Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

ΠΟΙΗΜΑ ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ ΓΙΩΡΓΟΥ

 ΝΕΟΣ  ΧΡΟΝΟΣ  - ΠΟΘΟΙ  ΙΔΑΝΙΚΑ

                                {Ακροστιχίδα}

        { νέος  χρόνος  αθανασία  ψυχής  η  αγάπη }

Νέος χρόνος ήρθε με του Γενάρη το πρώτο λιόφωτο πρωινό.
Έλα  αγαπημένη, μαζί να χαρούμε της νέας χρονιάς τον ερχομό.
Όνειρο μαγεμένο να μείνει η αγάπη μας, κρυφό και γιορτινό,
Στο  διάβα του χρόνου,  τραγούδι να το ακούμε αγγελικό.
                                              *
Χορό να στήσει η πλάση για το αγκάλιασμα το γλυκό,
Ρυάκι να γίνει ο πόθος μας, μελιστάλαχτο και δροσερό.
Όταν όλοι μιλούν γι’ αγάπη, να πούμε και μεις το σ’ αγαπώ,
Να κελαηδήσουν γλυκόλαλα αηδόνια χωρίς σταματημό.
Όπως οι χορδές της λύρας γλυκαίνουν το βαθύσκιωτο καημό,
Στην καρδιά μας να νιώσουμε της ευτυχίας το γλυκασμό.
                                               *
Άστρα χρυσοπόρφυρα σου κέντησαν την ομορφιά,
Θαρρώ πως και το φεγγάρι κρατούσες απόψε αγκαλιά,
Αγγελος Παραδείσου έμοιαζες στης νύχτας την ξαστεριά,
Νύμφη χαριτόμορφη φάνταζες και νεράιδα ξωτικιά.
Αγάπη μιλούσες ψιθυριστά, γι’ αγάπη σφύριζε και η σιγαλιά,
Στα ολόξανθά σου τα πυκνά και αραχνοΰφαντα μαλλιά.
Ικέτης της μνήμης γίνομαι εγώ κι εσύ αφέντρα στη λησμονιά,
Αστείρευτη πηγή χαράς, έκστασης και ζωής ανασαιμιά.
                                            *
Ψηλαφίσαμε στο λαμπρό γιορτάσι το δικό μας μερτικό,
Υπερήφανες οι προσμονές και τ’ αντάμωμα γήτεμα μαγικό ‚
Χρώματα τα γλυκόλογα και χάρες το βλέμμα το φωτεινό,
Ήρεμο το στάλαγμα του πάθους και το σκίρτημα απανωτό,
Σμίγουν  ιδανικά και πόθοι, στο κοινό της πεθυμιάς μας ριζικό.
                                           *
Η μέρα είναι κάλεσμα ζωής και η νύχτα γνωριμία με το Θεό.
                                           *
Ας ήταν για σένα να είχα ακόμη μια πλατύφυλλη καρδιά,
Γαρύφαλλο ανοιχτό, ρόδο κόκκινο στην πρωινή δροσιά,
Ανθόσπαρτη να σου χαρίσω την ευτυχία  μ’ απλοχεριά.
Περιμένω μικροκόρη ομορφονιά, με μία και μόνη σου  ματιά
Ηλίου ακτίνες να πορφυρώσουν  τις μέρες μας στη νέα χρονιά.

                           Γιώργος  Αλεξανδρής


Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ, ΠΟΙΗΜΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ ΓΙΩΡΓΟΥ

     ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

Άδειασαν οι μέρες από απαντοχές και βλέψεις
γίναν τα όνειρα ενοχές και μοναξιά η ευθύνη,
δάχτυλο τεντωμένο η σιωπή και αποποίηση η οργή
αφού τα στερνά, τ’ ανέσπερα , τα θορυβώδη χρόνια,
αθησαύριστα σπαταλήθηκαν σε ομόφρονες συνάξεις.

Χάθηκε κι αυτή η περισυλλογή στην απορία,
τ’ ανάκρουσμα τ’ ασύμβατου στην άγνοια σβήνει
και γίνεται τ’ ανάθεμα μακριά πομπή και λιτανεία
αφού η απόσταση της ομήγυρης του στοχασμού
είναι μικρή από τ’ αλόγιαστο , τ’ ανώνυμο το πλήθος.

Μα αυτός αρνητής του συμβιβασμού και της υποταγής,
βγήκε αναδρομάρης στης ιστορίας τις μαρτυρίες,
στάθηκε σύνδικος στης συνείδησης τις οχλήσεις
κι αναμετρήθηκε με μια ξέσκεπη καθημερινότητα
ρημαγμένη στη μεθόδευση και τη συναλλαγή.

Για το χθες, που επικαλούνται ευσχήμονες άρπαγες ταγοί,
για το σήμερα που λεηλατείται στη δοξασία και την εμμονή,
για το αύριο που καραδοκείται από σωτήρες και αυθεντίες ,
δυο ώμοι την καθημερινότητα ελαφρότερη ν’ αντέχουν
στην αλήθεια, την ανθρωπιά και την προοπτική.

                      Γιώργος  Αλεξανδρής

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

ΠΟΙΗΣΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ ΓΙΩΡΓΟΥ


ΣΤΗ ΣΩΣΤΗ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΩΡΑ

Τότε που οι καιροί περνούσαν βιαστικοί
κι εμείς βγαίναμε να λογαριαστούμε μαζί τους
με ανόθευτα όνειρα και αξόδευτες προσδοκίες,
ξέραμε πως ανηφορίζουμε και δεν προλαβαίναμε
ούτε να τους διαβούμε με τα πρώιμά μας χρόνια
ούτε και να τους σημαδέψουμε στις ζεστές πολιτείες
που ριζώναμε στις μεγάλες του κόσμου απλωσιές.

Επιμέναμε όμως, μαζί με τόσους, να πιστεύουμε
πως θα καταφέρουμε να τους κρατήσουμε
ως ιερή σύνοψη και ιστορίας επιταγή
και να αντιστεκόμαστε στην ύποπτη ανακούφιση
που μας οδηγούσε η καλόβολη παραδοχή,
πως είναι προτιμότερη η δική μας προσαρμογή
απ’ της ανάγκης των καιρών την αλλαγή.

Ακόμη και τώρα που οι καιροί φεύγουν αθόρυβοι,
κι εμάς μας βαραίνει της εμπειρίας η γνώση
απ’ τις μικρές και μεγάλες αποτυχίες και διαψεύσεις,
συνεχίζουμε να διεκδικούμε και να δημιουργούμε
το δικαίωμα στο όνειρο και την ουτοπία,
εναρμονίζοντας της ζωής το σκοπό
με της ψυχής την ελευθερία και το χρέος.

Με την κάθε γενιά ν’ αρέσκεται σε επινοήσεις,
ν’ ανακαλύπτει πως γεννιέται και φεύγει νωρίς,
να υποκύπτει σε μεμψιμοιρίες γι’ αυτούς που έφυγαν
και να υπαινίσσεται γι’αυτούς που θα έρθουν,
ας συνεχίσουμε γενναιόψυχα, απλά και χωρίς υπερβάσεις,
να βλέπουμε στη γενναιοδωρία της φύσης και της ζωής
πως ήρθαμε και ζούμε στη σωστή και στη δική μας ώρα.

                                 Γιώργος  Αλεξανδρής

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2025

Μαριάνθη, Αλεξανδρή Γιώργου

 
 ΕΞΑΡΧΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑ



ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Μύριζες άνθη.
Μοσχοβολούσες άνοιξη. Και νιότη.
Έλαμπες φως.
Ανατολίτης ήλιος .Και Θεός.
Κίναε στα μάτια σου η ζωή,
κι έφτανε ως το χαμόγελό σου.

Κάλεσμα ψυχής.
Τρεμάμενα χέρια. Βέβαια.
Φλογισμένα πρόσωπα. Ικεσία.
Και συμπτύξαμε την αιωνιότητα
σε μια άχρονη στιγμή
μ’ ένα ανεπιτήδευτο φιλί.

Ήσουν φωτιά. Κι αγέρι.
Δραπέτευες στον καιρό.
Πνεύμα. Αλαζονικό αερικό.
Δίχως αρχή και τέλος.
Σημάδι της φυγής και της σιωπής,
κόρη και ταίρι της επιστροφής.

Έφευγες σαν παιδί.
Δρασκέλιζες στον παράδεισο. Και στη ζωή.
Την προλάβαινες.
Κι έτρεχα το κατόπι σου,
να  ’μολογήσω της χαράς
στη γη για να χωρέσω.

Γιώργος  Αλεξανδρής

Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

Ποίημα Αλεξανδρή Γιώργου


 ΜΟΥΣΑ  ΜΙΚΡΗ

Πέταξες μ’ ένα ηχηρό φτεροκόπημα
βιαστικό πουλί της ζωής.
Τάραξες τη σιγαλιά
με μια απρόσμενη κραυγή
και χάραξες στην αμέριμνη σιωπή
μια διάπλατη ρωγμή.
Το καλοκαίρι έγερνε κουρασμένο
στον τελειωμό του
κι εγώ χρύσωνα του ερχομού σου τ’ όνειρο
στην απαντοχή,
με κείνα τα νοσταλγικά πρωινά
και τις βαμμένες δύσες.

Το γέλιο σου πλατύς ουρανός,
σφυγμός και χτύπος της καρδιάς
και τα μάτια σου,
δρόμος μακρύς ανοιχτός
σχισμή στον κλειστό φεγγίτη της προσμονής
για τη χαρά της νιότης.

Άναρχο μεθυστικό ξάφνιασμα
η πεθυμιά του νου
και της ψυχής η λαχτάρα,
καθώς γονάτισα ικέτης στο βωμό σου,
προσευχή ν’ αναπέμψω
και ζωή να σε λατρέψω.Μούσα μικρή,
κόρη του φεγγαριού και γιορτή της νύχτας,
γείρε λιανό κλαδί
στ’ ανέμου την ανάσα,
τραγούδι στα φύλλα ν’ ακουστεί
ο πόθος και το χάδι.

Μούσα μικρή,
κόρη της ανατολής και του μεσημεριού φωτιά,
φτερούγισε περιστέρι
στου ορίζοντα τη φυγή.
Σημάδι γίνε και φωτεινή γραμμή,
ίσαμε κει που στάθηκε το αστέρι.

  Γιώργος  Αλεξανδρής

Κυριακή 8 Ιουνίου 2025

ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ


ΕΝ  ΕΠΙΓΝΩΣΕΙ

Στις απρόσωπες και χειραγωγημένες κοινωνίες,
συντεταγμένες στην αυταπάτη και τον εφησυχασμό,
όταν η αθωότητά τους γίνεται πανικός
και η προνοητικότητα δοξασία και ευχή,
περισσεύει η αλαζονεία της ειδημοσύνης
και η υποκρισία του αλτρουισμού της ευθύνης.

Στα χαλκεία τους, μέντορες και ταγοί,
σφυρηλατούν με τέχνη και πειθώ
την ιστορία ως νοσταλγική πρόνοια και διδαχή
και σε διάσταση εσχατολογικής προφητείας,
αυθεντικά δικάζουν και σωτήρια υποδεικνύουν
την αυτοκριτική, για το θέσπισμα της εποχής
όπου η συναυτουργία και η συνενοχή
είναι δικαίωμα, πρακτική, ήθος και αξία.

Όμως, ο ιστός των εσπέριων καιρών έχει  διαρραγεί,
η  αγύρτισσα  καθημερινότητα, χωρίς πνεύμα και ψυχή,
αποκαθηλώνεται απ’ το ναρκισσισμό της
και παραδίδεται ασυνάρτητη κι ανυπεράσπιστη
στην άβυσσο μιας ανυπόφορης αλήθειας,
ευτύχημα της απειλής και φόβος της προσδοκίας.

Μουσειακοί κι αλλότριοι, πολίτες σε ομηρία,
που ύψωναν ανάστημα μέχρι τις επικλήσεις,
για ν’ αριθμούν τις μέρες τους διάδοχες και ίδιες
χωρίς τη βάσανο του νου, της χίμαιρας το άλγος,
εχέφρονες τώρα  στοχαστές, τελούν εν επιγνώσει
πως η ζωή  δεν είναι συμβιβασμός κι ευπείθεια,
παρά ομόθυμη ανατροπή ως και την ουτοπία,
πολιτισμού συνείδηση προοπτική και δημιουργία.

                              Γιώργος  Αλεξανδρής

                           Η   ΕΛΕΝΗ

 

Ζηλόφθονο κι εκδικητικό το αντρικό το γένος,
την έσμπρωξε μες στην αχλή της φήμης και του μύθου,
ευάλωτη κι ανήμπορη να παγιδευτεί
στο κενό της αυταρέσκειας και της ματαιοδοξίας.
Υστερόβουλα, την προστάτεψε  στ’ ανάκτορο κυρά,
που  μάθαινε την αρετή στην υπακοή,
στη σιωπή το σέβας και το πρέπον
και γυναίκα την υπερασπίστηκε,
στα στήθια της, τ’ αυθαίρετα όνειρά του να χαϊδέψει
και στο κορμί της να λειάνει
τις μύχιες πεθυμιές της κτημοσύνης.
Μα εκείνη αρχέγονη μήτρα αξιών,
αυτόχθονη και πρέσβειρα των καιρών,
στάθηκε έξω από το δεσποτισμό,
αμφισβήτησε τη βία της τάξης και του μοιραίου
και αυτομόλησε στη θελκτική τυραννία του αυτοσεβασμού,
λυτρώνοντας το πνεύμα της σε αλήθεια και ελευθερία.
Μαντήλι  κόκκινο ανέμισε η Ελένη την ψυχή της,
σαν αίρεση και σαν φυγή, σαν προτροπή και βιάση,
δίχως προσχήματα, χωρίς συνωμοσίες,
λεύτερη, αυτόνομη, δική της και δική τους,
λεμονανθοί οι θάλασσες κι υμέναιοι οι ανέμοι,
ένα λιμάνι όλη η γη, μια πόλη η οικουμένη
και οι καιροσκόποι πίσω της,
σκληρές γενιές των κάστρων,
σφυρηλατούσαν προδοσίες και αφορμές,
και αποφάσιζαν την παρακμή του κόσμου.


                      Γιώργος  Αλεξανδρής

Σάββατο 17 Μαΐου 2025

2 ποιήματα Αλεξανδρή Γιώργου

ΑΝΥΠΟΤΑΧΤΕΣ  ΜΝΗΜΕΣ

Σώπαινες.
Ικετευτικά.Λεύτερη και ολοκληρωμένη.
Και τι τάχα να ’ λεγες για της ζωής τη μαγεία;
Πως είναι τα όνειρα φυγή
κι οι πεθυμιές μια δίκη;
Έτσι κι αλλιώς οι αναμνήσεις σου,
γύρισμα είναι κι αγύρτισσα ηχώ.

Αφουγκραζόσουν.
Ανεπίληπτα. Τον πειρασμό και τον πόθο.
Και πώς να μετανιώσεις για το λυτρωμό;
Ψεγάδι η φρόνηση του νου
και γδικιωμός η ελπίδα.
Ακόμα και το σύναγμα των καιρών,
πέρασμα είναι και ορμήνια.

Ομολογούσες.
Απειθάρχητα.Τις απειλές και την απώλεια.
Και πώς να δεχτείς την παραίτηση υποταγή;
Δέηση της στέρησης η οδύνη
και η συμμόρφωση έλεος και ευχή.
Αφού είναι οι αλήθειες σου απόκρυφες σπονδές,
ταξίδεμα ανάπλωρο κι απάγκιο.

Ξαφνιαζόμουν.
Απολογητικά. Για τους ύμνους και τους όρκους.
Και πώς την παραφορά,χαρά να μη λογιάσω;
Νάμα και χάρη η ζωή,
κι ο έρωτάς σου, έμπνευση και θαύμα.
Γιατί στον πανικό της αιωνιότητας,
στέργουν ανυπόταχτες μνήμες.

          ΜΕ  ΤΟΝ  ΗΛΙΟ

Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο,
η άνοιξη μου γνέφει και μου χαμογελά
και στέλνει στο περβάζι μου
με δυο μικρά πουλιά,
απόκοσμο κελάηδημα, ουράνια χαρά.

Στον απέναντι το φράχτη ο ήλιος
σγουρόμαλλο μικρό τρελό παιδί
έπαιζε με την τριανταφυλλιά.
Βάφτηκε με μύρια χρώματα,
μέθυσε με τ’ αρώματα
και ξεχάστηκε στη φυλλωσιά.

Κατηφόριζε ανέμελο αγέρι
βάρκα με κουπιά κλαδιά
και με φύλλα για πανιά.
Σκάλωσε κι αυτό στην τριανταφυλλιά,
του ’κλεισε το μάτι κι ο ήλιος πονηρά
κι έμεινε κι ανέμιζε στα ξέπλεκα μαλλιά.

Ξετρελάθηκαν απ’ τα ψηλά,
δυο μικρά  χελιδονάκια
με το γλυκό το κρυφομιλητό,
με το φως και με το θάμα
κι άφησαν το τρελό κυνηγητό
κι έσμιξαν με τ’ άλλα δυο
στης τριανταφυλλιάς τα κλώνια.

Απ’ την πάνω γειτονιά φωνές,
ανάσες ψίθυροι παλλικαριές.
Απειλούσαν τ’ αγόρια με βρισιές
και κοκκίνιζαν ξεπεταρούδια κοπελιές.
Έψαχναν στις πλεξούδες του ήλιου τις ξανθές
λαχτάρες και πρωτόφαντες χαρές.

Και κατέβηκα να δώσω χέρι,
να σκαρφαλώσει ο ήλιος πιο ψηλά.
Θεέ μου τι μάγια ήταν όλα αυτά;
Στου τριαντάφυλλου τα φύλλα
φεγγοβολούσε η δική σου η ματιά
κι όλα άρπαξαν φωτιά.

Και  ανέβηκε ο ήλιος την πρώτη του οργιά,
ξέφυγε τ’ αγέρι στην πίσω τη βραγιά
σπάθισαν και τα χελιδόνια ακόμη πιο ψηλά
και μείναμε μόνοι στην τριανταφυλλιά,
θεέ μου τι χαρά!

                   Γιώργος  Αλεξανδρής                

Κυριακή 4 Μαΐου 2025

Με τον ήλιο, ποίημα Αλεξανδρή Γιώργου

 




ΜΕ  ΤΟΝ  ΗΛΙΟ

Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο,
η άνοιξη μου γνέφει και μου χαμογελά
και στέλνει στο περβάζι μου
με δυο μικρά πουλιά,
απόκοσμο κελάηδημα, ουράνια χαρά.

Στον απέναντι το φράχτη ο ήλιος
σγουρόμαλλο μικρό τρελό παιδί
έπαιζε με την τριανταφυλλιά.
Βάφτηκε με μύρια χρώματα,
μέθυσε με τ’ αρώματα
και ξεχάστηκε στη φυλλωσιά.

Κατηφόριζε ανέμελο αγέρι
βάρκα με κουπιά κλαδιά
και με φύλλα για πανιά.
Σκάλωσε κι αυτό στην τριανταφυλλιά,
του ’κλεισε το μάτι κι ο ήλιος πονηρά
κι έμεινε κι ανέμιζε στα ξέπλεκα μαλλιά.

Ξετρελάθηκαν απ’ τα ψηλά,
δυο μικρά  χελιδονάκια
με το γλυκό το κρυφομιλητό,
με το φως και με το θάμα
κι άφησαν το τρελό κυνηγητό
κι έσμιξαν με τ’ άλλα δυο
στης τριανταφυλλιάς τα κλώνια.

Απ’ την πάνω γειτονιά φωνές,
ανάσες ψίθυροι παλλικαριές.
Απειλούσαν τ’ αγόρια με βρισιές
και κοκκίνιζαν ξεπεταρούδια κοπελιές.
Έψαχναν στις πλεξούδες του ήλιου τις ξανθές
λαχτάρες και πρωτόφαντες χαρές.

Και κατέβηκα να δώσω χέρι,
να σκαρφαλώσει ο ήλιος πιο ψηλά.
Θεέ μου τι μάγια ήταν όλα αυτά;
Στου τριαντάφυλλου τα φύλλα
φεγγοβολούσε η δική σου η ματιά
κι όλα άρπαξαν φωτιά.

Και  ανέβηκε ο ήλιος την πρώτη του οργιά,
ξέφυγε τ’ αγέρι στην πίσω τη βραγιά
σπάθισαν και τα χελιδόνια ακόμη πιο ψηλά
και μείναμε μόνοι στην τριανταφυλλιά,
θεέ μου τι χαρά!

                   Γιώργος  Αλεξανδρής

Πέμπτη 24 Απριλίου 2025

Ποίηση, Αλεξανδρής Γιώργος






ΤΑΞΙΔΙ

Σαν κινήσαμε τούτο το μακρύ και κρυφό μας ταξίδι,
απαλλαγμένοι από ύποπτους  θεούς, μύθους και προφητείες
και ανοιχτήκαμε στα βαθιά του λυτρωμού τα πελάγη,
γρήγορα αρνηθήκαμε το ούριο το πελαγίσιο ανέμι
και δεν αποζητήσαμε του λιμανιού το αραξοβόλι,
παρά  της ψυχής τ’ ανέμισμα και του μυαλού το ρίγος,
αβόλευτοι και λεύτεροι να πάμε στους καιρούς μας.

Προνοήσαμε να μην αφήσουμε του γυρισμού σημάδια
ούτε και χάρτες θέλαμε ν’ αποπλέουμε συμπληγάδες.
Μια θάλασσα δική μας  ζωγραφίσαμε, με δέος και λατρεία,
να φύγουμε απ’ τα όνειρα που ησύχαζαν στις μνήμες
και να διαβούμε ορίζοντες που άσπριζαν σαν κύμα,
μη μας γλυκάνουν την καρδιά, το νου μας μην πλανέψουν
και δώσουμε στις μέρες μας προοπτική και χρώμα,
και γίνει το ταξίδι επιστροφή κι η λύτρωση  ουτοπία.

Ξανοιγόταν μπροστά μας το αύριο ασυντρόφευτο
και πίσω δικάζαμε χρόνια στεγνά κι αξόδευτη γνώση.
Μεσοπέλαγα, μόνοι, χωρίς ορίζοντες και προορισμό
αποπλεύσαμε  τη συμφορά της δίνης των δισταγμών
και αρνηθήκαμε, ξένοι και ναυαγοί  να λογιαστούμε.
Και  πηγαίναμε, και μακραίναμε, αυθεντικοί και βέβαιοι
πως οι πτώσεις μας κι οι ανυψωμοί, οι φυγές κι οι δίκες,
δεν ήταν  του νου συμμόρφωση  και της ψυχής ανάγκη
παρά συνείδηση ζωής και ολοκλήρωσης ταξίδι.

                              
      ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Εκσυγχρονίζουμε αναφορές και πραγματείες
για τη συνοχή και εξέλιξη της κοινωνίας,
παραθέτουμε δόγματα, αφορισμούς και ρήσεις
για τη συμμετοχή προσώπων, τάξεων και ομάδων
και συνθέτουμε με την προσωπική μας μαρτυρία
ομόσπονδες ομοιότητες και εύνομες αντιθέσεις.

Βουλεύεται η εξουσία ησυχαστήρια και σιωπές
με στόχασμα την πλάνη και τη σύννομη εντολή,
πως είναι η αλήθεια συστράτευση και υπακοή,
ισότητας μαρτυρία σε πρόσφορες αρχές και αξίες,
συνομοταξία ιδεών και σύμπλευση στις ανάγκες,
για να είναι πολυπλόκαμη και αβόλευτη η ζωή.

Αυθόρμητος εναγκαλισμός η πολυπραγμοσύνη
σε μια επισφαλή και αδυσώπητη καθημερινότητα,
να έχει η ταυτότητά μας μνήμες και υπερβάσεις,
αλώβητη από συμβιβασμούς και υποχωρήσεις,
ακόμη μια μαρτυρία ανοιχτού προσανατολισμού
στη θέαση του χρέους και του καθωσπρεπισμού.

Αυταπόδεικτο μέρισμα η προσωπική ευθύνη
στην προσαρμογή της συλλογικής πολυνομίας,
με την αυτογνωσία έκφραση και δημιουργία,
ως μαρτυρία και κατάθεση της αυτονομίας
στην αναγνώριση και το σεβασμό της ελευθερίας,
χωρίς το κίνητρο και την ισχύ της φιλαυτίας.

Η άρνηση του φανατισμού στις  πεποιθήσεις,
η στόχευση σε ανεπιτήδευτους σκοπούς και θεωρίες,
αντήχηση είναι απεμπλοκής από την ειμαρμένη,
και η παραίτηση από δαψίλευμα σε πάγιους κανόνες,
μαρτυρία  είναι σε σοφιστείες και ιερές διδαχές
για μια κοινωνία ανοιχτή στη γνώση και την πίστη.

                                             Γιώργος   Αλεξανδρής


  

Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΙΣ

 ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΙΣ

Από την παραδοχή της στυγνής πραγματικότητας
ως την επιλεκτική αμφισβήτηση και άρνηση,
η κάθε συλλογική των συμβιβασμών συμπεριφορά,
επινόηση είναι του ψεύδους και της αλήθειας
και τεκμήριο φαντασίας σε προσωπικές  αξίες.

Σοφίας πρόκριμα είναι τα ευδόκιμα ρητά,
η εμπειρία κίνητρο κι αυτή στις αποφάσεις,
η αποξένωση αγκίστρωση λιτής λειτουργίας
και η παραίτηση λύτρωση απλή της σιγουριάς,
με ύφανση από κοινού αισθημάτων και λογισμών.

Η καθημερινότητα ενδελέχεια αφορισμών,
επιδοκιμασία συντελεστών και διαφάνειας
με όρους ευσύνοπτης υστερογραφίας
να είναι η ικεσία πρόσταγμα και απαντοχή,
μιας άλλης δόκιμης αρχής, δόγμα και πρακτική.

Με την αναγωγή των ιδεών σε πράξεις,
τα πιστεύω λάξευση του αυτοπροσδιορισμού
και ορθοπεδισμός, στις θεωρίες συνύπαρξης,
να είναι η συμπόρευση μέτρο ορθοφροσύνης
και η κοινωνία στέγασμα πληρότητας και ανάγκης.

Η παρουσία αντίθεση στο θέσπισμα του λόγου,
η αποδοχή παραίτηση από τις μνημονεύσεις
με το κατεστημένο σύμπλεγμα στις ωραιοποιήσεις,
την αναζήτηση βαθιά πλοκή στις γνωματεύσεις
να έχουν τα ρωτήματα απάντηση και τέλος.

Η συστοίχιση  σε διδάγματα και αναφορές
κυκλοθυμικών καιρών και σκοτεινής ιστορίας,
παραίτηση είναι από το βούλευμα της αλήθειας,
εμπέδωση της συνήθειας και της μαρτυρίας,
να είναι η ομοιότητα καινοφανής και θελκτική.

                             Γιώργος  Αλεξανδρής

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2025

Γιώργος Αλεξανδρής, Ερωτική Πανδαισία, ποίημα

   ΕΡΩΤΙΚΗ  ΠΑΝΔΑΙΣΙΑ

Ευτύχησα ν’ ασπαστώ την καλή μου τη μοίρα
στα μάτια σου τα εκφραστικά και καλοσυνάτα,
στο συναπάντημα με της ψυχής σου το μεγαλείο,
σμιλεύοντας  με χάρη του  έρωτα την πλησμονή.

Σε πρόσμενα νύμφη των καιρών, άγια και ελεούσα,
τρισεύγενη θεά της παράδοσης και των μύθων,
νεράιδα σε αποζήτησα στην έκσταση των πόθων
να βρω απάγκιο στη ζωή και λάτρεμα να προλάβω.

Στα σταυροδρόμια της ζωής σε καρτερούσα
αγλάισμα ευγενικών ονείρων και πανδαισία,
μαζί σου σε θεοβάδιστα σοκάκια να βαδίσω
και τις πεθυμιές μου στις απαντοχές σου να ζήσω.

Ευδόκησαν της αγάπης και της τύχης οι θεοί,
μελίρρυτοι ν’ ανοίξουν της καρδιάς μας οι κρουνοί,
στ’ αγκάλιασμα το σφιχτό να στέρξουν οι χαρές μας
και τα χείλη μας το «σ’ αγαπώ», γλυκά να ψιθυρίσουν.

Λαμπρύνονται οι μέρες μου στην αρχοντιά σου,
ουρανόσταλτες και λιόφωτες σε πρωινά μαγεμένα
και οι νύχτες μου φεγγαρόλουστες κι ασημωμένες
στης αγρύπνιας το λευτέρωμα και τη σκλαβιά.

Ξέχωρος μικρός θεός εγώ κι εσύ το ίνδαλμά μου,
θεία ευχαριστία η ζωή και πλέρια ευγνωμονούσα,
καθώς είναι το αντάμωμά μας ολοκλήρωσης σπονδή,
θέωση και λύτρωση στο συνομίλημα των ψυχών μας.

                                                  Γιώργος   Αλεξανδρής


Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2025

ΕΚΕΙ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ ΓΙΩΡΓΟΥ

ΕΚΕΙ  . . .

Ξεστράτισε και τράβηξε
στο στρατί που λίγοι πάνε.
Εκεί που ο καίριος στοχασμός
μένει στοιχειό και ρημάδι
και γίνεται βαθύς στεναγμός
στης νύχτας το πυκνό σκοτάδι.

Εκεί που στεφανώνεται
ο καημός του την ελπίδα
και νιώθει στο σμίξιμο αυτό
την πρώτη και στερνή χαρά του,
κρυφό της ψυχής του φυλαχτό
στο εσπέριο πέταγμά του.

Εκεί που φόβος γίνεται
το τόλμημα της σκέψης
και σμίγουν στον  αφορισμό
η πίστη και η γνώση,
μετέωρες στον εναγκαλισμό
κι απόκληρες στην πτώση.

Εκεί που τρέχουν οι καιροί
πίσω από ιδέες νέες,
πολύκλιτοι να ‘ναι οι ναοί
και λειτουργία οι σπονδές,
αγλάισμα ύμνων η σιωπή
και συμφωνία οι κραυγές.

Εκεί που συνομολογούνται
τ’ απέραντα όρια του οίστρου
με τα πλούτη της φαντασίας,
με τον βαθύτονο συλλαβισμό
της πρωτόφαντης απορίας
στο όνειρο το διαχρονικό.

Εκεί που κάποιος αναθαρρεύει
σε οιωνούς και προβλέψεις,
του εύδικου να γίνει τιμητής
χωρίς προσχήματα κι αναστολές,
της κοινωνίας άξιος ζηλωτής
με δόγματα σοφίας και προσφυγές.

Εκεί στην πολυπλοκότητα
της αντίθεσης στο αποδεκτό,
πέρα από την κοινή λογική,
με τον αντίλογο προφητεία
μια νέα αρχή κι αξία να επινοεί,
με αναγνώριση την αυθεντία.

Εκεί στα εύσχημα της υπερβολής,
στου πνεύματος την εγρήγορση
με την ενδοσκόπηση αυτογνωσία,
μάθηση, εμπειρία και προβολή
και θεία ενσυνείδητη υπηρεσία
στην εύγονη λατρεία την κοσμική.

Εκεί στο κρυφό θυσιαστήριο
του γόνιμου ατομισμού,
στη μέθεξη των ιδανικών
με οράματα και βλέψεις,
με υπέρβαση των θεωριών
στου αλτρουισμού τις στέψεις.

Εκεί στην πολυπραγμοσύνη
του νου και τη ψυχής του,
με κατάθεση προμηθεϊκή
σε όνειρα και προσμονές
και με τη συνείδηση αγαθή
στων διπλανών τις απαντοχές.
     
         Γιώργος  Αλεξανδρής

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2025

ΠΟΙΗΜΑ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ ΓΙΩΡΓΟΥ




ΕΡΩΤΑΣ  ΣΑΪΤΕΥΤΗΣ

Πέταξες πεταλούδα                                                        
σε άνθη ευωδιαστά,                                                     
πουλάκι που ετραγούδα                                              
στη φυλλωσιά γλυκά.                                                    

Βασιλικός στη γλάστρα                                                 
ανθίζεις μοσχομυριστός ,                                             
με αρχοντιά και πάστρα,                                             
στα χρώματα πλουμιστός.                                            

Και έγινα δροσούλα                                                      
στη γλάστρα σου να ‘ρθώ                                            
στη ρόδινη αυγούλα                                                     
τα λούλουδα να φιλώ.                                                   

Κι αντήχησα τραγούδι
με χάρη και  θαυμασμό,
καθώς σ’ άκουσα μελισσούδι
να γυροφέρνεις στον ανθό.

Σε είδα στο παραθύρι
να πλέκεις τα μαλλιά
και μ’ άναψες πορφύρι
τον πόθο στην καρδιά.

Στα μάτια σου τ’ αστέρια
με τ' ασημόλαμπρο το φως,
κομπόδεμα στα χέρια,
φεγγάρι και ουρανός.

Σε άκουσα αηδόνι
γλυκόλαλο στην αυγή,
σε είδα χελιδόνι
γοργόφτερο στην αυλή.

Φτερούγισα κι εγώ πουλάκι
με κελάηδημα χαρωπό
από τ’ απέναντι κλαράκι
νεραϊδόμορφη να  σε δω.

Σε έλουζε η αστροφεγγιά
στο παραθύρι το ανοιχτό
και κένταγε την ομορφιά
στο πρόσωπό σου τ’ αγγελικό.

Στ' αυγερινού το πλατύ στρατί
νύφη θα σε καρτερώ,
να φέξει χρυσή η ανατολή
σ' ένα λιόκαλο πρωινό.

Λαχτάρα και βαθύς καημός
στην αγάπη να καθρεφτιστώ,
γλύκασμα να 'ναι ο στεναγμός
καθώς θα σου πω το σ' αγαπώ.

Τον έρωτα τον σαϊτευτή
θα έχω συντροφιά μου,
να σε σαϊτέψει  στην ψυχή
να  'ρθείς στην αγκαλιά μου.
      
             Γιώργος Αλεξανδρής

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2025

ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ, ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ


                                


ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

                                {Ακροστιχίδα}

        { νέος  χρόνος  αθανασία  ψυχής  η  αγάπη }

Νέος χρόνος ήρθε με του Γενάρη το πρώτο λιόφωτο πρωινό.
Έλα  αγαπημένη, μαζί να χαρούμε της νέας χρονιάς τον ερχομό.
Όνειρο μαγεμένο να μείνει η αγάπη μας, κρυφό και γιορτινό,
Στο  διάβα του χρόνου,  τραγούδι να το ακούμε αγγελικό.
                                              *
Χορό να στήσει η πλάση για το αγκάλιασμα το γλυκό,
Ρυάκι να γίνει ο πόθος μας, μελιστάλαχτο και δροσερό.
Όταν όλοι μιλούν γι’ αγάπη, να πούμε και μεις το σ’ αγαπώ,
Να κελαηδήσουν γλυκόλαλα αηδόνια χωρίς σταματημό.
Όπως οι χορδές της λύρας γλυκαίνουν το βαθύσκιωτο καημό,
Στην καρδιά μας να νιώσουμε της ευτυχίας το γλυκασμό.
                                               *
Άστρα χρυσοπόρφυρα σου κέντησαν την ομορφιά,
Θαρρώ πως και το φεγγάρι κρατούσες απόψε αγκαλιά,
Αγγελος Παραδείσου έμοιαζες στης νύχτας την ξαστεριά,
Νύμφη χαριτόμορφη φάνταζες και νεράιδα ξωτικιά.
Αγάπη μιλούσες ψιθυριστά, γι’ αγάπη σφύριζε και η σιγαλιά,
Στα ολόξανθά σου τα πυκνά και αραχνοΰφαντα μαλλιά.
Ικέτης της μνήμης γίνομαι εγώ κι εσύ αφέντρα στη λησμονιά,
Αστείρευτη πηγή χαράς, έκστασης και ζωής ανασαιμιά.
                                            *
Ψηλαφίσαμε στο λαμπρό γιορτάσι το δικό μας μερτικό,
Υπερήφανες οι προσμονές και τ’ αντάμωμα γήτεμα μαγικό ‚
Χρώματα τα γλυκόλογα και χάρες το βλέμμα το φωτεινό,
Ήρεμο το στάλαγμα του πάθους και το σκίρτημα απανωτό,
Σμίγουν  ιδανικά και πόθοι, στο κοινό της πεθυμιάς μας ριζικό.
                                           *
Η μέρα είναι κάλεσμα ζωής και η νύχτα γνωριμία με το Θεό.
                                           *
Ας ήταν για σένα να είχα ακόμη μια πλατύφυλλη καρδιά,
Γαρύφαλλο ανοιχτό, ρόδο κόκκινο στην πρωινή δροσιά,
Ανθόσπαρτη να σου χαρίσω την ευτυχία  μ’ απλοχεριά.
Περιμένω μικροκόρη ομορφονιά, με μία και μόνη σου  ματιά
Ηλίου ακτίνες να πορφυρώσουν  τις μέρες μας στη νέα χρονιά.


                                      Γιώργος  Αλεξανδρής

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2024

Ποίημα, Αλεξανδρή Γιώργου



 Έργο: Ζαβράκα Δώρα


Ο ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ

Ανάστατη κι απρόβλεπτη η σκέψη,
στ’ αδέσποτου του νου  το μονοπάτι.
Βαθύς και  ο χτύπος της καρδιάς,
η θλίψη βάσανο κι η αγωνία αμανάτι.

Βραδυπορούσα η νύχτα και σιγή,
των αστεριών το ξενύχτι, μάτι,
φυλάκισμα στενόχωρο η βραδιά
και η απόδραση πείσμα και γινάτι.

Φεγγαρόφωτο έξω το πλατύ στρατί,
στη σέλα τ’ αλόγου τα όνειρα δεμάτι
και ο καβαλάρης απορεί και θλίβεται ,
βήμα δεν πάει μπροστά το άτι.

Βιτσίζει μια, βιτσίζει δυο και τρεις,
λυσσομανά και με θυμό το δέρνει.
Ριζωμένα στυλώματα τα πόδια του,
από βιτσιές κι από φωνές δεν παίρνει.

Πεζός το χαλινό τεντώνει και τραβά
κι εκείνο ορθώνει πόδια κι αφηνιάζει.
Βλέπει να στέκει σκίασμα μπροστά,
χλιμιντρίζει και πίσω αλαφιάζει.

Και  είναι ο δρόμος μακρύς και πέρα
και είναι άργητα και δέσμευση ο χρόνος.
Πώς να τραβήξει πάλι τούτο το στρατί,
πώς να το πάρει αργά και μόνος;

Σφυρίζει μια ,σφυρίζει δυο και τρεις
μ’ απαντοχή  κρυφή και φανερό το άχτι.
Προδίδεται σε φύλαγμα η θέση του,
φτάνει και πιάνει ο φρουρός τον κράχτη.

-Γιατί φωνάζεις, βρίζεις και σφυράς
 νυχτιάτικα και σε κλεισμένη ζώνη;
 Τρομάζεις  αηδονόλαλα και κούκους,
 φοβίζεις και το ορφανό τριζόνι.

 Πάρε τη στράτα απέναντι για φευγιό,  
 βιαστικά και ήσυχα για το καλό σου.
 Με λόγιασμα σοφού, σπουδή και γνώση 
 σιγούρεψε πεζός τον πηγαιμό σου.

-Το άλογό μου φωνάζω για να  φανεί.
 Στο χάραμα, μ’ αφέντεμα και καλπασμό,
 τον ήλιο να προλάβω ανατολής στεφάνι
 και καβαλάρης να δω της ζωής το λιακωτό.  


                       Γιώργος  Αλεξανδρής       

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2024

Αλεξανδρής Γιώργος, Η σιωπή του καθενός, ποίηση


 Έργο: Pollock J.



Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ

Σε τούτες τις ξέσκεπες και ανώνυμες ημέρες,
με τις αντιφάσεις, τους ισχυρισμούς και τις αναδρομές,
η σιωπή του καθενός έχει μορφή και χρώμα
στο στίγμα της ανασφάλειας και της φοβίας
κι ο λόγος του, δόγμα αφορισμού και καταγγελίας
στη συνήθεια  της απαξίωσης και του συμβιβασμού.

Τώρα που και πάλι, ειδήμονες των καιρών και ταγοί,
σφυρηλατούν πεποιθήσεις και προσανατολισμούς
στις σκιές της υπόδειξης και του παραδειγματισμού,
με τις αλήθειες πρόσχημα και τη λήθη αναφορά,
του καθενός το μαύλισμα και η συμπεριφορά,
εγκώμιο είναι συνειδητό στην πρέπουσα αποδοχή.

Οι προτάσεις των Αρχών είναι κοινή συνεδρία
και η απόφαση εφαρμογής, αξία του καθενός
με σύγχρονη ανάγνωση και ύστερη προβολή,
να είναι καθολική η υπακοή και η ευταξία
στο σύνδρομο του ανάδοχου και ιθύνοντα νου
για να έχει συνέχεια το αναντίρρητο του σωστού.

Συμμόρφωση η συνύπαρξη και συνομολογία
η άκριτη ομοφωνία του καθενός στην ευγλωττία
που ρήτορες ευσχήμονες διακονούν την πίστη,
να είναι η σύμπραξη δικαίωμα και ευθύνη.
Δυσοίωνη η πρόγνωση της οργής και της μαρτυρίας
όταν η σιωπή δαυλίζει την άρνηση της ιστορίας.


                                                     
                                           Γιώργος  Αλεξανδρής
                                                      www.alexandris23.net

Τρίτη 22 Αυγούστου 2023

Ποίηση Αλεξανδρή Γιώργου


Έργο: Δαμιανός




Α Κ Α Λ Ε Σ Τ Ο Σ

 

Ακάλεστος κι απρόσμενος                                           Κόρες φανήκαν λυγερές,
μου ήρθε μια βραδιά,                                                  ξανθές γαλανομάτες
ξένος κι εγώ φιλόξενος                                                χορεύουνε πιαστές,
τον δέχτηκα φιλικά.                                                      Τριαντάφυλλα γιομάτες
                 *                                                                                          *
Του έστρωσα τραπέζι ,                                                Με μέθυσαν στη νύχτα
τον κέρασα κρασί                                                          με  μάγεψαν στην αυγή,
και άρχισε να παίζει                                                      κι από τον κόσμο βγήκα
γλυκύτατο βιολί.                                                            με ζάλη γλυκιά, δυνατή.
                 *                                                                                         *
Λιγώθηκε  η καρδιά μου                                              Κι ως φώτισε η ανατολή
σε  ουράνια μουσική                                                     κι ακούστηκαν ψιλές φωνές,
κι απλώθηκε η χαρά μου                                             μου δίνουνε γλυκό φιλί
απέραντη στην ψυχή.                                                  και φεύγουν οι ξωτικιές.
                  *                                                                                         *
Του είπα φλογισμένος,                                                 Σταμάτησε να παίζει
«παίξε  το ωραίο σου βιολί,                                          σε λίγο και το βιολί
παίξε και μεθυσμένος                                                   και δίπλα στο τραπέζι
ας φτάσω στο πρωί.                                                     βλέπω μικρό παιδί.
                  *                                                                                         *
Τέντωσε τις χορδές σου                                                Και σαστισμένος μένω
βγάλε χρυσή φωνή,                                                      μπρος στο ξανθό παιδί,
φωτιά οι δοξαριές σου                                                  φοβάμαι, δεν του κρένω
με παίρνουν απ΄ τη γη.                                                 μόνο βλέπω το βιολί.
                   *                                                                                         * 
Στον ουρανό με πάνε                                                   Στο παραθύρι εστήθη
και τ’ άστρα κυνηγώ,                                                    κι ο ήλιος φωτεινός,
παίξε, τον κόσμο κάνε                                                  σηκώθηκε κι αυτός να φύγει,
σειρήνας σπιτικό».                                                        παντάξενος ο μικρός.
                   *                                                                                           *
Τραγούδησε και πήγα                                                  Τον  ρώτησα ποιος είναι,
σε κόσμους μαγικούς                                                   του κράτησα το χέρι,
και πρόλαβα και είδα                                                   «ακόμα » του είπα «μείνε,
παράξενους θεούς                                                        φύγε το μεσημέρι».
                   *                                                                                          *
που μέρα τραγουδάνε,                                                
τη νύχτα κυνηγούν    
που πίνουν και μεθάνε                                                  
αδιάκοπα γλεντούν.                                             

                                       
Το βιολί και το κρασί κρατά
και μου τα δίνει γελαστός
"Είμαι" μου λέει ψιθυριστά
"ο Έρωτας της Αφροδίτης γιος"

                                                           
                                      
 ΔΙΑΦΥΓΗ ΚΑΙ ΛΥΤΡΩΣΗ

 Απλωμένο, αιώνια στοιχειό ριζωμένο,

το σκοτάδι πυκνό στης εκκλησιάς τα κλίτη,
σκεπάζει  αγίων  μορφές και προσκυνητάρια
και κρύβει κεριά και καντήλια σβησμένα .

Βαριά λαχτάρα η σιωπή στο Ιερό το Βήμα,
παράξενος φόβος  η γαλήνη στο τέμπλο
και  τρομαγμένη η σκέψη γυρεύει την πόρτα,
τα  παραθύρια, να φύγει, μα πού να τα δει.

Τους τοίχους ψηλαφεί μήπως και έξοδο βρει,
αγγίζει σταυρούς και τρομάζει, εικόνες και τρέμει,
μανουάλια σπρώχνει και στον κρότο πεθαίνει,
πιάνει αναλόγια, στασίδια και βιβλία χοντρά.

Πώς θα μπορέσει απ’ το σκοτάδι  να φύγει,
σε ποια άκρη να ακουμπήσει και πού να σταθεί,
και με ποια δέηση, παράκληση και προσευχή
τη λύτρωση  να βρει στη σκέψη και την ψυχή;

Κρυφή του ελπίδα ο περαστικός φυσιολάτρης,
παρηγοριά του ο χρόνος και ο αιφνιδιασμός,
στης σύμπτωσης το ευτύχημα να γίνει κοινωνός,
με την αίσθηση της αλήθειας και τη διαφυγή.

Κεριά αναμμένα τα ρωτήματα και οι απορίες,
τα δόγματα, ύπαρξης λύτρα και πίστης τιμαλφή,
από τον άμβωνα η αρχή και η έξοδος στην πόρτα
για τη λύτρωση της γνώσης και την ελεύθερη ζωή.


                                   Γιώργος  Αλεξανδρής


                                      www.alexandris23.net

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2023

   

Ο ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΣ

Τον άκουγαν, λόγους πανηγυρικούς να εκφωνεί,
αρχαϊκά δόγματα και χρησμούς να ρητορεύει,
πρωτάκουστα συνθήματα σύμπνοιας να απαγγέλλει
κι αφού του φόρεσαν δάφνινο στεφάνι στα μαλλιά,
τον σήκωσαν, τον κράτησαν στους ώμους τους ψηλά
και μ’ αλαλαγμούς χαράς και θαυμασμού ιαχές
συνοδοιπόρο στους δρόμους με πυρσούς τον περιέφεραν
ρήτορα και φιλόσοφο της σκέψης  τους και της ζωής τους.

Ευτύχησαν της συγκυρίας των αναγκών με τη σοφία,
απάντηση να έχουν στα ερωτήματα των καιρών,
η έπαρση ευπείθεια και γαλουχία η υπακοή,
η φρόνηση συμπεριφορά και η λογική εμπειρία
με τον συνοδοιπόρο ηγήτορα κι ακόλουθο του πλήθους
να ‘ναι το χθες κοινή ελέηση και σύνδρομη παραδοχή
και το αύριο εκπλήρωσης ανάγνωσμα κι επίταξης γραφή,
για τον ομόλογο σκοπό συνέπειας και προόδου.

Ενθουσιώδης η πομπή των προσκυνητών στο ναό του,
λιτανεία η συμπόρευση στης δόξας τα μονοπάτια
και θεία λειτουργία η συνακρόαση των ύμνων και ασμάτων
για την αποκάλυψη του ιδεατού και ωφελίμου,
μα κείνος σώπαινε στην περιφορά σε πλατείες και σοκάκια
ανέκφραστα μάτια, ασάλευτα χείλη και πεπεισμένος νους
πως έχει ο χρόνος γύρισμα κι αντιγραφές η ιστορία
στη δοκιμασία του κενού και στην πλάνη  της λατρείας.


ΤΟ ΑΝΤΑΜΩΜΑ

 

Για το προσωπικό τ’ αντάμωμα σαν ξεκινήσεις
στη στράτα της ζωής που τη θέλεις πλατιά και μακρινή,
κρυφό και γλυκό ξαπόσταμα ποτέ μην πεθυμήσεις
στ’  ακρόδενδρου τον ίσκιο  και την νεροπηγή.

Στα  μάτια σου,  κατάματα ν’ αφήσεις να γέρνει
η λαύρα του ήλιου και τ’ άπειρο τ’ ουρανού
και στα στεγνά σου χείλη η δίψα να  σου φέρνει
καθάρια κι άγια νάματα της ψυχής και του μυαλού.

Οι πόθοι σου  αδέσποτα φαντάσματα να μη γίνουν,
τα όνειρα να μην σε ακολουθούν  εξόριστα και γυμνά
και οι σκέψεις σου κοντόθωρες  να μη μείνουν
σε  μέρες και νύχτες που μέτρησες απανωτά.

Στο διάβα ταπεινές στιγμές μη νοσταλγήσεις,
το κάθε σου πρώτο βήμα να το θαρρείς στερνό
και φίλημα χαιρετισμού σε μνήμες μην ποθήσεις,
το βέβαιο αγκαλιάσεις και χάσεις τον πειρασμό.

Για της γνώσης τον παιδεμό στη μύηση  σαν ξεκινήσεις
στην  απόκληρη κι ασύμμετρη συνοδεία της ζωής,
το τέλος της ως δίδαγμα να μην αποζητήσεις
και μ’ αποφθέγματα αδόκιμος κριτής  να μη φανείς.

Στα διλήμματα  του λογισμού  και τις φοβίες  μη σταθείς,
στου ξορκισμού το θόλωμα μη σε γητέψει ο νους σου
και για αρνήσεις κι επιστρόφια να μην αναρωτηθείς.
Απέναντι θα στέκεσαι εσύ, ορκιστής του εαυτού σου.


                              Γιωργος Αλεξανδρής
                             www.alexandris23.net

Δευτέρα 1 Μαΐου 2023

Ποίηση, Αλεξανδρή Γιώργου

 




ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ

Τούτες  οι μέρες της προσμονής και της προσδοκίας,
μέρες του λογισμού, της αίσθησης και της μαρτυρίας,
να μην είναι κοινές, μονόχρωμες και δασκαλεμένες.
Ο καθένας με τις ανταύγειες και τις σκιές των εμπειριών του,
με τις αποχρώσεις της πρόβλεψης και της επιλογής,
να στέκεται πέρα και μακριά από ευχές και παρακλήσεις,
να ακυρώνει της επανάληψης χορικά και παραστάσεις
και να φυγαδεύει το αύριο αφτιασίδωτο και νιοφερμένο.

Η αναγκαιότητα του καθωσπρεπισμού και της τάξης,
να μην είναι συμβιβασμός, ισοπέδωση και εκεχειρία
ούτε απορίας γνώρισμα, υπόθεση και παρασπονδία
όταν κήνσορες και ταγοί των συγκυριών και της ευκαιρίας
υμνολογούν  ρηχά  συνθήματα κι αναμασούν συστάσεις,
να έχει συνέχεια η  δόκιμη συνοχή, συνέπεια η ομολογία
και να είναι η ιστορία θέσπισμα, δόγμα και λειτουργία
σε μια κοινωνία με αρχές τη διαδοχή και τη συνήθεια.

Το δίκιο και η αρετή του συνταγμένου πλήθους,
δεν είναι η αδέκαστη υπακοή και η ανώνυμη παρουσία
παρά το στίγμα το προσωπικό σε κατάστιχα και ρήτρες
για να είναι ο λόγος πρόταση, άποψη, αντίσταση και ήθος
επώνυμη αναγνώριση, σεβασμός και αλληλουχία,
άρνηση συνοδική ο παραλληλισμός και η ακολουθία
κι οι μέρες που βιώνουμε ξέχωρες στη δημιουργία
μ’ εμπνεύσεις και οράματα στο χρέος και την ανάγκη.


                                Γιώργος  Αλεξανδρής
                                www.alexandris23.net

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022

Ποίηση Αλεξανδρή Γιώργου

Η  αρπαγή της Ελένης.

                      ***

Κουρασμένος κράχτης στο κάστρο ο ήλιος
κι αμίλητος οδοιπόρος σε πεδιάδες και λόφους,

συντροφεύει νεκρούς που δεν πρόλαβαν να δούνε
καβαλάρη τη νιότη στη ζωή τους να καλπάζει
παρά γιοί του πολέμου να φιλούνε της Τροίας  το χώμα.

Της Ελένης ετούτη η δόλια και άτιμη αρπαγή,
την τιμή μας λερώνει, στη γενιά μας φέρνει ντροπή
και για να είμαστε της δόξας αναφορά και λατρεία
στάχτη η Τροία  του Πάρη να γίνει , να ισοπεδωθεί,

ίσκιος από πέτρα μη μείνει και τ' όνομα να σβηστεί.

Πολεμάρχες τρανοί, Βασιλιάδες, της φυλής Αρχηγοί,
κληρονόμοι των λαών και κτήτορες αξιών και συμβόλων,
του πολέμου τη δίψα  στην υπεροχή αρματώνουν,
σημαία τη μορφή της Ελένης σηκώνουν και φτάνουν
σε θάλασσες ανοιχτές και χώρες των μύθων μακρινές.

Κούρσεψαν κάστρα και οχυρά, διαγούμισαν πολιτείες
περήφανοι στην εισβολή και στη λεηλασία ανδρείοι,
η κατοχή και η δούλωση σκοπός και ελευθερία,
με την Ελένη αφορμή και την κατάκτηση αιτία,

να 'ναι το δίκαιο του ισχυρού αποδοχή και  συμφωνία.

Ήρωες και ιδέες, στοιχειώθηκαν εκεί χωρίς  γυρισμό,
στους κάμπους φύτρωναν δέντρα ψηλά και στάχυα ξανθά,
στα λιμάνια σφύριζαν καράβια κι έσμιγαν λαοί  νικητές
και μόνο ο ήλιος, θλιμμένος βιγλάτορας σ’ ανατολή  και δύση,
μαρτύραγε  τις κρυφές συμμαχίες για αρπαγές και εισβολές.

                        Γιώργος  Αλεξανδρής