Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΥΛΑ ΚΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΥΛΑ ΚΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Μαΐου 2020

Ποίηση Κική Δημουλά

Κική Δημουλά - B’ προβολής
Βροχή στα βόρειά μου του Μαϊου.
Ένα δάσος εκφωνεί τον πανηγυρικό
κίνδυνο της πυκνότητας. Παπαρούνες
ντυμένες το παραδοσιακό τους
δηλητήριο χορεύουν τοπικό κατακόκκινο.
Συγκινημένο το άγαλμα της απορίας μου:
τι θα πει Μάιος σιγά σιγά
με την πάροδο των λέξεων;
Βροχή στα βόρειά μου του Μαϊου.
Τα φύλλα των δέντρων
κανιβαλικά χοροπηδούν πάνω στον ήχο.
Ανακινείται δυνατά το σφραγισμένο χώμα
πετάγεται με πάταγο ο φελλός του στεγνού
πίδακες νωπότητας καταβρέχουν
την ντροπαλή αρχή των αρωμάτων.
Χλόη δοκιμάζει τα φτερά της
στους χαμηλούς του χαρακτήρα της ανέμους.
Παίζουν κρυφτό τα βόρειά μου
με τα μικρότερά τους χαμομήλια
και η ψυχή κυνηγητό με λάθη
πάντα μεγαλύτερά της- η αιωνία
άνοιξη του αταίριαστου.
Βροχή στα βόρειά μου του Μαΐου.
Και τι θα πει Μάιος σιγά σιγά
Με την πάροδο των λέξεων
και ποιος με έφερε εδώ σ’ αυτήν
την τόσο απομακρυσμένη ερώτηση
απ’ το σώμα μου και τώρα πώς
– θέλω τη μάνα μου θέλω τη μάνα μου
να με κουμπώσει στην αρχή μου.

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Ποίηση Κική Δημουλά

Πίνακας: Stadjana End    http://sladjaendt.webs.com/



Κική Δημουλά «Σημείο Αναγνωρίσεως»

άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε πρσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.

Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Από μακριά εξαπατάς.
Θαρρεί κανείς πώς έχεις ελαφρά ανακαθήσει
να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο πού είδες,
πώς παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
Από κοντά ξεκαθαρίζει το όνειρο:
δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
μ’ ένα σκοινί μαρμάρινο
κι η στάση σου είναι η θέλησή σου
κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
την αγωνία του αιχμάλωτου.
Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη:
αιχμάλωτη.
Δεν μπορείς
ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα είναι τα χέρια σου.
Και δεν είν’ το μάρμαρο μόνο ο Άργος.
Αν κάτι πήγαινε ν’ αλλάξει
στην πορεία των μαρμάρων,
αν άρχιζαν τ’ αγάλματα αγώνες
για ελευθερίες και ισότητες,
όπως οι δούλοι,
οι νεκροί
και το αίσθημά μας,
εσύ θα πορευόσουνα
μες στην κοσμογονία των μαρμάρων
με δεμένα πάλι τα χέρια, αιχμάλωτη.

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.
Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε
στο μάρμαρο ο γλύπτης
κι υπόσχονται οι γοφοί σου
ευγονία αγαλμάτων,
καλή σοδειά ακινησίας.
Για τα δεμένα χέρια σου, πού έχεις
όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,
σε λέω γυναίκα.

Σε λέω γυναίκα
γιατ’ είσ’ αιχμάλωτη.

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011

Ποίηση Κική Δημουλά

Δυσπνέεις. Κατανοητό.
Πνιγηρή του καθενός μας ή δύση. 
Κάνε δμως κάτι., σκαρφάλωσε
η
χτύπα συνθηματικά τον τοίχο 
του διπλανού τρόμου
ή
έστω θυμήσου λίγο παράθυρο
άσε κουφωτό ένα λάθος
να μπαίνει ελάχιστος άνθρωπος
ίσα να φέγγει να διακρίνεις
να μη χτυπάς επάνω στις κόγχες
της επίγνωσης.

Περιττό περιττό,
πότε τό λίγο φως πού μπαίνει
από έναν κουφωτό άνθρωπο
κατανόησε τό ορθάνοιχτο;
απαντάς κι αφήνοντας πίσω τό νόημα
βρόντηξες μέ πάταγο τό περιττό
ξεχνώντας πώς του οφείλεσαι
αποκλειστικά

εκείνο έπεισε
την ξεροκέφαλη ανυπαρξία
νά επιτρέψει τήν ύπαρξη


μόνον αύτη θά σέ κάνει, διάσημη
της είπε
αλλιώς θά παραμείνεις στην αφάνεια
μια άβλαβης εσαεί ανυπαρξία

κι εκείνο σέ μετέφερε
από την εκεί σου έρημο στην εδώ
καβάλα στό πειθήνιο αναγκαίο
— ταλαίπωρο νά γονατίζει 
πιο εξαντλημένο κι απ' την υπομονή.
Άλλά του περιττού ό βούρδουλας πέφτει ζωογόνος.

Το ξεχνάς
σά νά μή σέ δίδαξε ή τόση αντίφαση 
δτι χωρίς τό περιττό
στιγμή δέ ζει τό απαραίτητο.

Σύμφωνοι, περιττός ό άνθρωπος
όμως γιά κάποιο λόγο αιώνια δές
τί απαραίτητος του είναι
του θανάτου.

Περιττός θάνατος
δέν είναι και ό έρωτας;
Ναί, άλλά του είναι απαραίτητο νά ζήσει
την αναγκαία αθανασία του ονείρου.

TO ΕΛΑΒΕΣ;


Σου ταχυδρόμησα ένα βότσαλο χτες.
Στην άμπωτη τό βρήκα
τη σαρκοφάγο κάθε πλημμυρίδας.
Όλόιδιο μέ πετρωμένο πρόσωπο λυγμού
απροσδιορίστου ηλικίας
άγνωστο πότε εισχώρησε στο στέρνο μας 
αυτό τό θορυβώδες φέρσιμο των δακρύων 
ούτε ξεκαθάρισε ποτέ
άν ό λυγμός είναι προϊόν των γεγονότων 
γιά ή κανονική ανάσα των ονείρων.
"Ιδιο μέ πρόσωπο λυγμού. 
Στενότερος του δέοντος 
ό δρόμος του μετώπου 
λίγο φουρνέλο στα ζυγωματικά
τό στόμα λιωμένο
είθε από τ ασίγαστα φιλιά 
πού του 'δινε τό κύμα.
"Αθικτες οί κόγχες των ματιών.
Ή μία μισάνοιχτη φρικιώσα
να περιγράφει τον διαρρήκτη
ή άλλη κούφια ορθάνοιχτη
νά τον καθιερώνει.


Μόλις τό λάβεις



εσύ πού ξέρεις νά πεταλώνεις χρώματα

και νά δαμάζεις ποιάν απόχρωση

παίρνει τό ακατόρθωτο δταν αφηνιάζει

ζωγράφισε μου σέ παρακαλώ

αυτές τις άδειες κόγχες

μέ χρώμα βαρύ σιδερένιο κλειστό

διπλαμπαρωμένο

νά μοιάζουνε απόρθητες



στη μία νά φυλάσσονται τ' αμέτρητα 
 τ' αμύθητα στην άλλη



νά ξεγελιέμαι νά μη βλέπω



νά χάσκουν τόσο αδειανά 
 λεηλατημένα

αυτά τά θησαυροφυλάκια δσων είδαν
και τί δεν είδανε τά μάτια μας.


Κική Δημουλά  από την ποιητική συλλογή Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως εκδόσεις Ίκαρος 2008