Ανέσυρε νοσταλγικά από αυριανές ημέρες,
μνήμες της χειραφετημένης γενιάς του,
μαθητείες και κατακτήσεις αυτόνομης πορείας,
μύχια καθώς λευτερώθηκε από τη βία της ιστορίας
και την ανάγκη της συνέχειας και της προοπτικής.
Φυλλομέτρησε με ενθουσιασμό αιρέσεις και ανατροπές,
ψηλάφησε μ’ ευφορία οράματα και δημιουργίες
κι ευτύχησε πρεσβευτής μιας δόκιμης εποχής,
με ορισμό το σεβασμό και όνειρα για ορίζοντες.
Ήθελε ν’ ανήκει στην εποχή του.
Όμως δεν ήταν αυθεντικοί ούτε κι ασύλητοι οι καιροί
παρά γυμνός απόηχος προσδόκιμων αυθαιρεσιών,
παλιών επινοήσεων πλοκή κι ενοχικών αναθημάτων.
Και σάστισε που θήτευε στη δυναστεία της διδαχής,
που ανακάλυπτε το λόγο του σε ξένες προφητείες
και μάθαινε τη μίμηση και την αποδοχή
ως λυτρωτική κατάκτηση και ολοκλήρωση προσωπική.
Ήθελε να του ανήκει η δική του εποχή.
Ανοιχτή κι αμφίδρομη, χωρίς αναφορές και δικαιώσεις,
αναλλοτρίωτη από πρότυπα χρησμούς και δικαιώσεις,
θέσπισμα ομόθυμο χωρίς ιδανισμούς και πιστώσεις.
Και διεκδίκησε τη δική του ακηδεμόνευτη εποχή.
Όλα δεν είχαν ειπωθεί, όλα δεν είχαν γίνει.
Περίσσευε η γνώση και η ασχημάτιστη ορμή,
το δικαίωμα στο όνειρο και η ελευθερία στη ζωή.
Μπορεί και να λαθέψαμε, εμείς οι θνητοί,
όταν σε στιγμές αυτογνωσίας και ειλικρίνειας,
με περίσσευμα πνεύματος και ψυχής
αποφασίσαμε ν’αναγνωρίσουμε στους θεούς
την αξιοσύνη και το διαφέντεμα της ζωής
και κρατήσαμε για μας,
την αξιοπρέπεια και τη γενναιοψυχία
ως αρετές κι αξίες που ταίριαζαν
στη συνείδηση και τη μεγαλοπρέπειά μας.
Μπορεί και να λαθέψαμε, εμείς οι θνητοί,
όταν μετρώντας τις δυνάμεις του μυαλού
και της καρδιάς τις αντοχές,
τις βρήκαμε περισσότερες απ’ όσες αντέχαμε
κι εκτιμήσαμε ως αδικαιολόγητη υπερβολή
κι επικίνδυνη την αυτοπεποίθησή μας
που θα μας έφερνε σ’ αντιπαράθεση με τη μικρότητά μας
και θα μας βύθιζε στις εφιαλτικές ενοχές
και στης καταστροφής τη δίνη.
Μπορεί και να λαθέψαμε, εμείς οι θνητοί,
όταν αποφύγαμε την πρόκληση του ενστίκτου
και φοβηθήκαμε στο άγνωστο να βγούμε,
ν’ αναζητήσουμε τις καταβολές μας
και να ερμηνεύσουμε την ταύτισή μας με το θείο
πιότερο ως ιδανική πληρότητα
και λιγότερο ως ολοκλήρωση,
αφήνοντας τ’ απόμακρο μεγαλείο στους θεούς
και κρατώντας για μας την προσιτή υπέρβαση.
Μπορεί και να λαθέψαμε, εμείς οι θνητοί,
όταν με φειδώ κι αιδημοσύνη
προσανατολίζαμε τη ζωή μας
σε σταθερές αφετηρίες και βέβαιους τερματισμούς,
αφήνοντας τ’ ακέραιο στους θεούς,
μ’ αναίδεια κι αφ’ υψηλού να βλέπουν,
τ’ απρόβλεπτο και αυτονόητο να λυμαίνονται,
κρατώντας για μας της προσαρμογής το θάρρος
σ’ έναν αγώνα με νικητές και ηττημένους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου