Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

ΑΒΑΤΟ, ΠΟΙΗΣΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ ΓΙΩΡΓΟΥ


           ΑΒΑΤΟ

Στη γωνιά που εναπόθετε
μ’ ευλάβεια και κατάνυξη
την ομορφιά της μοναξιάς της
και τολμούσε να πλάθει όνειρα
μ’ ανθρώπινη διάσταση,
στη γωνιά που αναπολούσε
με δέος και τρυφερότητα
τα πρώτα της σκιρτήματα
και χάριζε του κορμιού της
τη ζέστη και τη μυρωδιά.
Εκεί που πρωτοδείλιασε
ψηλαφώντας της ψυχής την ευγένεια
και θάρρεψε στ’ ατίθασο του νου,
εκεί που αποζήτησε
να πάει πιο πέρα τον εαυτό της
ισορροπώντας στους μύχιους πόθους
και στου καιρού τις μνήμες,
σ’ αυτή τη γωνιά
οχύρωσε το προσωπικό της άβατο
και το περιτείχισε
με σελίδες, χρώματα και μουσική.
Σ’ αυτή τη γωνιά
μονοδρόμησε τη ζωή στη μοναξιά,
να βγει ακόμη πιο ψηλά.
Φως στο άβατο και σκιά,
άσυλο και ιερό
βαθιά πιο ανθρώπινο
κάτι περισσότερο από το θείο.
Στο άβατο  αυτό της γωνιάς,
καταφυγή και ανάνηψη της ψυχής,
καστροπολεμίτισσα νύχτα,
μάγισσα νύχτα,
μ’ άσωτα τ’ Αυγερινού
τα χείλη και τα χέρια
στάλαξε στα λαχανιασμένα στήθια
σταγόνες ζωής, ίδιες δυο κόκκινα μάτια
κι άνοιξε μικρό παραθύρι
ίσα για να τρυπώσει η ανατολή,
τίποτα να μην πυρπολήσει,
τίποτα να μην κατακτήσει
παρά μόνο να παραδοθεί
φως, έρωτας και ζωή.

Γιώργος  Αλεξανδρής

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

ΑΥΓΗ ΝΑ ΜΗ ΧΑΡΑΞΕΙ, ΠΟΙΗΜΑ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ


ΑΥΓΗ ΝΑ ΜΗ ΧΑΡΑΞΕΙ

Ας έγερνε να ξεχαστεί
στην αγκαλιά σου η νύχτα
και το φεγγάρι σαν παιδί,
στο στήθος σου να κοιμηθεί,
αυγή να μη χαράξει.

Ας ήταν και να γλίστραγες
σκιά στο παραθύρι.
Νεύμα ψυχής μες στη σιωπή
και ψίθυρος καρδιάς π’ αδημονεί,
πρωί μην ξημερώσει.

Ρίξε τ’ αστέρια στην ποδιά
και τα μαλλιά στους ώμους.
Κράτα τ’ ανέμου την πνοή
στη σφαλιστή την πόρτα,
η ανατολή ν’ αργήσει.

Να γείρεις στα χείλη μου φιλί
και χάδι στο κορμί μου.
Να γίνει η νύχτα αγκαλιά
κι εσύ αναπνοή μου,
ήλιος να μη φωτίσει.

Καρτέρεψα στα μάτια σου
του λογισμού σημάδια.
Της νύχτας και του έρωτα
αντίφωνο και φέγγος,
η μέρα να γοργέψει.

Και ξόδιασα τις σκέψεις μου
στην άκρη του ονείρου.
Με ζέστανες με γλύκανες
Μάνα, γυναίκα κι αδερφή,
ζωή να σ’ ανασαίνω.

Γιώργος   Αλεξανδρής

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

ΚΑΡΤΑΣ ΤΑΣΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΟΙ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ, λοιπόν, ΔΕ ΧΑΝΟΝΤΑΙ…
(… έχουνε κι αυτές τον τόπο τους,
τις ψυχές τους, τη σημασία τους…)
πιστεύω χωρίς περιστροφές
στη δύναμη των πραγμάτων που ξυπνάνε•
έχω τη βεβαιότητα πως μπορούν
να με παρακολουθούν οι τόποι που ζω,
να με γνωρίζουνε απ’ το περπάτημα ή τις ώρες,
γιατί αλλιώς πολλά πάλι δε βρίσκουνε νόημα•
ούτε οι έρωτες, ούτε οι μοναδικά δικές μου στιγμές,
ούτε οι αδυναμίες των χεριών μου!..
(συνημμένη εικόνα) ΤΩΡΑ ΓΕΡΟΙ ΠΙΑ… (…αφουγκραζόμαστε το λόγο του Ποιητή…)
οι γέροι δυσκολεύονται αφάνταστα στο πέρασμα των δρόμων•
διστάζουν, τρέχουν,
δεν μπορούν να υπολογίσουν σωστά, κινδυνεύουν!..
τ’ αυτοκίνητα προσπαθούν να τους τυφλώσουν,
χωρίς να κρατάνε την ταχύτητα σταθερή,
περιφρονούν τους γέρους και παίζουν μαζί τους…
ΛΕΖΑΝΤΑ: πάντα όμως οι γέροι καταφέρνουν να περνάνε απέναντι!..
τ’ αυτοκίνητα τότε εξαφανίζονται τελείως από τη ζωή τους
σα να μην υπάρχουν, οι γέροι τα εκδικούνται!..
[αποσπάσματα από τη συλλογή του Σωτήρη Κακίση
ΤΑ ΣΥΡΜΑΤΑ, εκδόσεις ΝΕΑ ΕΓΝΑΤΙΑ σειρά ΤΡΑΜ 1978]
************
ΕΡΩΤΕΥΤΕΙΤΕ…
(…ας αρχίσουν οι χοροί ενός άλλου κόσμου…)
Ερωτευτείτε τα καφενεία του Γκόρπα,
τα μπαρ του καλοκαιριού, τα τραπεζάκια έξω,
το τάβλι δύο γέρων έξω απ’ τα άδεια μαγαζιά τους,
τα σουβλάκια στα σκαλάκια των πολυκατοικιών,
τις μπύρες στα δύο
και το κορίτσι που περνάει ρίχνοντας λοξές ματιές.
Τα ξυπόλυτα κορίτσια, τα κορίτσια που δεν ποζάρουν,
τα κορίτσια του Ιουλίου, των αόρατων νησιών,
τα κορίτσια με τα αλατισμένα μαλλιά και την κόκκινη μύτη.
Κι από την άλλη μερια:
Η κούτα του άστεγου, το στοίβαγμα του μετανάστη,
η αναζήτηση φαγητού στα σκουπίδια, ο απλήρωτος λογαριασμός.
Ερωτευτείτε αυτόν που έγραψε στον τοίχο:
«οι μπάτσοι είναι παντού, αλλά ο έρωτας μας κάνει αόρατους»!..
Ερωτευτείτε… και αυτόν που το φωτογράφησε
και αυτόν που το έκανε ριτουίτ
και αυτόν που χαμογέλασε βλέποντάς το…
Αυτά είναι ο πραγματικός κόσμος, η αλήθεια, το τέλος και η άκρη του νοήματος.
Αλλά υπάρχουμε για να αναποδογυρίσουμε αυτό το ασυνάρτητο σύμπαν!...

ΛΕΖΑΝΤΑ: Ερωτευτείτε τους αυτόχειρες των χρόνων που ζούμε…
Τρέξτε κοντά τους, απλώστε το χέρι, σταθείτε προσοχή.
Αν δεν καταφέρετε να συγκρατήσετε το κορμί τους,
πριν αυτό αιωρηθεί οριστικά και αμετάκλητα, κρεμαστείτε μαζί τους.
Ερωτευτείτε την πληγή του κυνηγημένου ξένου.
Το φόβο του ανθρώπου χωρίς χαρτιά.
Τη μοναξιά του ανθρώπου που πέρασε μέσα απ’ τις νάρκες και τα κύματα,
για να πέσει απ’ το λυσσασμένο μαχαίρι του φασίστα.
Τους διαδηλωτές, που ανεβοκατεβαίνουν την Πανεπιστημίου,
φωνάζοντας αλληλεγγύη, φωνάζοντας ελευθερία.
Τις ομάδες σε γειτονιές και συνοικίες, που μαζεύουν ρούχα,
που μαζεύουν φαγητά, ταινίες, υλικά
και ανταλλάσσουν τα πάντα εκτός από χρήματα.
Αυτούς που βαριούνται να μιλήσουν για τη δουλειά ή τα λεφτά.
Αυτούς που σου λένε το αγαπημένο τους χρώμα,
το τραγούδι της εφηβείας τους,
που θυμούνται το πρώτο κορίτσι που φίλησαν με τρυφερότητα
και αυτούς που, σαν τον Χόλντεν, όταν λένε καριέρα,
εννοούν να προσέχουν τα παιδιά που παίζουν σε ένα τεράστιο γήπεδο
κλωτσώντας μπάλες πάνω κάτω και τραγουδώντας
στίχους χωρίς λόγια, μόνο λα λα λα.
Τον Ντουρούτι, τον Ηλία Λάγιο και τον κλόουν του Μπελ.
Τον Νίκο Καρούζο που πλήρωνε τα ποτά του με αυτοσχέδια ποιήματα σε χαρτοπετσέτες.
Ερωτευτείτε αυτούς που δεν κωλώνουν μπροστά στο ανέφικτο,
αυτούς που πιστεύουν στα θαύματα
που δεν έχουν εξήγηση, αλλά ούτε θρησκευτική προέλευση,
αυτούς που αγαπούν τον ορθό λόγο
επειδή υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το ανάποδο
και αυτούς που δεν πίστεψαν σε οτιδήποτε ειπώθηκε οποτεδήποτε σε δελτίο ειδήσεων.
Αυτούς που κολύμπησαν νύχτα μεθυσμένοι
και αυτούς που πνίγηκαν επειδή δεν άντεξαν τη σκληρότητα του κόσμου.
Ερωτευτείτε την φωνή του Αργύρη Μπακιρτζή,
το «Θεέ μου μεγαλοδύναμε»
και το παιδί που σφίγγει μια πέτρα στο χέρι,
χωρίς να είναι σίγουρο ότι έχει δίκιο.
Στα κρυφά, στη σιωπή, είμαστε σίγουροι ότι τουλάχιστον δεν έχει άδικο.
Τον Χρήστο Βακαλόπουλο που έλεγε για τον Αύγουστο του Νίκου Παπάζογλου,
«το τραγούδι δεν είναι ερωτικό, αλλά ερωτευμένο».
Μην δίνετε σημασία σε οτιδήποτε είναι ερωτικό, αλλά όχι ερωτευμένο.
Την Άννα Καρίνα, την Μόνικα Βίτι,
τη σερβιτόρα της διπλανής καφετέριας,
την Ροζάριο Ντόσον
και όλες τις γυναίκες που έχουν αίμα μπερδεμένο,
αίμα που έρχεται από δύο ή τρεις ηπείρους.
Ερωτευτείτε τον πατέρα κάποιου γαμπρού
που με το τσιγάρο στο στόμα, μεθυσμένος,
χορεύει το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας.
Ερωτευτείτε το αχ Παναγιά μου, στο τέλος κάθε τέτοιας μουσικής.
Αυτόν που έγραψε, «μην αγαπάς τον πλησίον, αλλά πλησίασε τον αγαπώντα».
Την πιο μικρή ελιά στην κοιλιά της,
τον απογευματινό ύπνο κάτω απ’ το αρμυρίκι ή την καρυδιά,
την πιο λεπτή ειρωνεία,
το παγκάκι, την παρέα που κλαίει γελώντας
και τη βουβαμάρα του καταστρώματος της επιστροφής.
Ερωτευτείτε το κορίτσι μου.
Κάθε πρωί, κάθεται νυσταγμένη στην άκρη του κρεβατιού
με γερμένους τους ώμους και τα χέρια να κρέμονται σαν τεράστιο εκκρεμές.
Αυτή η εικόνα είναι η ασπίδα, η μολότοφ
και το φωτόσπαθο που κρατάω στη χούφτα μου
και με κάνει ιπτάμενο, απίθανο και ανήλικο.
Ερωτευτείτε το κορίτσι που περνάει δίπλα σας εδώ και τώρα.

Ερωτευτείτε λοιπόν την Ποίηση στη ζωή σας…

Art by Wolfgang Lettl Surealist

ΠΟΙΗΜΑ ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ ΓΙΩΡΓΟΥ

 ΝΕΟΣ  ΧΡΟΝΟΣ  - ΠΟΘΟΙ  ΙΔΑΝΙΚΑ

                                {Ακροστιχίδα}

        { νέος  χρόνος  αθανασία  ψυχής  η  αγάπη }

Νέος χρόνος ήρθε με του Γενάρη το πρώτο λιόφωτο πρωινό.
Έλα  αγαπημένη, μαζί να χαρούμε της νέας χρονιάς τον ερχομό.
Όνειρο μαγεμένο να μείνει η αγάπη μας, κρυφό και γιορτινό,
Στο  διάβα του χρόνου,  τραγούδι να το ακούμε αγγελικό.
                                              *
Χορό να στήσει η πλάση για το αγκάλιασμα το γλυκό,
Ρυάκι να γίνει ο πόθος μας, μελιστάλαχτο και δροσερό.
Όταν όλοι μιλούν γι’ αγάπη, να πούμε και μεις το σ’ αγαπώ,
Να κελαηδήσουν γλυκόλαλα αηδόνια χωρίς σταματημό.
Όπως οι χορδές της λύρας γλυκαίνουν το βαθύσκιωτο καημό,
Στην καρδιά μας να νιώσουμε της ευτυχίας το γλυκασμό.
                                               *
Άστρα χρυσοπόρφυρα σου κέντησαν την ομορφιά,
Θαρρώ πως και το φεγγάρι κρατούσες απόψε αγκαλιά,
Αγγελος Παραδείσου έμοιαζες στης νύχτας την ξαστεριά,
Νύμφη χαριτόμορφη φάνταζες και νεράιδα ξωτικιά.
Αγάπη μιλούσες ψιθυριστά, γι’ αγάπη σφύριζε και η σιγαλιά,
Στα ολόξανθά σου τα πυκνά και αραχνοΰφαντα μαλλιά.
Ικέτης της μνήμης γίνομαι εγώ κι εσύ αφέντρα στη λησμονιά,
Αστείρευτη πηγή χαράς, έκστασης και ζωής ανασαιμιά.
                                            *
Ψηλαφίσαμε στο λαμπρό γιορτάσι το δικό μας μερτικό,
Υπερήφανες οι προσμονές και τ’ αντάμωμα γήτεμα μαγικό ‚
Χρώματα τα γλυκόλογα και χάρες το βλέμμα το φωτεινό,
Ήρεμο το στάλαγμα του πάθους και το σκίρτημα απανωτό,
Σμίγουν  ιδανικά και πόθοι, στο κοινό της πεθυμιάς μας ριζικό.
                                           *
Η μέρα είναι κάλεσμα ζωής και η νύχτα γνωριμία με το Θεό.
                                           *
Ας ήταν για σένα να είχα ακόμη μια πλατύφυλλη καρδιά,
Γαρύφαλλο ανοιχτό, ρόδο κόκκινο στην πρωινή δροσιά,
Ανθόσπαρτη να σου χαρίσω την ευτυχία  μ’ απλοχεριά.
Περιμένω μικροκόρη ομορφονιά, με μία και μόνη σου  ματιά
Ηλίου ακτίνες να πορφυρώσουν  τις μέρες μας στη νέα χρονιά.

                           Γιώργος  Αλεξανδρής


Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ, ΠΟΙΗΜΑ ΜΑΣΤΟΡΟΔΗΜΟΥ ΧΡΥΣΑ

ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

MATALA


Ο χρόνος δεν αλλάζει·

εμείς μέσα του αλλάζουμε.
Εκείνος αδιάφορος κυλά
κι εμείς όνομα του δίνουμε
χθες, σήμερα, αύριο.
Η νέα χρονιά τίποτα δεν υπόσχεται
δε χαρίζεται,
δεν παρηγορεί

Στέκεται μόνο σαν παραπέτασμα
ανάμεσα σε ό,τι ήμασταν
κι ό,τι δεν τολμήσαμε να γίνουμε

Κουβαλάμε μνήμες σαν αποσκευές —
άλλες ασήκωτες
άλλες αναγκαίες.

Κι όμως ξεχνάμε
πως δεν είναι ο χρόνος το βάρος
αλλά η άρνησή μας να τον ζήσουμε

Αν κάτι αρχίζει σήμερα,
δεν είναι ο χρόνος.

Είναι το βλέμμα μας πάνω του.

Κι αυτό αρκεί
για να ξεκινήσουμε
από την αρχή.

Μαστοροδήμου Χρύσα

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

ΚΡΙΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, Ο ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΗΣ, ΑΡΤΕΜΙΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

«Η προσωπική μας Οδύσσεια είναι η συμφιλίωση με τον εαυτό μας»

Γράφει η Άρτεμις Παπανδρέου //

 

 

 

 

Χρύσα Μαστροδήμου «Ο βιβλιοπώλης», Εκδόσεις Βακχικόν 2024,

 

Ο Βιβλιοπώλης της Χρύσας Μαστοροδήμου είναι ένα κοινωνικό μυθιστόρημα της σύγχρονης εποχής, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις, εκείνες της οικογένειας, της φιλίας και των ερωτικών συντρόφων δημιουργούν μια αλληλουχία καταστάσεων και συναισθημάτων όπου προβληματίζουν.

Ένας άντρας μοναχικός, τρυφερός, καλλιεργημένος, σημαδεμένος για πάντα από την εξαιρετικά δύσκολη σχέση του με τον αλκοολικό πατέρα του, είναι ο ήρωας του βιβλίου. Ο βιβλιοπώλης Άγγελος. Ένας ξαφνικός, βίαιος θάνατος σηματοδοτεί την απαρχή ενός έρωτα με την πολλά χρόνια μικρότερή του Γιώτα. Εκείνη είναι η άνοιξη στον χειμώνα της ζωής του. Είναι η ελπίδα και το μέλλον του. Έως ότου τη συναντήσει πονούσε από τον χωρισμό και το οδυνηρό για κείνον διαζύγιο. Κοντά της νιώθει πως η ζωή τού χαρίζεται ξανά. Εξαργυρώνει όλα του τα συναισθήματα για κείνη με την αγάπη. Μαζί της νιώθει ξαναγεννημένος. Ζωντανός. Έχει στόχο. Έχει σκοπό. Έχει εκείνη. Έχει την ευτυχία.

Είναι όμως ο έρωτας ευτυχία; Είναι ευλογία ή καταδίκη;

Πώς είναι ν’ αγαπά κάποιος απόλυτα; Ολοκληρωτικά. Είναι η αγάπη, αλήθεια, ένα πνιγηρό συναίσθημα;

Συρματόπλεγμα η δική του αγάπη. Την πνίγει, την πονά. Δεν αντέχει. Το παιχνίδι του έρωτα δεν μαθαίνεται ποτέ, γράφει η Χρύσα Μαστοροδήμου.

Κι όταν έρθει η στιγμή του χωρισμού; Πόσο δύσκολο είναι να το διαχειριστεί κάποιος με τόσο βάρος στην ψυχή; Πώς να συνηθίσει το σκοτάδι, ενώ έχει γευτεί το φως; Πώς να διαχειριστεί την τόση μοναξιά του χωρισμού; Πώς να επιτρέψει στη μνήμη να φωτογραφίσει τα μάτια της;

Ήταν ξαφνική η απόφασή της να τον εγκαταλείψει. Ήταν απότομη αυτή η αλλαγή στη ζωή του και η διαχείρισή τής απουσίας της μέγγενη που του έσφιγγε την ψυχή. Μια βαλίτσα, μια μικρή κόκκινη βαλίτσα έσυρε μαζί της στο κατώφλι του για να του πάρει όσα η ζωή νόμιζε πως του είχε υποσχεθεί με την παρουσία της κοντά του.

Μια γυναίκα φεύγει κι ένα ερωτηματικό απλώνεται στο κείμενο για τον προορισμό της.

Η πλοκή που ξεδιπλώνεται στο κείμενο ζωγραφίζει εικόνες. Όμως, στα χρώματα που καλύπτουν τον καμβά της ιστορίας υπερισχύει το γκρίζο και το μαύρο, χρώματα που ξεχύνονταν από την ψυχολογία του ήρωα και μουτζουρώνουν το κάδρο. Μέσα στην απλωμένη σκοτεινιά ο Άγγελος παλεύει με τον ίδιο του τον εαυτό να διανύσει τα χιλιόμετρα της και να βγει ξανά στο φως. Μόνος.

Αναζητά εκείνη. Στην καθημερινότητά του. Στις άδειες του στιγμές. Στην πόλη τη νύχτα. Στα κρύα του σεντόνια. Στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Απέλπιδες προσπάθειες. Μόνο οι μνήμες μοιάζουν να τη φέρνουν κοντά του. Να ζει ξανά μαζί της στιγμές. Να τη νιώθει σαν αεράκι που του χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά. Πονάει. Αβάσταχτη η μοναξιά.

Στήριγμα στην ερημιά του ήρωα ο φίλος του Γιώργος και η αδερφή του Μαρία. Σχέσεις που έχουν γερά θεμέλια από το παρελθόν. Αλλά και το ποτό. Κι αυτό αποτελεί μια διαφυγή του Άγγελου από την πραγματικότητα που τον καταβαραθρώνει. Παράλληλα μέσα στο κείμενο, σαν νήματα που έχουν αφετηρία τον ίδιο και την προηγούμενη ζωή του, ξεδιπλώνονται οι ζωές κοντινών του προσώπων, φίλων και αγαπημένων, δημιουργώντας ένα γαϊτανάκι σχέσεων, συναισθημάτων και προβληματισμών, θίγοντας θέματα και καταστάσεις της ζωής και των διαπροσωπικών σχέσεων και μέσω αυτών ο αναγνώστης κατορθώνει να συνθέσει στον νου την προσωπικότητα του Άγγελου. Τον πονά και τον σημαδεύει για πάντα η εγκατάλειψη του πατέρα του και ο θάνατος της μητέρας του. Μιας μάνας που υπέφερε από τη βάναυση συμπεριφορά του συζύγου και πατέρα των παιδιών της, που εγκαταλείφθηκε στο τέλος από κείνον μόνη, να αναθρέψει δυο παιδιά, ώσπου έσβησε από το μαράζι της.

Η αίσθηση της απουσίας της αγαπημένη του Γιώτας ξεθωριάζει μόνο για λίγες στιγμές έρωτα με εφήμερες σχέσεις. Μικρές ανάσες πριν χαθεί και πάλι στη δίνη του φευγιού της. Μοιάζει αδύνατον να τιθασεύσει τον πόνο της φυγής της.

Τελικά, η αντιμετώπιση του ίδιου μας του εαυτού μοιάζει το δυσκολότερο όλων, γράφει η συγγραφέας.

Η ροή που βιβλίου εξελίσσεται με εναλλαγές της πραγματικής στιγμής και του παρελθόντος και όλη η ιστορία κορυφώνεται στο τελευταίο κεφάλαιο με ένα εντελώς ανατρεπτικό φινάλε. Μια στιγμή είναι ικανή να ακυρώσει τα πάντα. Μια μόνη στιγμή…

Κάθε κεφάλαιο αρχίζει με στίχους γνωστών ποιητών ή αποφθέγματα Μεγάλων Ανθρώπων, όπως του Καβάφη, του Ρίτσου, του Δροσίνη, του Σεφέρη, του Ελύτη, της ίδιας της δημιουργού, του Σαίξπηρ, του Έντγκαρ Άλαν Πόε, του Νίτσε κ.λ.π έτσι ώστε να προϊδεάσει στον αναγνώστη για το περιεχόμενο του κεφαλαίου που ακολουθεί. Μια απέραντη θλίψη και μια απόγνωση κινούνται σε παράλληλους δρόμους μέσα στο κείμενο. Η παλέτα του νου έχει μόνο γκρίζο χρώμα.

Θέματα οικογενειακής βίας θίγονται μέσα στο κείμενο, όπως και αλκοολισμού από κακοποιητή πατέρα. Σχέσεις γονιών – παιδιών οι οποίες καθορίζουν την πορεία της ζωής των δευτέρων. Από τη σελίδα 68 ένα μικρό απόσπασμα: «Ένιωθε ότι είχε καταδικαστεί να είναι για πάντα αυτό το παιδί που ξυπνάει φοβισμένο και τρομαγμένο μέσα στη νύχτα από το γοερό κλάμα της μάνας του. Τον είχε κάνει να πιστεύει ότι δεν άξιζε να αγαπηθεί και γι’ αυτό γαντζωνόταν απελπισμένα σε κάθε σχέση του μέχρι που έπνιγε τον άλλον με αυτή του ανάγκη για αγάπη και αποδοχή.»

Η συγγραφέας μέσα στις σελίδες του βιβλίου πραγματεύεται ανάμεσα σε άλλα την μετάνοια του κακοποιητή γονιού και τη διαχείριση της συγχώρεσης από την πλευρά του κακοποιημένου ατόμου. Ενός παιδιού που από μικρό κουβαλά τις πληγές του οι οποίες τελικά του καθορίζουν ολάκερη τη ζωή του.

Η συγγνώμη, η μετάνοια, η συγχώρεση είναι τα μετάλλια που θα κερδίσει ο άνθρωπος, ως νοήμων όν, προκειμένου να κατορθώσει να πατήσει στο βάθρο της γαλήνης και της ψυχικής ηρεμίας της πορείας της ζωής του.

Ίσως φανεί κοινότυπο αλλά η αγάπη και η συγχώρεση έχουν τόση μεγάλη δύναμη που δημιουργούν εντός του ατόμου το αίσθημα της ευτυχίας και της ηρεμίας. Το αίσθημα της ολοκλήρωσης.

Δύσκολο πράγμα η διαχείριση καταστάσεων και ανθρωπίνων σχέσεων. Δύσκολο να αγαπά κάποιος, δυσκολότερο να συγχωρεί.

Το βιβλίο της Χρύσας Μαστοροδήμου είναι ένα δυνατό ψυχογράφημα, γεμάτο φιλοσοφημένες σκέψεις. Είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται με απόλυτη ησυχία, ώστε ο αναγνώστης να γίνει κοινωνός των μηνυμάτων και των προβληματισμών που εγείρονται από το κείμενο.

Με ένα πλούσιο λεξιλόγιο που τέρπει τον αναγνώστη, με γραφή μεστή, γλαφυρή, διανθισμένη με στοιχεία της ελληνικής μυθολογίας, της λαϊκής μας παράδοσης, με διαλόγους απόλυτα ρεαλιστικούς, τα μάτια του αναγνώστη ρουφούν το κείμενο, ενώ πάντα ένα ερωτηματικό χρήζει απάντησης. Τι πραγματικά έχει συμβεί με την ηρωίδα του βιβλίου;

Πρόκειται για ένα πόνημα που ίσως έχει ανάγκη και ειδικής ψυχολογικής ερμηνείας.

Σαν κατακλείδα θα κλείσω με τη φράση του κειμένου: Η προσωπική μας Οδύσσεια είναι η συμφιλίωση με τον εαυτό μας.

 

 

 

*Η Άρτεμις Παπανδρέου είναι συγγραφέας, Πρόεδρος Ελληνικής Μέριμνας Βόλου, μέλος του Κέντρου Βιβλίου Μαγνησιωτών Συγγραφέων (ΚΕ.ΒΙ.ΜΑ.ΣΥ), της Ένωσης Λογοτεχνών Συγγραφέων Λάρισας (Ε.ΛΟ.ΣΥ.Λ) καθώς επίσης και του Συλλόγου Λόγου – Τέχνης – Μουσικής «Λίνος» ενώ έχει παρουσιάσει ως εισηγήτρια αρκετούς συγγραφείς και συμμετέχει με κείμενα της σε συλλογικές εκδόσεις και περιοδικά. Έργα της: «Τοπία Θολών Οριζόντων», εκδόσεις Μ. Σιδέρη, 2024. «Δάφνες, προδοσία και λευκή κλωστή», εκδόσεις Μ. Σιδέρη, 2022, «Ίσκιοι στο φως», εκδόσεις Μ. Σιδέρη, Ιούνιος 2020, «Ένα χαμόγελο στον ουρανό», εκδόσεις Μ. Σιδέρη, 2018. Εργάζεται σε τεχνική εταιρεία και ζει στο Βόλο.

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ, ΠΟΙΗΜΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ ΓΙΩΡΓΟΥ

     ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

Άδειασαν οι μέρες από απαντοχές και βλέψεις
γίναν τα όνειρα ενοχές και μοναξιά η ευθύνη,
δάχτυλο τεντωμένο η σιωπή και αποποίηση η οργή
αφού τα στερνά, τ’ ανέσπερα , τα θορυβώδη χρόνια,
αθησαύριστα σπαταλήθηκαν σε ομόφρονες συνάξεις.

Χάθηκε κι αυτή η περισυλλογή στην απορία,
τ’ ανάκρουσμα τ’ ασύμβατου στην άγνοια σβήνει
και γίνεται τ’ ανάθεμα μακριά πομπή και λιτανεία
αφού η απόσταση της ομήγυρης του στοχασμού
είναι μικρή από τ’ αλόγιαστο , τ’ ανώνυμο το πλήθος.

Μα αυτός αρνητής του συμβιβασμού και της υποταγής,
βγήκε αναδρομάρης στης ιστορίας τις μαρτυρίες,
στάθηκε σύνδικος στης συνείδησης τις οχλήσεις
κι αναμετρήθηκε με μια ξέσκεπη καθημερινότητα
ρημαγμένη στη μεθόδευση και τη συναλλαγή.

Για το χθες, που επικαλούνται ευσχήμονες άρπαγες ταγοί,
για το σήμερα που λεηλατείται στη δοξασία και την εμμονή,
για το αύριο που καραδοκείται από σωτήρες και αυθεντίες ,
δυο ώμοι την καθημερινότητα ελαφρότερη ν’ αντέχουν
στην αλήθεια, την ανθρωπιά και την προοπτική.

                      Γιώργος  Αλεξανδρής

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

ΠΟΙΗΣΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ ΓΙΩΡΓΟΥ


ΣΤΗ ΣΩΣΤΗ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΩΡΑ

Τότε που οι καιροί περνούσαν βιαστικοί
κι εμείς βγαίναμε να λογαριαστούμε μαζί τους
με ανόθευτα όνειρα και αξόδευτες προσδοκίες,
ξέραμε πως ανηφορίζουμε και δεν προλαβαίναμε
ούτε να τους διαβούμε με τα πρώιμά μας χρόνια
ούτε και να τους σημαδέψουμε στις ζεστές πολιτείες
που ριζώναμε στις μεγάλες του κόσμου απλωσιές.

Επιμέναμε όμως, μαζί με τόσους, να πιστεύουμε
πως θα καταφέρουμε να τους κρατήσουμε
ως ιερή σύνοψη και ιστορίας επιταγή
και να αντιστεκόμαστε στην ύποπτη ανακούφιση
που μας οδηγούσε η καλόβολη παραδοχή,
πως είναι προτιμότερη η δική μας προσαρμογή
απ’ της ανάγκης των καιρών την αλλαγή.

Ακόμη και τώρα που οι καιροί φεύγουν αθόρυβοι,
κι εμάς μας βαραίνει της εμπειρίας η γνώση
απ’ τις μικρές και μεγάλες αποτυχίες και διαψεύσεις,
συνεχίζουμε να διεκδικούμε και να δημιουργούμε
το δικαίωμα στο όνειρο και την ουτοπία,
εναρμονίζοντας της ζωής το σκοπό
με της ψυχής την ελευθερία και το χρέος.

Με την κάθε γενιά ν’ αρέσκεται σε επινοήσεις,
ν’ ανακαλύπτει πως γεννιέται και φεύγει νωρίς,
να υποκύπτει σε μεμψιμοιρίες γι’ αυτούς που έφυγαν
και να υπαινίσσεται γι’αυτούς που θα έρθουν,
ας συνεχίσουμε γενναιόψυχα, απλά και χωρίς υπερβάσεις,
να βλέπουμε στη γενναιοδωρία της φύσης και της ζωής
πως ήρθαμε και ζούμε στη σωστή και στη δική μας ώρα.

                                 Γιώργος  Αλεξανδρής