσκεται μόνο στο μυαλό εκείνου που είναι εξωτερικός παρατηρητής; Και στην τελική ποιος κάθεται τέτοια ώρα να φιλοσοφήσει τον κόσμο μέσα του αντί να βρίσκεται σ’ ένα κλαμπ…
Ξάφνου θυμήθηκε την ημερομηνία της πρωινής εφημερίδας. Σήμερα έκλειναν ένα χρόνο ακριβώς με την Άννα. Αναρωτήθηκε αν παρέμενε ρομαντικός για να δίνει ακόμα σημασία σε τέτοια. Ένας αναστεναγμός του ξέφυγε.

Έβαλε άλλο ένα ουίσκι κι άνοιξε την ένταση του ραδιοφώνου.

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Ποίηση Χαραλάμπους Βασίλη

Τ΄ άλλο τυλιγάδι
                                              Του Βασίλη Χαραλάμπους
________
Όπου νάναι
θ΄ αρχινίσει το στρίμωγμα
από των τόσων καημών τα ψελίσματα
στο κατάλευκο χαρτί
που σαν και τ΄ αγέρι
αντιγράφει στη άμμο
τ΄ ακράταγο κύμα.
Άλλοτε στίχοι μαδημένων ονείρων
τις λέξεις καλοταιριάζουν
μονάχα για λίγο
κι άλλοτε καημοί
κεντίδια στ΄ άγραφο χαρτί
που συνηθάνε ν΄αποστηθίζουν
στορήματα διάφορα
από της ζωής τ΄ άρμενα.
Στ΄ άγραφου χαρτιού
την τόση απλωσιά
η ανυπόμονη γραφίδα
συνυφαίνει και τούτη
τις τόσες συλλαβές
από τ΄ άλλο τυλιγάδι
που ηλιοτρόπι θαρρείς και τούτο
στης ζωής το φεγγίτη.


Διήγημα του Βασίλη Χαραλάμπους

Μουρίλιο1.jpg  Κι  ύστερα         Του Βασίλη Χαραλάμπους

                                                                                                     ______
Ήταν τα δύσκολα εκείνα  χρόνια της σκλαβιάς που η Κύπρος στέναζε κάτω από τους Αγαρηνούς.  Εκείνες όμως οι μέρες στην Κυθραία φάνταζαν ειρηνικές κι  η κυρά Ελπίδα ράβει τη νησιώτικη βράκα του άνδρα της , έχοντας δίπλα της τον Παϊσή, το πεντάχρονο αγόρι της.

Ξάφνου ακούστηκαν άγρια κτυπήματα στην πόρτα.  Ο Παϊσής πιάστηκε στο πόδι της μάνας του.  Η κυρά Ελπίδα πήρε τον Παϊσή στην αγκαλιά της και στριμώχθηκε στη γωνιά.  Τα κτυπήματα άγρια.
-          Άνοιξε, σπάσει πόρτα, ακούστηκε η φωνή.
-          Παναγία μου, Τούρκοι, είπε η Ελπιού κι  έκανε το σταυρό της.
Τα κτυπήματα συνέχισαν αγριότερα ώσπου η πόρτα έσπασε και τότε δυό Τούρκοι στρατιώτες όρμησαν να πάρουν τον Παϊσή.  Τραβούσε η μάνα, τραβούσαν κι οι Τούρκοι ώσπου πήραν τον Παϊσή και βγήκαν έξω.  Τον έβαλαν στο άλογο και κίνησαν σ΄ άλλο σπίτι.  Στο μεταξύ τα δρομάκια του χωριού γιόμισαν φωνές και κλάματα.  Θα ήταν καμιά δεκαριά Τούρκοι.  Ευτυχώς τα περισσότερα παιδιά έλειπαν στα χωράφια ή τα είχαν κρύψει καλά οι μανάδες τους κι΄  έτσι μονάχα πέντε παιδιά πρόλαβαν να πάρουν απ΄ όλο το χωριό.

Η κυρά Ελπίδα κοιτούσε αμήχανα.  Ο Αγάς μπροστά στο μαύρο άλογο κάτι φώναξε στα τούρκικα, όμως της κυρά Ελπίδας κάτι άκουσε που λέγανε για Βαρώσι.
-          Θα τους πάρουν στο Βαρώσι, είπε στη γειτόνισσα κι  έτρεξε στο σταύλο του σπιτιού.

Οι Τούρκοι στο μεταξύ απομακρυνθήκαν. Η κυρά Ελπίδα με το γέρικο μουλάρι της ακολουθούσε κρυφά τους Αγαρηνούς.
-          Που πας  Ελπίδα, της φώναξε η γριά Κατερίνα, θα σε σκοτώσουν οι άπιστοι.
-          Θα πάω ξωπίσω τους κι΄ ότι  είναι να γίνει ας γίνει.
Μπροστά λοιπόν οι Αγαρηνοί με τα παιδιά που μάζωξαν απ΄ το χωριό και ξωπίσω η κυρα Ελπίδα με γέρικο μουλάρι της.  Πάντα τόλεγε η καρδιά αυτής της γυναίκας. 
Σαν  βγήκαν λοιπόν οι Αγαρηνοί έξω του χωριού, σε μεγάλη πια απόσταση ξεπέζεψαν από τα άλογα στον κάμπο.  Τα πέντε παιδιά που πήραν μαζί τους τ΄ άφησαν κάτω από έν αψηλό φοινικόδενδρο δένοντας τα ολοτρίγυρα του δένδρου.  Τα καημένα κοιτούσαν γύρω γύρω σαστισμένα.  Ο μικρότερος γυιός  της κυρά Ελπίδας ο Παϊσής έβαλε τα κλάματα.  Το μεγαλύτερο αγόρι, ο Κωστής της Βασιλικής, τον σκούντησε να μη κλαίει.  Πλάϊ τους ένας μαυριδερός Αιγύπτιος μ΄ένα μεγάλο μουστάκι.
Τα γύρω λιόδενδρα γιόμισαν χαλινάρια από τα άλογα των αγαρηνών με τις πολυστολισμένες σέλες.  Ο αγάς μάζεψε τα πρωτοπαλλήκαρα και κάτι φαίνεται να τους λέει.
Η κυρά Ελπίδα πούχε στο μεταξύ καταφθάσει στον κάμπο σύρθηκε πίσω από τους καλαμιώνες.  Η έγνοια της ήταν μη την προδώσει το μουλάρι που την κουβάλησε μέχρι τον κάμπο.  Όμως, γιατί τόσα γέλια τα πρωτοπαλλήκαρα του Αγά;  Τι να σκέφτονται άραγε;  Γιατί πήραν τα ντουφέκια στα χέρια τους;  Mήπως…  Πάγωσε μόνο που το σκέφτηκε η κυρά Ελπίδα.  Σηκώνει λοιπόν ο Αγάς το ντουφέκι και κάτι σημαδεύει.
-          Παναγία μου, ευτυχώς κυνηγούν λαγούς μουρμούρισε ανασαίνοντας η κυρά Ελπίδα.

Ετούτος ο κάμπος πάντα είναι γεμάτος λαγούς.  Η ησυχία του κάμπου έσπασε από το ντουφεκίδι.  Ο μαυριδερός Αιγύπτιος έμεινε να φυλάει τα πέντε παιδιά.  Στο μεταξύ είχε βγάλει το κρασί από το σακί τ΄ αλόγου του κι΄ άρχισε να πίνει.  Τα  παιδιά κίτρινα από το φόβο τους στριμώχθηκαν στον κορμό του φοινικόδενδρου.  Μα ξάφνου νάτος ένας γάτος κι  αυτός πετάγεται απάνω, παίρνει το ντουφέκι του, κάτι φωνάζει στη γλώσσα του κι  αρχίζει κι  αυτός το ντουφεκίδι τρέχοντας ένα λαγό ξωπίσω στον κάμπο.  Τότε η κυρά Ελπίδα βρήκε την ευκαιρία που ήθελε.  Έκανε το σταυρότης και κατευθύνθηκε γρήγορα στο φοινικόδενδρο.  Έπιασε γρήγορα τα παιδιά και τα οδήγησε στον κοντινό καλαμιώνα, τα φόρτωσε στο μουλάρι και τους είπε:
-          Μη πάτε κατά το χωριό μας, κατά το βουνό να πάτε και στο πρώτο χωριό που θα βρείτε να μπείτε στο σπίτι του παπά.

Στοιβάχτηκαν όλα πάνω στο μουλάρι κι η κυρά Ελπίδα τ΄ αποχαιρέτησε τρέχοντας ανάμεσα στις καλαμιές.  Σε λίγο ακούστηκαν οι φωνές των Αγαρηνών.  Γιόμισε ο κάμπος ουρλιαχτά.  Η κυρά Ελπίδα είδε από μακριά τα άλογα που σκορπίστηκαν σε διάφορες κατευθύνσεις, όμως το μουλάρι με τα παιδιά είχε απομακρυνθεί για καλά.  Έμεινε μονάχη στον κάμπο.  Τι κι  αν έρθουν κατά δώ, σκέφτηκε, οι Αγαρηνοί;  Κάθισε γρήγορα κάτω από ένα λιόδενδρο κι΄ άρχισε να μαζέυει τάχα ελιές.  Δυο καβαλλάρηδες την πλησίασαν. 
-          Παναγία μου, κάμε το θαύμα σου, μουρμούρισε.

Ο Τούρκος καβαλλάρης κάτι είπε στη γλώσσα του χειρονομώντας, όμως η κυρά Ελπίδα του έκανε νεύμα πως δεν κατάλαβε και τότε θυμωμένα την έσπρωξε στο χώμα κι΄ έφυγε μαζί με το σύντροφό του κατά τον κοντινό λόφο.

Πέρασε κάμποσος καιρός και τα παιδιά τα βρήκαν σ΄ ένα χωριό στους πρόποδες του Πενταδάκτυλου.  Έμαθε από κάποιον πραματευτή η κυρά Ελπίδα για τα παιδιά και πήγε με τη Βασιλική τη μάνα του Κωστή.  Σαν φτάσανε στο χωριό ζήτησαν να μάθουν που είναι του παπά το σπίτι.  Άνοιξε την εξώθυρα η παπαδιά κι΄ ο μικρός Παϊσής μόλις είδε τη μάνα του έτρεξε στην αγκαλιά της.  Τα άλλα παιδιά ήταν με τον παπά Ανέστη στην εκκλησία για το μάθημα.
-          Μάμα, ο παππούλης μας μαθαίνει γράμματα, εγώ όμως παίζωμε τα κατσίκια στην αυλή.  Στο σταύλο έχομε το μουλάρι μας.
Δακρυσμένη η μάνα τον έσφιξε στην αγκαλιά της.  Μετά…η χαρά αυτών που ξαναβρήκαν τα παιδιά τους, γιατί ετούτος ο τόπος ο πολυβασανισμένος είχε και τούτο το πικρό  ποτήρι, το σκληρό παιδομάζωμα.  Για τούτο το παιδομάζωμα κάναν τα σώσπιτα και τις κρύπτες, γιατί τούτο το βάσανο ήταν πιο μεγάλο κι  από το θάνατο. Κι  η χαρά ετούτη της επιστροφής των παιδιών κράτησε για λίγο γιατί παραύστερα ανακατεύτηκε τανάπαλιν με τον πόνο σε τούτο το πολυβασανισμένο νησί. 

ΑΝΝΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΠΟΙΗΣΗ


Πίνακες Ζωγραφικής
ΕΚΠΟΙΗΣΗ
Η αγγελία είχε έντονα γράμματα
στο χρώμα της φωτιάς.
Η Ελλάδα σε καθεστώς εκποίσης
με την άδεια των συμμάχων της.

Μη χάσετε αυτήν την ευκαιρία.
Είναι μοναδική προσφορά.
Η χώρα βρίσκεται σε πλειστηριασμό.

Τιμή εκκίνησης εξευτελιστική.
Το κέρδος εγγυημένο.

Ελάτε να αγοράσετε!


ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ

Εδώ και καιρό,
πάψαμε να μιλάμε με λέξεις...
Ένας κόμπος στο λαιμό
η καλημέρα.
Κουνάμε μόνο το κεφάλι.
Επικοινωνούμε με νεύματα
ή στην καλύτερη περίπτωση
με μηνύματα.

Τα λόγια αφυδατώνονται
πριν βγουν απ' το στόμα.
Μετατρέπονται σε άναρθρες κραυγές.
Ο αγώνας της επιβίωσης
μας κρατά όμηρους στην απομόνωση.
Μπροστά στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης
η συζήτηση μοιάζει  πολυτέλεια.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Τηλεοπτικά σποτ για τον αποκλεισμό

larissanet.gr

ΚΕΘΕΑ τηλεοπτικό σποτ
«Αποκλεισμός, η ουσία είναι η ένταξη» ήταν το θέμα του διαγωνισμού τηλεοπτικού σποτ που συνδιοργάνωσαν το ΚΕΘΕΑ ΕΞΟΔΟΣ, το Γαλλικό Ινστιτούτο, ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Λάρισας και η ARTFOOLS.
Στην κατάμεστη αίθουσα του Γαλλικού Ινστιτούτου, πραγματοποιήθηκε προβολή των σποτ που συμμετείχαν στο διαγωνισμό, ενώ έγινε και απονομή των βραβείων και επαίνων, στους συμμετέχοντες του διαγωνισμού.
Παράλληλα, οι παραβρισκόμενοι, είχαν την ευκαιρία να ακούσουν τους κ.κ. Ζήση Παπαδημητρίου, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Νομικής ΑΠΘ, Θωμά Ψύρρα, εκπαιδευτικός- συγγραφέας, Πέτρο Τατσόπουλο, συγγραφέα, Νάνσυ Σπετσιώτη, σκηνοθέτη και Σωτήρη Μπουντή, κοινωνιολόγος – Υπεύθυνος ΚΕΘΕΑ ΕΞΟΔΟΣ, να αναλύουν το θέμα του κοινωνικού αποκλεισμού και την ένταξη των ευπαθών ομάδων στα χρόνια της κρίσης. Συντονιστής της συζήτησης ήταν ο δημοσιογράφος κ. Γιάννης Κολλάτος.

ΚΕΘΕΑ τηλεοπτικό σποτ
«Είναι γεγονός, ότι σε περιόδους κρίσης, αυτοί που πλήττονται περισσότερο είναι οι ευπαθείς ομάδες, δηλαδή, εκείνες οι οποίες, είτε ήταν περιθωριοποιημένες εξαρχής, είτε εκείνες, τις πρώτες που ξεχνάμε, όταν έρχεται η ώρα του λογαριασμού», υπογράμμισε ο κ. Τατσόπουλος, ενώ συνέχισε προσθέτοντας μεταξύ άλλων ότι η Ελληνική κοινωνία δεν ήτανε ποτέ μία κοινωνία αλληλεγγύης, αλλά ήταν μία εγωιστική κοινωνία.
Επίσης ο κ. Τατσόπουλος, επεσήμανε ότι όσο η κρίση θα χειροτερεύει, η αλληλεγγύη θα αναπτύσσεται, «γιατί θα είναι ο μοναδικός τρόπος, για να επιβιώσεις, θα υποχωρήσει ο κοινωνικός δαρβινισμός, του να υπερισχύσω εγώ στον άλλο, και σιγά σιγά, θα προσπαθήσουμε να βρούμε νέα μοντέλα συνεργασίας μεταξύ μας», ενώ κλείνοντας ο συγγραφέας, εστίασε την προσοχή του στο γεγονός της ύπαρξης χειρότερης κρίσης, αναφέροντας ότι σε αυτήν την κατάσταση θα ανοίξει η βεντάλια της ανθρωπιάς, προς όλους και προς τις ευπαθείς ομάδες, τις οποίες θα εντάξει στο κοινωνικό σύνολο.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί, ότι την κριτική επιτροπή των σποτ, αποτελούταν από τους σκηνοθέτες κ.κ. Γιώργο Λάγδαρη, Γιώργο Μεταξιώτη, Άκη Μητσούλη, Ντίνα Σδράλη, Στέλλα Νταβαρούκα, Μανώλη Μαρουδάκη και Επαμεινώνδα Πριναράκη.

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥΛΙΑΡΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ


To ταξίδι

Άκουσα την πρόγνωση καιρού.

Βροχές στη Δυτική Ελλάδα,

άνεμοι π' αλαλάζουν,

θάλασσες τρισδιάστατες,

αντάρες κυλισμένες.

Δεν αναβάλλω το ταξίδι μου

κι αναβαλλόμενο το σέρνω τόσα χρόνια...

Κράτα, ήλιε μου, αχτίδα

μην τη ξετυλίγεις,

κράτα τη κι εκεί να φτάσω...

Και νά τα πρώτα σύννεφα,

νά τα μουντά τα σκούρα,

 νάτη κι η δαρτή βροχή τους!

Πώ, πώ και τί μαυρίλα!

Μεσημέρι κι είναι νύχτα κι οι δρόμοι

ξεχωρίζουν στης αστραπής μόνο τη λάμψη.

Μια φύση οργισμένη,

κορόμηλα σωστά κι οι στάλες

στα τζάμια του αυτοκινήτου.

Στα μάτια μου ομίχλη

κι ο νους μου φοβισμένος

ψάχνει τις μυθικές βαθιές χαράδρες...

Ένας καιρός κυρίαρχος,

που σβήσε σα δαυλί τον ήλιο

κι έσπειρε καταιγίδες.

Και δεν πηγαίνω στην Ιθάκη...

Προς την Ηγουμενίτσα πάω!

Κάτι σπιτάκια ήθελα να δω

εκεί στις ανηφόρες

μονάχα τούτο ήθελα

προτού στο νου μου τα γκρεμίσω

ΝΕΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΠΟΥΛΙΑΡΗ



Δείγμα γραφής


Σα να μην είμαι 'γω σ’ εκείνη τη φωτογραφία,

σα να  μην είμαι ‘γω στο πλάι σου,

σa να μην είμαι ‘γω η νύφη.

Σα να ' ν’μια ξένη, που μου έμοιαζε,

 μια ξένη, που γλυκά ποζάρει,

που ακουμπά τα χείλη της απάνω στα δικά σου,

που γέρνει σα λιγόθυμη στην αγκαλιά σου

κι Εσύ τη σφίγγεις κι Εσύ την προστατεύεις.

Αχ, πόσο την προστατεύεις!



Σα να μην είμαι ‘γω σ’ εκείνη τη φωτογραφία,

σα να μην ειν’ και τα λευκά δικά μου.

Περιεργάζομαι μια ξένη,

μιαν άγνωστη, που ζει στην ευτυχία,

 κάποια ηθοποιό π’ ασκεί το ρόλο της,

που παίζει τον τρελό της έρωτα,

που δε ντρεπότανε ούτε το φωτογράφο.

Περιεργάζομαι μια ξένη,

περιεργάζομαι τον ξεχασμένο εαυτό μου...



Όχι! Δεν είμαι ‘γω σ’ εκείνη τη φωτογραφία!

Είναι μιαν άλλη, μια χαρούμενη,

που ξέρει να γελάει.

Είναι μιαν άλλη, μιαν άλλη!

Κάτι, μου θυμίζουν τα μαργαριτάρια της,

τα μακριά κι απόλυτά μαλλιά της,

τα δαντελένια τ’ άσπρου νυφικού της

μα η μορφή της εχθρική, μου είναι,

ειν’ ένας εμπαιγμός στις σταυρωμένες αναμνήσεις...



Όχι! Δεν είμαι ‘γω σ’ εκείνη τη φωτογραφία!


Δωρεάν e book

Μπείτε στην παρακάτω ιστοσελίδα για να κατεβάσετε δωρεάν e books:
http://www.openbook.gr/

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Βραβεία μαθητών στο 1ο Πανελλήνιο διαγωνισμό μαθητών από την ΕΛΟΣΥΛ

Τα βραβεία του 1ου Μαθητικού Ποιητικού Διαγωνισμού της ΕΛΟΣΥΛ, που πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή μαθητών (Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου) του Νομού Λάρισας. Βραβεία στην κατηγορία Γυμνασίου-Λυκείου έλαβαν οι: Α’ Βραβείο: Βάγια Πετρίκη «Αιώνιο φυλακτό», Β’ Βραβείο: Άρτεμις Ζαχαράκη «Λάθος» και Γ’ Βραβείο: Μελίσσα Χριστίνα Νταβίνα «Η ζωή». Στη κατηγορία Δημοτικού: Α’ Βραβείο: Ελένη Λαδίκα «Ονειρεύτηκα», Β’ Βραβείο: Παναγιώτης Παπακώστας «Εμείς τα παιδιά» και Γ’ Βραβείο: Βασιλική Κουτσογιάννη «Ζωγραφική». Έπαινους για τη συμμετοχή τους έλαβαν οι Γιώργος Γραμματικούλης «Η φτώχεια» (Α’ Έπαινος), Χριστίνα Γάκη-Γακοπούλου «Πανδαισία χρωμάτων» (Β’ Έπαινος) και Έλενα Παπαδοπούλου «Η άνοιξη» (Γ’ Έπαινος).
Η πρόεδρος της ΕΛΟΣΥΛ κα Δήμητρα Μπαρδάνη τόνισε ότι ο διαγωνισμός θα λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο και τα βραβεία θα δίνονται με αφορμή τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης.


Παγκόσμια ημέρα ποίησης στη Λάρισα

Η Λάρισα τίμησε την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης με μια ξεχωριστή εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε χθες το βράδυ στο «Χατζηγιάννειο» Πνευματικό Κέντρο από την Ένωση Λογοτεχνών Συγγραφέων (ΕΛΟΣΥΛ). Ο αντιπρόεδρος της Ένωσης κ. Δημήτρης Κρανιώτης αλλά και η γενική γραμματέας κ. Βασιλική Μάνδαλου μίλησαν για την αξία της ποίησης στη σημερινή δύσκολη εποχή ενώ αναφορά έγινε και στο γεγονός ότι σήμερα για πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα πορεία ποιητών στους δρόμους της Αθήνας με πλακάτ γεμάτα στίχους. Ο κ. Δ. Κρανιώτης κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, μεταξύ άλλων τόνισε: «Η ποίηση είναι η πιο ξεχωριστή από τις Τέχνες του ανθρώπου. Πάντα με τα νοήματά της και τους συμβολισμούς θα παραπέμπει στην πιο βαθιά ευαισθησία, στην πιο μεγάλη αλήθεια του ανθρώπου. Πάντα θα εκφράζει τα μυστικά οράματα, τις αγωνίες, τα πάθη και τις προσδοκίες του ανθρώπου. Πολλοί έχουν πει για την τέχνη της ποίησης σπουδαία πράγματα. Η ποίηση όμως είναι πάντα αυτό που ανακαλύπτει ο κάθε αναγνώστης στα ποιήματα. Το πολύ μεγάλο ή το ελάχιστο. Η σύγχρονη ποίηση μοιάζει με μια συμφωνική συναυλία, που ο ακροατής αγγίζει το σύνολο, το πνεύμα και το χαρακτήρα του έργου, αλλά δεν μπορεί να το παρακολουθήσει στην κάθε του λεπτομέρεια. Η σύγχρονη ποίηση μοιάζει με όνειρο, που όταν φύγει και χαθεί αφήνει πίσω τη γεύση του, ένα όνειρο που οδηγεί από τη φύση της σε μια προσπάθεια μαντικής.
Κατά την εκδήλωση απήγγειλαν ποιήματά τους, ποιητές της Λάρισας ενώ απονεμήθηκαν και τα βραβεία του 1ου Μαθητικού Ποιητικού Διαγωνισμού της ΕΛΟΣΥΛ, που πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή μαθητών (Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου) του Νομού Λάρισας. Βραβεία στην κατηγορία Γυμνασίου-Λυκείου έλαβαν οι: Α’ Βραβείο: Βάγια Πετρίκη «Αιώνιο φυλακτό», Β’ Βραβείο: Άρτεμις Ζαχαράκη «Λάθος» και Γ’ Βραβείο: Μελίσσα Χριστίνα Νταβίνα «Η ζωή». Στη κατηγορία Δημοτικού: Α’ Βραβείο: Ελένη Λαδίκα «Ονειρεύτηκα», Β’ Βραβείο: Παναγιώτης Παπακώστας «Εμείς τα παιδιά» και Γ’ Βραβείο: Βασιλική Κουτσογιάννη «Ζωγραφική». Έπαινους για τη συμμετοχή τους έλαβαν οι Γιώργος Γραμματικούλης «Η φτώχεια» (Α’ Έπαινος), Χριστίνα Γάκη-Γακοπούλου «Πανδαισία χρωμάτων» (Β’ Έπαινος) και Έλενα Παπαδοπούλου «Η άνοιξη» (Γ’ Έπαινος).
Την εκδήλωση πλαισίωσαν μουσικά η γυναικεία χορωδία του Ερυθρού Σταυρού Λάρισας υπό τη διεύθυνση της μαέστρου Έφης Μιχαηλίδου, ο Βαγγέλης Τσιμπανούδης και ο Παναγιώτης Σδράλλης. Την ευθύνη του συντονισμού είχε η πρόεδρος της ΕΛΟΣΥΛ κ. Δήμητρα Μπαρδάνη

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Παγκόσμια ημέρα ποίησης





Όταν οι Ποιητές μιλούν με έργα....


Ὁ Οὐρανός
Μανόλη Αναγνωστάκη

Πρῶτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου
Νὰ ψηλαφίσω τὸ σφυγμό σου
Ὕστερα νὰ πᾶμε μαζὶ στὸ δάσος
Ν᾿ ἀγκαλιάσουμε τὰ μεγάλα δέντρα
Ποὺ στὸν κάθε κορμὸ ἔχουμε χαράξει
Ἐδῶ καὶ χρόνια τὰ ἱερὰ ὀνόματα
Νὰ τὰ συλλαβίσουμε μαζὶ
Νὰ τὰ μετρήσουμε ἕνα-ἕνα
Μὲ τὰ μάτια ψηλὰ στὸν οὐρανὸ σὰν προσευχή.


Τὸ δικό μας τὸ δάσος δὲν τὸ κρύβει ὁ οὐρανός.

Δὲν περνοῦν ἀπὸ δῶ ξυλοκόποι.



Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Ποίηση για την Παγκόσμια ημέρα ποίησης

1.       Ποίηση
 Ποίηση
  δεν είναι τίποτε άλλο
παρά λέξεις
που πνίγονται 

σε κορμιά βασανισμένα

                      Ποίηση
          δεν είναι τίποτε άλλο
παρά φωνές του θέλουν να ακουστούν
ασφυκτιούν σε θνητά σώματα
ζητούν αέρα


Ποίηση

 δεν είναι παρά
το έμβρυο που επιδιώκει μια διέξοδο
το φως για να αντικρύσει

Ποίηση
δεν είναι παρά περαστικοί
χαμένοι μες την νύχτα
που ποθούν καταφύγιο να βρουν
 Ποίηση
 δεν είναι παρά
αθώες ψυχές φυλακισμένες
που δικαίωση
 αναζητούν
Ποίηση

δεν είναι παρά, κραυγές

χαράς η πόνου

που όταν

δεν αντέχουν  πια

Γίνονται ποιήματα

Με αφορμή την Παγκόσμια ημέρα ποίησης οι ποιητές διαδηλώνουν

21 Μαρτίου 2012
Με την Ποίηση ενάντια στην Κρίση
Προσυγκέντρωση στις 12 το μεσημέρι

μπροστά από το βιβλιοπωλείο Ιανόs, Σταδίου 24,
Συν οδοιπορία προς το Σύνταγμα

Δηλώστε την υποστήριξη σας στο ιστολόγιο: http://www.21martiou.blogspot.com/
Ο κατάλογος συμμετοχών ανανεώνεται καθημερινά...