Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

ΠΟΙΗΣΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ ΓΙΩΡΓΟΥ

   
                         ΜΝΗΜΗ  ΤΡΕΛΗ

Μνήμη τρελή,
μνήμη αδέσποτη του καημού κι απείθαρχη του χρόνου,
υπέκυψες στον πειρασμό, σαν μου ’πε  εφηβάκι
και μ’ έσμπρωξες παιδί να πλανηθώ,
έφηβος να  παλινοστήσω,
στις παλιές και έρημες των προσδοκιών αφετηρίες
και στις πλημμυρισμένες των ονείρων κοίτες,
τότε που ασυντρόφευτος την αποζητούσα,
ανιχνεύοντας τη μορφή της σ’ όλους τους δρόμους
που έμοιαζαν με τ’ απλωμένα  χέρια του θεού,
για την πιο μακρινή και κοινή μας διαδρομή,
για  ένα ταξίδι ασύνορο και χωρίς  προορισμό.

Μνήμη τρελή,
μνήμη  φωτιά ανέλεγκτη και μνήμη ελπιδολύτρα,
υπέκυψες νοσταλγικά σαν μου ’πε εφηβάκι,
και θυμήθηκα που κράταγα στις ανοιχτές παλάμες
μικρούς κι αφτέρουγους θεούς με  στήθια λαχανιασμένα,
που έβλεπαν με τα μάτια της κι ανάσαιναν στην πνοή της
κι όταν φτεροκόπησαν και σπάθισαν τη μορφή της,
έμεινα στο καρτέρεμα και στην απαντοχή της
σαν το πουλί στην ανατολή, για τ’ουρανού τον κόρφο,
σαν άνεμος που μπερδεύτηκε στους φράχτες στα περβόλια,
σαν το παιδί που πρόσμενε στο σταυροδρόμι φίλους.

Μνήμη τρελή,
μνήμη κυρά καλή κι αναδρομάρισσα φωνή,
πώς ήσουν τόσο σίγουρη
πως αναγνώρισες την αδελφή ψυχή;

            Γιώργος  Αλεξανδρής
ΑΠΕΙΛΕΣ

Μας σημαδεύει και μας απειλεί ο χρόνος
μ’ έναν αδυσώπητο συγχρονισμό
μακάριας ταχύτητας και δεσποτικής κυριαρχίας,
μα εμείς, με πλήρη επίγνωση της φθοράς και του τέλους,
αντιστεκόμαστε στο αναπόφευκτο με άδηλη υποταγή,
συμπαντικές κουκίδες με συνείδηση και δημιουργία.

Μας εκβιάζει και μας απειλεί ο εαυτός μας,
καθώς μας εγκαλεί για τη συντριβή της ευθύνης
και μας προτρέπει στην ταύτιση και την ισορροπία,
μα εμείς, δοκιμάζοντας αλήθειες κι αποδοχές,
ασκούμαστε στην άρνηση της προσποίησης
κι επιμένουμε στην υπερβολή της τελείωσης.

Μας εκθέτουν και μας απειλούν πρόξενοι και ταγοί,
με φοβέρες ‚εκθειασμούς  και παρήγορα λόγια,
το νου μας στεγνώνουν, την ψυχή μας στραγγίζουν,
μα εμείς περνάμε από την πλάνη στο φόβο,
τον ύποπτο λόγο στεγάζουμε επαίτη τυφλό
και προσφέρουμε ευγνωμοσύνη αντί για  σεβασμό.

Απειλή, ιεροφάντες άστεγοι και κήρυκες αγύρτες,
η έκκληση στην προσομοίωση και η ειρκτή της λήθης,
ομόχρωμοι να θεραπεύουμε κατεστημένες ρήσεις,
μα εμείς, αρνούμαστε τη συνενοχή και τη λατρεία,
ερωτοτροπούμε με το βέβαιο αδέκαστης προφητείας,
πως θα   ’ναι ο χρόνος ανοιχτός και ομότιτλοι οι άλλοι.

                            Γιώργος  Αλεξανδρής
          
 ΑΒΑΤΟ

Στη γωνιά που εναπόθετε
μ’ ευλάβεια και κατάνυξη
την ομορφιά της μοναξιάς της
και τολμούσε να πλάθει όνειρα
μ’ ανθρώπινη διάσταση,
στη γωνιά που αναπολούσε
με δέος και τρυφερότητα
τα πρώτα της σκιρτήματα
και χάριζε του κορμιού της
τη ζέστη και τη μυρωδιά.
Εκεί που πρωτοδείλιασε
ψηλαφώντας της ψυχής την ευγένεια
και θάρρεψε στ’ ατίθασο του νου,
εκεί που αποζήτησε
να πάει πιο πέρα τον εαυτό της
ισορροπώντας στους μύχιους πόθους
και στου καιρού τις μνήμες,
σ’ αυτή τη γωνιά
οχύρωσε το προσωπικό της άβατο
και το περιτείχισε
με σελίδες, χρώματα και μουσική.
Σ’ αυτή τη γωνιά
μονοδρόμησε τη ζωή στη μοναξιά,
να βγει ακόμη πιο ψηλά.
Φως στο άβατο και σκιά,
άσυλο και ιερό
βαθιά πιο ανθρώπινο
κάτι περισσότερο από το θείο.
Στο άβατο  αυτό της γωνιάς,
καταφυγή και ανάνηψη της ψυχής,
καστροπολεμίτισσα νύχτα,
μάγισσα νύχτα,
μ’ άσωτα τ’ Αυγερινού
τα χείλη και τα χέρια
στάλαξε στα λαχανιασμένα στήθια
σταγόνες ζωής, ίδιες δυο κόκκινα μάτια
κι άνοιξε μικρό παραθύρι
ίσα για να τρυπώσει η ανατολή,
τίποτα να μην πυρπολήσει,
τίποτα να μην κατακτήσει
παρά μόνο να παραδοθεί
φως, έρωτας και ζωή.

Γιώργος  Αλεξανδρής

Δεν υπάρχουν σχόλια: