Μάνα
Είχα πάντα ένα μικρό μπουκάλι
που ήθελα στη θάλασσα να ρίξω,
μεσα του ένα μικρό χαρτάκι
με μια δισύλλαβη λεξούλα γραμμένη:
Μάνα.
Όσο υπάρχεις, εγώ θα ταξιδεύω —
με φιλιά θα κεντώ στα ροδοπέταλα
το όνομά σου.
Μάνα.
Τα σημάδια στα χέρια
απ’ τις χειροπέδες της στοργής
θα μου θυμίζουν πως πάντα
θα είσαι στο βάθος του δικού μου κήπου.
Όπου κι αν πας, εγώ θα σε βλέπω·
τα χείλη σου: φως,
το χάδι σου: νανούρισμα γλυκό.
Στην υπόγεια σήραγγα της ζωής μου
θα ’σαι ζεστό πανωφόρι.
Όταν τα πουλιά θα λαλούν
στις ξανθιές πλεξούδες της εικοσάχρονης Άνοιξης,
εγώ σφιχτά θα σε κρατώ
πάνω στο όμορφο τραγούδι του δελφινιού —
ταξίδι αιώνιο.
Κάτω απ’ το πουκάμισό μου
τα δικά σου αποτυπώματα κρυμμένα,
μικρές φλογίτσες στην κορυφογραμμή του ορίζοντα
θα με οδηγούν στην αγάπη.
Μανούλα.
Μου ‘μαθές να δένω τα κορδόνια μου
όπως δένεις τις πληγές: με υπομονή.
Μου ‘δώσες φωνή
πριν ακόμα μάθω να μιλώ
ένα τραγούδι στην κούνια
και μια αγκαλιά για ουρανό.
Έκανες τις νύχτες μέρα
για να μη φοβάμαι το σκοτάδι,
κουβάλησες στο σώμα σου
για να γεννηθεί η δική μου αυγή.
Μάνα,
είσαι ο πρώτος μου θεός,
η πρώτη μου παύση,
η πρώτη συγγνώμη
πριν καν κάνω λάθος.
Όταν γεράσεις,
θα γίνω εγώ το φως στα μάτια σου,
το κεντημένο αηδόνι στο όμορφο νυφιάτικο φορέμα σου,
το σκαμνί για να φτάνεις τα άστρα
που κάποτε μου έδειχνες
με δάχτυλα γεμάτα κουρασμένες γραμμές.
Μα ακόμα κι όταν φύγεις,
θα σ’ ακούω στη σιωπή του ψωμιού,
θα σε νιώθω στον παλμό της πέτρας,
θα σε βλέπω —
στο χέρι μου,
στο βλέμμα μου,
στο παιδί που ίσως μια μέρα
θα φωνάξει.
Μάνα.

