Ηττηθήκαμε.
εκεί που ούτε προλάβαμε να σταθούμε.
Ηττηθήκαμε στο καφενείο
όταν κανείς δεν ρώτησε το όνομα μας.
Στο λεωφορείο, που κανείς δεν έδωσε θέση
στη γυναίκα με τα ματωμένα παπούτσια.
Ηττηθήκαμε στην ουρά για το εισιτήριο,
στο σούρουπο που ήρθε στην ώρα του ,
στον αόρατο πόνο της δυστυχίας.
Μασήσαμε το πένθος σαν παλιά σταφίδα,
το κρύψαμε στις τσέπες, πίσω από τα χέρια μας,
να μην το δει κανείς.
Μάθαμε να περπατάμε δίπλα στις πληγές μας
χωρίς να κοιτάζουμε, χωρίς να σκοντάφτουμε.
Ντυθήκαμε με την ήττα, φανέλα παλιά
που δεν βγαίνει με τίποτα από πάνω μας.
Οι νικητές γελάνε. Οι ποιητές ζητάνε αίμα.
Οι ήττες βουβές, ανήμπορες ,
περιμένουν μια ανθοδέσμη θρήνων
Μα εσύ, αδερφέ μου, έμαθες να στέκεις όρθιος,
σαν σημαία δίχως νόημα, δίχως προορισμό.
Δεν ντραπήκαμε. Όχι.
Μα οι πληγές μας είχαν όνομα
και τ’ όνομα αυτό, δεν μπόρεσε να το σηκώσει ο κόσμος.
Όταν σε ρώτησαν πού μένεις,
δεν είπες "Νίκης 12" ή "Λαοκρατίας 3".
Είπες:
«Μένω στην πληγή μου. Είναι η μόνη που με θυμάται.»
Γιατί εκεί έχεις ρολόι που μετρά αντίστροφα.
Καρέκλες που κρύβονται από τα βλέμματα .
Κουρτίνες από ρούχα πεθαμένων.
Μια σκάλα που οδηγεί στο υπόγειο,
μα μοιάζει να πηγαίνει στον ουρανό.
Όποιος μπαίνει, φεύγει χωρίς γλώσσα.
Όποιος κάθεται, κλαίει με το σώμα.
Σου είπαν, γίνε άνεμος. Εσύ έγινες χώμα
κι από το στόμα σου βγήκαν λέξεις, σαν πέτρες.
Κανείς δεν τις μάζεψε.
Όποιος τις αγγίξει, θα θυμηθεί
πόσο βαραίνει η ήττα
όταν δεν χωράει άλλο μέσα στον άνθρωπο.
© Παναγιώτης Κουμουνδούρος
εκεί που ούτε προλάβαμε να σταθούμε.
Ηττηθήκαμε στο καφενείο
όταν κανείς δεν ρώτησε το όνομα μας.
Στο λεωφορείο, που κανείς δεν έδωσε θέση
στη γυναίκα με τα ματωμένα παπούτσια.
Ηττηθήκαμε στην ουρά για το εισιτήριο,
στο σούρουπο που ήρθε στην ώρα του ,
στον αόρατο πόνο της δυστυχίας.
Μασήσαμε το πένθος σαν παλιά σταφίδα,
το κρύψαμε στις τσέπες, πίσω από τα χέρια μας,
να μην το δει κανείς.
Μάθαμε να περπατάμε δίπλα στις πληγές μας
χωρίς να κοιτάζουμε, χωρίς να σκοντάφτουμε.
Ντυθήκαμε με την ήττα, φανέλα παλιά
που δεν βγαίνει με τίποτα από πάνω μας.
Οι νικητές γελάνε. Οι ποιητές ζητάνε αίμα.
Οι ήττες βουβές, ανήμπορες ,
περιμένουν μια ανθοδέσμη θρήνων
Μα εσύ, αδερφέ μου, έμαθες να στέκεις όρθιος,
σαν σημαία δίχως νόημα, δίχως προορισμό.
Δεν ντραπήκαμε. Όχι.
Μα οι πληγές μας είχαν όνομα
και τ’ όνομα αυτό, δεν μπόρεσε να το σηκώσει ο κόσμος.
Όταν σε ρώτησαν πού μένεις,
δεν είπες "Νίκης 12" ή "Λαοκρατίας 3".
Είπες:
«Μένω στην πληγή μου. Είναι η μόνη που με θυμάται.»
Γιατί εκεί έχεις ρολόι που μετρά αντίστροφα.
Καρέκλες που κρύβονται από τα βλέμματα .
Κουρτίνες από ρούχα πεθαμένων.
Μια σκάλα που οδηγεί στο υπόγειο,
μα μοιάζει να πηγαίνει στον ουρανό.
Όποιος μπαίνει, φεύγει χωρίς γλώσσα.
Όποιος κάθεται, κλαίει με το σώμα.
Σου είπαν, γίνε άνεμος. Εσύ έγινες χώμα
κι από το στόμα σου βγήκαν λέξεις, σαν πέτρες.
Κανείς δεν τις μάζεψε.
Όποιος τις αγγίξει, θα θυμηθεί
πόσο βαραίνει η ήττα
όταν δεν χωράει άλλο μέσα στον άνθρωπο.
© Παναγιώτης Κουμουνδούρος
