Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΑ



Μάνα
Είχα πάντα ένα μικρό μπουκάλι
που ήθελα στη θάλασσα να ρίξω,
μεσα του ένα μικρό χαρτάκι
με μια δισύλλαβη λεξούλα γραμμένη:
Μάνα.
Όσο υπάρχεις, εγώ θα ταξιδεύω —
με φιλιά θα κεντώ στα ροδοπέταλα
το όνομά σου.
Μάνα.
Τα σημάδια στα χέρια
απ’ τις χειροπέδες της στοργής
θα μου θυμίζουν πως πάντα
θα είσαι στο βάθος του δικού μου κήπου.
Όπου κι αν πας, εγώ θα σε βλέπω·
τα χείλη σου: φως,
το χάδι σου: νανούρισμα γλυκό.
Στην υπόγεια σήραγγα της ζωής μου
θα ’σαι ζεστό πανωφόρι.
Όταν τα πουλιά θα λαλούν
στις ξανθιές πλεξούδες της εικοσάχρονης Άνοιξης,
εγώ σφιχτά θα σε κρατώ
πάνω στο όμορφο τραγούδι του δελφινιού —
ταξίδι αιώνιο.
Κάτω απ’ το πουκάμισό μου
τα δικά σου αποτυπώματα κρυμμένα,
μικρές φλογίτσες στην κορυφογραμμή του ορίζοντα
θα με οδηγούν στην αγάπη.
Μανούλα.
Μου ‘μαθές να δένω τα κορδόνια μου
όπως δένεις τις πληγές: με υπομονή.
Μου ‘δώσες φωνή
πριν ακόμα μάθω να μιλώ
ένα τραγούδι στην κούνια
και μια αγκαλιά για ουρανό.
Έκανες τις νύχτες μέρα
για να μη φοβάμαι το σκοτάδι,
κουβάλησες στο σώμα σου
για να γεννηθεί η δική μου αυγή.
Μάνα,
είσαι ο πρώτος μου θεός,
η πρώτη μου παύση,
η πρώτη συγγνώμη
πριν καν κάνω λάθος.
Όταν γεράσεις,
θα γίνω εγώ το φως στα μάτια σου,
το κεντημένο αηδόνι στο όμορφο νυφιάτικο φορέμα σου,
το σκαμνί για να φτάνεις τα άστρα
που κάποτε μου έδειχνες
με δάχτυλα γεμάτα κουρασμένες γραμμές.
Μα ακόμα κι όταν φύγεις,
θα σ’ ακούω στη σιωπή του ψωμιού,
θα σε νιώθω στον παλμό της πέτρας,
θα σε βλέπω —
στο χέρι μου,
στο βλέμμα μου,
στο παιδί που ίσως μια μέρα
θα φωνάξει.
Μάνα.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗ



 Christofer Finch


Ηττηθήκαμε.

Ηττηθήκαμε.
εκεί που ούτε προλάβαμε να σταθούμε.

Ηττηθήκαμε στο καφενείο
όταν κανείς δεν ρώτησε το όνομα μας.
Στο λεωφορείο, που κανείς δεν έδωσε θέση
στη γυναίκα με τα ματωμένα παπούτσια.

Ηττηθήκαμε στην ουρά για το εισιτήριο,
στο σούρουπο που ήρθε στην ώρα του ,
στον αόρατο πόνο της δυστυχίας.

Μασήσαμε το πένθος σαν παλιά σταφίδα,
το κρύψαμε στις τσέπες, πίσω από τα χέρια μας,
να μην το δει κανείς.

Μάθαμε να περπατάμε δίπλα στις πληγές μας
χωρίς να κοιτάζουμε, χωρίς να σκοντάφτουμε.

Ντυθήκαμε με την ήττα, φανέλα παλιά
που δεν βγαίνει με τίποτα από πάνω μας.

Οι νικητές γελάνε. Οι ποιητές ζητάνε αίμα.
Οι ήττες βουβές, ανήμπορες ,
περιμένουν μια ανθοδέσμη θρήνων

Μα εσύ, αδερφέ μου, έμαθες να στέκεις όρθιος,
σαν σημαία δίχως νόημα, δίχως προορισμό.
Δεν ντραπήκαμε. Όχι.
Μα οι πληγές μας είχαν όνομα
και τ’ όνομα αυτό, δεν μπόρεσε να το σηκώσει ο κόσμος.

Όταν σε ρώτησαν πού μένεις,
δεν είπες "Νίκης 12" ή "Λαοκρατίας 3".
Είπες:
«Μένω στην πληγή μου. Είναι η μόνη που με θυμάται.»

Γιατί εκεί έχεις ρολόι που μετρά αντίστροφα.
Καρέκλες που κρύβονται από τα βλέμματα .
Κουρτίνες από ρούχα πεθαμένων.
Μια σκάλα που οδηγεί στο υπόγειο,
μα μοιάζει να πηγαίνει στον ουρανό.

Όποιος μπαίνει, φεύγει χωρίς γλώσσα.
Όποιος κάθεται, κλαίει με το σώμα.

Σου είπαν, γίνε άνεμος. Εσύ έγινες χώμα
κι από το στόμα σου βγήκαν λέξεις, σαν πέτρες.
Κανείς δεν τις μάζεψε.

Όποιος τις αγγίξει, θα θυμηθεί
πόσο βαραίνει η ήττα
όταν δεν χωράει άλλο μέσα στον άνθρωπο.

© Παναγιώτης Κουμουνδούρος