Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΠΕΤΣΙΩΤΗ ΝΑΝΣΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΠΕΤΣΙΩΤΗ ΝΑΝΣΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ Της Νάνσυ Σπετσιώτη

ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ
 ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
 ΜΙΑ  ΓΥΝΑΙΚΑ (ΣΤΑ 60)
 ΣΚΗΝΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ
Ένα αστυνομικό τμήμα. Τοίχοι γκρίζοι, γυμνοί. Μόνο ένας χάρτης της Ελλάδας κρέμεται σε μια γωνιά. Στο κέντρο μια καρέκλα.
 
 
Σ’ ΕΝΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Μπαίνει μέσα μια ΓΥΝΑΙΚΑ στα 60. Είναι περιποιημένη και φοράει γούνα.
ΓΥΝΑΙΚΑ
Απευθύνεται σε κάποιον που δεν βλέπουμε. Που στέκει έξω απ’ την πόρτα.
Τουλάχιστον να μου δώσετε τα πράγματα. Τα χρειάζομαι. Θα τα πληρώσω.
Δεν έπρεπε να τα επιστρέψετε…
Δικά μου είναι.
(Μιλάει σε κάποιον που δεν βλέπουμε)
Εντάξει θα καθίσω.
Λία Αναγνώστου.  
Από Αποστολία.
Σωτήρης.
Έχει πεθάνει.
Πριν ενάμισι χρόνο.
Να τους πείτε να μου δώσουν τα πράγματα.
Μια τούρτα, απ’ αυτές τις έτοιμες και πιάτα πλαστικά.
Είμαι κλεπτομανής.
Από πάντα.
Ήθελα να πάω και σε γιατρό να το διαβεβαιώσει. Να χω και χαρτί. Δεν πήγα.
Κάτοικος Κηφισιάς.
Δημοσθένους 12, Κεφαλάρι.
Να και η ταυτότητα…
(Βγάζει και δείχνει την ταυτότητά της)
Ναι και πριν τρεις μήνες.
Στη Μιχαήλ Βόδα.
Σ’ ένα σούπερ μάρκετ.
Είχα κλέψει κάτι. Μικροπράγματα.
Δεν είναι λογικό πάντως να διώκεται η κλεπτομανία.
Μ’ αρέσει να ψωνίζω στο κέντρο.
Εντάξει, να κλέβω…
Θα μου δώσετε τα πράγματα να φύγω.
Γιατί;
Τα χρειάζομαι.
Εγώ αυτά θέλω. Δεν θέλω άλλα. Αυτά.
Τι σας ενδιαφέρει τι θα τα κάνω. Τα θέλω.
Γιατί δεν γίνεται;
Ν’ αγοράσω…;
Ναι θα αγοράσω. Ναι…
Αλλά θα μου δώσετε κι αυτά…;
Όχι…
(Σηκώνεται να φύγει. Κάνει μερικά βήματα και γυρίζει πίσω.)
Δεν έχω να τα πληρώσω…
Δεν είναι ότι δεν έχω πάνω μου.
Δεν έχω.
Ούτε δύο ευρώ.
(Βγάζει δυο τρία κέρματα απ’ την τσέπη και τα δείχνει)
Μόνο εισιτήρια για το μετρό και το λεωφορείο…
Έτσι είμαι ενάμισι χρόνο τώρα…
Ναι, ενάμισι χρόνο.
Η γούνα…;
Ό,τι έμεινε…
Αλήθεια.
Είναι και βολική. Της έφτιαξα και τσέπες. Για να βάζω αυτά που κλέβω…
Το χα δει σε μια παράσταση αρχές του 70’. Τότε που παίζαμε τους επαναστάτες με το Σωτήρη. Κλέβαν στο σούπερ μάρκετ και κρύβαν τα πακέτα κάτω απ’ τα ρούχα τους.
Μετά την επανάσταση βολευτήκαμε.
Βολευτήκαμε καλά.
Είχεμπλέξει ο Σωτήρης με τα πολιτικά.
Ήταν χωμένος καλά. Στην αρχή βέβαια παιδί για όλες τις δουλειές τον είχανε. Αλλά δούλευε πολύ. Και τον βοηθήσανε ν’ ανοίξει ένα μαγαζί με μηχανές γραφείου. Τέλη του 80’. Καλλιθέα μέναμε τότε. Η Ελπίδα μου τεσσάρων χρονών.
Και έρχεται το 81’. Πριν καλά, καλά κλείσει η χρονιά κλείνει ο Σωτήρης συμφωνίες με κάποιες ΔΕΚΟ να τις προμηθεύει απ’ το μαγαζί.
Σε πέντε χρόνια είχαμε χτίσει το σπίτι στην Κηφισιά.
Μόνο αυτό μας έμεινε τώρα…
Μετά κάναμε επέκταση στην επιχείρηση.
Δυο διαμερίσματα για εκμετάλλευση.
Και το εξοχικό στην Πάρο.
Αυτό το πουλήσαμε πέρσι.
Όλα τα πουλήσαμε δηλαδή.
Μήπως και σώσουμε την επιχείρηση.
Τίποτα…
Τι σου τα λέω τώρα…
Καλά κάνω…;
Μου χουν απαγορεύσει στο σπίτι να μιλάω γι’ αυτά. Να μην ακούει κι ο Ορφέας. Ο εγγονός μου.
Τι κι αν δεν μιλάμε, όλα τα καταλαβαίνει…
Και ξέρεις τι μ’ ενοχλεί περισσότερο, ότι δεν τον πειράζει που δεν έχουμε. Τον πειράζουν τα κατεβασμένα κεφάλια μας…
Δεν μπορώ να τον βλέπω να παίζει μ’ ένα κρεμμύδι… Κάθεται σε μια γωνιά και το καθαρίζει ήσυχα, ήσυχα. Μετά μαζεύει και πετάει τα φλούδια. Το καλύτερό του παιχνίδι. Με το τίποτα. Και ντραμς με κατσαρόλες.
Και γω να σκέφτομαι που δεν έχω να του πάρω ένα καινούριο γκαράζ αυτοκινήτων που είδα προχθές σ’ ένα παιχνιδάδικο που μπήκα…
Αλλά τα παιδιά αρκούνται. Εμείς τα μαθαίνουμε, τα εθίζουμε στο παραπάνω. Στο παραπανίσιο.
Η Ελπίδα μου είχε τότε παιχνίδια για δέκα παιδιά.
Τώρα παλεύει κι αυτή…
Που να το φανταζόταν, όταν ερχόταν απ’ την Αγγλία με δύο μεταπτυχιακά στο marketing
Στην αρχή ήταν πολύ καλά. Γνώρισε και το Λεωνίδα. Προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Παντρεύτηκαν.
Μπήκε κι αυτός στην επιχείρηση.
Πηγαίναμε καλά.
Ακόμη και λίγο πριν το τέλος νομίζαμε πως όλα ήταν μια χαρά…
Ήμασταν μέσα σε μια φούσκα.
Κι ο Σωτήρης, στη φούσκα κι αυτός.
Κι ήρθε το μπαμ κι η φούσκα έσκασε.
Στην αρχή τρομάξαμε απ’ το θόρυβο.
Και μετά ήμασταν απροστάτευτοι.
Δεν είχαμε αυτό το δήθεν να μας καλύπτει. Να μας κρατάει.
Και μείναμε στον αέρα.
Ή μάλλον μέσα στη θάλασσα.
Στην αρχή ο Σωτήρης το πάλευε «Μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες» έλεγε.
Μετά θύμωνε.
Μετά απειλούσε θεούς και δαίμονες.
Χτυπούσε τον εαυτό του σαν χταπόδι.
Πάλευε μήπως και καταφέρει να σώσει ότι μπορούσε.
Κάθε μήνα και μια έκρηξη.
Στην αρχή σταμάτησαν οι παραγγελίες. Όλα μαχαίρι. Είχε κάνει κι ανοίγματα. Πώς να τα βάλει σε τάξη.
Ο Λεωνίδας φιλότιμο παιδί, αλλά δεν είχε παλέψει στη ζωή του, είχε μάθει να τα βρίσκει όλα έτοιμα.
Έτσι τα μάθαμε…
Πελάγωσε κι αυτός.
Κι άφησε το Σωτήρη μόνο του.
Που στο τέλος κατέρρευσε.
Σε λιγότερο από χρόνο.
Ανακοπή.
Κοπήκαμε κομμάτια.
Ο Ορφέας μόλις που περπατούσε. Μόλις τον είχαμε βαφτίσει.
Δεν μπορέσαμε ούτε να πενθήσουμε. Γιατί όλα ερχόταν απανωτά.
Πουλήσαμε τα διαμερίσματα και το εξοχικό για ψίχουλα.
Θέλαμε τα χρήματα πάση θυσία για την επιχείρηση.
Σε οχτώ μήνες λουκέτο κι αυτή.
Κι ούτε λεφτά στην άκρη, ούτε τίποτα.
Ευτυχώς μειώσαμε τα χρωστούμενα στις τράπεζες.
Εγώ μόνο είχα οχτώ κάρτες…
Η Ελπίδα πήγε σ’ ένα λογιστικό γραφείο με 750 ευρώ.
Ο Λεωνίδας καθηγητής λίγες ώρες σ’ ένα φροντιστήριο ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Εγώ στο σπίτι μόνη, με το παιδί.
Και να μην ξέρω ούτε να μαγειρέψω. Ήξερα κάτι λίγα, αλλά τα ξέχασα. Αφού όλο έξω τρώγαμε…
Όλα βουνό.
Και να συντηρήσεις κι ένα σπίτι 350 τετραγωνικά…
Τα λεφτά των παιδιών δεν φτάνουν ούτε για το σπίτι.
Η σύνταξη του Σωτήρη στα χρέη.
Ούτε οι γνωριμίες του βοήθησαν. Ούτε τίποτα.
«Είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις μας» Όλοι, αυτό είχαν κι έχουν καραμέλα να λεν…
Εδώ γίνεται ένα χάος.
Δεν ξέρουμε τι θα γίνει με το κεφάλι μας αύριο.
Το κεφάλι τους…
Αλλά το δικό μας ήθελε πρώτα κόψιμο…
Αλλά αν έχεις το δάχτυλο στο μέλι θα το γλείψεις.
Έτσι δε λένε;
Έτσι κι εμείς.
Έμεινα κι εγώ τον πρώτο καιρό κλεισμένη μέσα στο σπίτι.
Ευτυχώς ήταν και το παιδί.
Να πρέπει να του μιλάω, για να μιλήσει, να πει λεξούλες, να μάθει και να μην μπορώ.
Δεν ‘βγαιναν οι λέξεις…
Τελικά μιλάει πιο πολύ και πιο καλά απ’ όλους.
Πριν δυο τρεις μήνες με ρώτησε «Γιαγιά τι έχεις; Έχεις κρίση;»
Γιατί να βγαίνουν τόσο έξυπνα τα παιδιά…
Έχω κρίση και δεν έχω ησυχία.
Θ’ ακουστεί γελοίο, θ’ ακουστεί περίεργο, αλλά πολλοί από την περιοχή χάσαν την ησυχία τους.
Ναι.
Δεν ξέρω αν το χεις ακούσει.
Βάζει ο δήμος Κηφισιάς συσσίτιο delivery γιατί ντρέπονται να σταθούν στην ουρά για ένα πιάτο φαί.
Ναι όπως τ’ ακούς, στην Κηφισιά για ένα πιάτο φαί.
Όλοι στην ίδια κατάσταση μ’ εμάς.
Στη φούσκα.
Κι όλοι να χουμε μείνει μόνο με τις γούνες και τα πανάκριβα κοστούμια.
Να τα πουλήσουμε; Ποιος να τα πάρει;
Τι τα θέλουν.
Τι τα θέλουμε…
Καλύτερα να μας δώσουν χίλια ευρώ στο χέρι.
Χίλια ευρώ…
Που ο μακαρίτης υπήρχαν μέρες που μάζευε τις εισπράξεις σε μαύρες, πλαστικές σακούλες.
Τόσο χρήμα…
Ένα τίποτα…
Και γι’ αυτό το τίποτα γίναμε έτσι…
Πριν δυο βδομάδες πέτυχα έξω από ένα φούρνο μια γειτόνισσα. Δυο τρία σπίτια μακριά. Κι αυτή τα ίδια…
Μπήκα να πάρω ένα κουλούρι για τον μικρό και περνώντας μπροστά της άκουσα να λέει χαμηλόφωνα σ’ έναν περαστικό.
«Δεν έχουμε να φάμε…»
Μπήκα στο φούρνο χωρίς να σταθώ να δω, να της μιλήσω.
Βγαίνοντας της έδωσα κι αυτής ένα κουλούρι…
Δεν έδινα ποτέ ελεημοσύνη.
Ιδιαίτερα σε ζητιάνους στο δρόμο.
Έλεγα. «Να δουλέψουν. Έχουν κάνει τη ζητιανιά επάγγελμα».
Τώρα κάνεις επάγγελμα κι είναι σαν να ζητιανεύεις…
Όλο αυτές τις σκέψεις έκανα, μαζί με το παιδί κλεισμένη στο σπίτι και τρελαινόμουνα.         
Κι ένα απόγευμα δεν άντεξα. Ήρθε η Ελπίδα το απόγευμα στο σπίτι και βγήκα.
Δεν ήξερα για που.
Μια βόλτα.
Πήρα λεωφορείο. Μετρό κι έφτασα στο κέντρο.
Το σύνταγμα σχεδόν έρημο.
Η ομόνοια το ίδιο.
Ούτε ξένοι. Λίγοι κι αυτοί.
Τρόμαξα.
Σαν πόλεμος.
Στη Σταδίου μέτρησα πάνω από δέκα άστεγους στη σειρά.
Και μόνο τότε σκέφτηκα να τους δώσω κάτι.
Αλλά είχα μόνο δύο ευρώ για να γυρίσω πίσω.
Μακάρι να μην είχαν παιδιά σκέφτηκα…
Δεν ξέρω πως μου ρθε…
Να μην έχουν τη ένοια κι άλλου.
Μόνο το σαρκίο τους.
Δεν ξέρεις όμως, μπορεί και να είχαν…
Μ’ αυτές τις σκέψεις μπήκα στο super market.
Με κοιτούσαν όλοι λες και ήρθα από άλλο πλανήτη.
Με τη γούνα αστρακά μέσα σε δυο τρεις μετανάστες που ψώνιζαν κάτι κονσέρβες και μερικούς έλληνες ηλικιωμένους που μετρούσαν τα κέρματα στη χούφτα.
Κι εγώ να κοιτάω τα πράγματα στα ράφια και να μην μπορώ ν’ αγοράσω ούτε ένα γιαουρτάκι για τον Ορφέα.
Έπρεπε να του πάρω κάτι.
Ήμουν μόνη στο διάδρομο. Μπροστά απ’ τις σοκολάτες. Κοίταξα γύρω. Δεν υπήρχε κανείς. Άρπαξα μια σοκολάτα στα γρήγορα και την έβαλα μέσα στην τσάντα. Τι ψυχή είχε μια σοκολατίτσα; Ούτε κλοπή δεν μπορείς να το πεις αυτό. Κι αν με πιάνανε θα λεγα πως είμαι κλεπτομανής. Ναι αυτό θα λεγα.
Και γύρισα στο σπίτι.
Το παιδί σπάνια έτρωγε σοκολάτες.
Όχι γιατί δεν είχαμε λεφτά. Δεν τον άφηνε η Ελπίδα.
Του την έδωσα κρυφά. Καταχάρηκε.
Κι εγώ χάρηκα. Δεν ξέρω γιατί.
Ίσως γιατί έκανα κάτι πάνω από μένα. Που με ξεπερνούσε.
Και το λέω έτσι, γιατί είχα χρόνια να πάω super market.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα.
Γιατί το κανα;
Δεν ήταν τίποτα. Μια μικρή σοκολάτα.
Αλλά δεν είχα.
Όλα τα χρόνια ο Σωτήρης έκλεβε. Σαν κύριος βέβαια.
Και τώρα εγώ πάλι κλέβω…;
Ξανακατέβηκα σε τρεις μέρες στο κέντρο, σε άλλο super market. Δεν τόλμησα να πάρω τίποτα.
Γύρισα σπίτι.
Περάσαν τρεις βδομάδες. Όταν η Ελπίδα με ρώτησε αν μου βρίσκονται καθόλου λεφτά.
«Όχι κορίτσι μου…»
Μπήκε μέσα στην κρεβατοκάμαρα. Κλειδώθηκε.
Στο ψυγείο μόνο το γάλα του παιδιού. Δυο τρία μήλα και δυο αυγά…
Είπα στον μικρό πως η μαμά είναι στο δωμάτιο αν τη θελήσει και βγήκα απ’ το σπίτι.
Ξανά στο κέντρο.
Σ’ ένα super market.
Αργά το απόγευμα. Βράδυ σχεδόν. Λίγο πριν το κλείσιμο.
Μπήκα. Κανείς μέσα. Μόνο δυο κοπέλες στα ταμεία.
Πήρα ένα κουτί μακαρόνια και μια σάλτσα τα βαλα στην τσάντα κι έφυγα χωρίς πράγματα στα χέρια.
Η μια πωλήτρια με είδε, κατάλαβε. Μα δεν έκανε τίποτα. Δεν ξέρω γιατί…
Γύρισα στο σπίτι και μαγείρεψα.
Δικαιολογήθηκα ότι βρήκα δέκα ευρώ ξεχασμένα.
Από τότε σαν να μου ‘γινε συνήθεια.
Και ανάγκη.
Και τα δύο μαζί.
Δυο τρεις φορές την εβδομάδα πήγαινα στα super market του κέντρου κι έκλεβα κι από κάτι.
Πάντα χρήσιμα. Και σχεδόν πάντα φαγώσιμα.
Η Ελπίδα θορυβήθηκε.
«Τα κλέβω»
Στην αρχή γέλασε.
«Πως;»
«Δεν είναι δύσκολο»
Και της έδειξα τον τρόπο και τη γούνα πως της είχα κάνει εσωτερικά τσεπάκια, από μια παλιά φόδρα, για να βάζω τα πράγματα.
Άρχισε να φωνάζει και μετά την έπιασε ένα κλάμα βουβό.
Όχι από θυμό. Από πίκρα.  
Έκανα μερικές μέρες να βρω. Αλλά ξαναβγήκα.
Χρειάζονταν.
Δεν είχαμε για τα στοιχειώδη.
Έκλεβα.
Πότε ένα πακέτο μακαρόνια. Πότε ρύζι.
Χωρίς καμιά τύψη.
Πότε, πότε αγόραζα και κάτι για να μην καρφώνομαι.
Μια μέρα έδωσα σ’ ένα άστεγο ένα μπουκάλι γάλα. Αυτό το χα αγοράσει.
Μάλλον στα super market με είχαν καταλάβει.
Αλλά με περνούσαν ή για γραφική ή για τρελή.
Είχα όμως σύστημα. Δεν τα ‘κλεβα όλα απ’ το ίδιο. Λίγα από δω, λίγα από κει.
Και γι’ αυτό ίσως δεν τους πείραζε.
Το χαν συνηθίσει κιόλας.
Όλο και κάποιος κάτι θα ‘παιρνε.
Μια μέρα ένα εξαθλιωμένος πάνω από εβδομήντα κρατούσε δυο κονσέρβες και του λέει η ταμίας πως είναι ο τυχερός πελάτης για σήμερα. Το κατάστημα του χαρίζει τα ψώνια. Αυτός χιλιοευχαρίστησε κι έφυγε κι η ταμίας έβγαλε πέντε ευρώ απ’ το πορτοφόλι της και τα ‘βαλε στην ταμιακή.
Τα ψώνια π’ αγόραζα κανονικά τα κουβαλούσα σε σακούλα. Μετά άρχισα να βάζω και τ’ άλλα γιατί μια μέρα ξηλώθηκε μια ραφή απ’ την εσωτερική τσέπη, γλίστρησε το σακούλι πριν το πιάσω και γέμισε η Πανεπιστημίου φασόλια γίγαντες.
Αυτό γινόταν για κάμποσο καιρό.
Με είχαν καταλάβει και οι γύρω.
Και οι μετανάστες.
Κάτι αφρικάνοι κάτι πακιστανοί, αλλά δεν πείραζαν.
Αλλά μια μέρα δυο άραβες. Ξέρω και γω από πού ήτανε… με παρακολούθησαν και μου τη στήσανε. Μου πήραν τη σακούλα και μου ‘σπάσαν δυο πλευρά. Δεν αντιστάθηκα.
Η Ελπίδα τρελάθηκε.
Σε λιγότερο από μήνα ήμουν καλά. Αλλά με απειλούσε πως θα σταματήσει τη δουλειά για να με προσέχει. Να μην ξανακατέβω στο κέντρο.
Πως γίναμε έτσι…
Και να βλέπω κι αυτό το σπίτι… 350 τετραγωνικά σαν στοιχειό…
Γιατί έτσι…;
Τι τα θέλαμε…;
Ίσως τώρα να ‘μασταν καλύτερα, δεν ξέρω…
Με λιγότερα.
Μια φορά θυμάμαι μια κοπέλα που μου καθάριζε  το σπίτι, ελληνίδα. Διορίστηκε ο άντρας της σε κάποιο δήμο κηπουρός, με καλά λεφτά γι’ αυτούς, και γυρίζει και μου λέει. «Τώρα που θα χουμε λεφτά δεν ξέρω πως θα τα κάνω κουμάντο. Είχα συνηθίσει με λίγα…»
Τώρα αυτή ίσως θα ναι καλύτερα.
Θα μάζεψε και λεφτά στην άκρη…
Το εμπάργκο δεν κράτησε για πολύ. Η Ελπίδα μου κουράστηκε και μ’ άφησε να ξαναβγαίνω.
«Μεγάλη γυναίκα είσαι…»
Ήμουν καλά…
Αλλά ήρθαν τα χειρότερα.
Την απολύσανε απ’ τη δουλειά. Περικοπές προσωπικού κι ήταν η πιο νέα στο γραφείο.
Κλείστηκε στον εαυτό της και γω άρχισα να βγαίνω ακόμη περισσότερο…
Δεν μ’ ένοιαζε τίποτα πια. Είχα βρει κι αυτό με την κλεπτομανία. Αν μου κάναν παρατήρηση ή με κυνηγούσαν.
Το μόνο που μ’ εκνεύριζε ήταν οι μπάτσοι…
Μια μέρα πετυχαίνω δύο στην Αθηνάς. Είχαν πιάσει ένα Πακιστανάκι του χαν σκορπίσει από μια σακούλα που κρατούσε κάτι πλαστικά παιχνιδάκια και τα πατούσαν κάτω.
Άρχισα να τους βρίζω.
Ο ένας έκανε να με χτυπήσει. Τον κράτησε ο άλλος.
Τα πράγματα όμως σιγά, σιγά δυσκόλεψαν…
Άρχισαν να κλέβουν πιο πολλοί.
Οι μπάτσοι μας κυνηγούσαν.
Πριν τρεις μήνες με ξαναπιάσανε.
Δεν το βαλα κάτω.
Όλα γίναν συνήθεια…
Αλλά σήμερα ήταν άλλη μέρα.
Ο Ορφέας μου κλείνει τα τρία.
Θα του κάναμε γενέθλια.
Που λεφτά για τούρτα… 30 ευρώ θέλει μόνο μια μικρή με στόλισμα.
Είπα να του φτιάξω κέικ. Δεν το τρώει.
Ήθελε με σαντιγί.
Κατέβηκα στο κέντρο.
Αλλά σήμερα δεν πρόλαβα.
Δεν υπολόγισα.
Ο πιτσιρικάς σας ήταν γρήγορος και με πρόλαβε στο στενό.
Δεν θέλω τίποτα.
Μόνο να μ’ αφήνατε να πάρω τα πράγματα και να φύγω.
Με περιμένει το παιδί.
Ξέρω ότι είναι κλεμμένα. Αλλά περιμένει…
Ξέρω ότι κλέψαμε. Έμμεσα.
Το πληρώνουμε.
Δεν θέλω τίποτα σπουδαίο. Μια τούρτα.
Γιατί…;
Να σβήσει τα κεράκια.
(Βγάζει απ’ την τσέπη της τρία κεράκια. Κρατά το ένα.)
Από πάντα μου άρεσε να βλέπω κεριά αναμμένα. Σαν να με ζέσταιναν…
(Βγάζει έναν αναπτήρα και ανάβει το κεράκι)
Γιατί να μη θέλουμε τη ζέστη; Τη φλόγα…;
Έτσι λίγο να ζεσταθούμε…
Εγώ νομίζω πως έτσι δύσκολα που μαστε τώρα θα ζεσταθούμε…
Θα αφεθούμε…
Θα βοηθηθούμε…
Έτσι νομίζω.
Και θα τα καταφέρουμε.
Γιατί έχει δύναμη η φλόγα κι ας είναι μικρή…
(Απλώνει το χέρι και παίρνει ένα χαρτονόμισμα που της δίνει ο Αστυνομικός που κάθεται απέναντί της και δεν βλέπουμε. Σπάει ένα χαμόγελο και φέρνει το χέρι με το χαρτονόμισμα στην καρδιά ευχαριστώντας βουβά. Το βάζει στην τσέπη κι ανάβει και τα άλλα δυο κεράκια. Η φλόγα μεγαλώνει και της φωτίζει το πρόσωπο.)
Θα φουντώσει.
Μένει για λίγο σιωπηλή με τα κεριά αναμμένα και βγαίνει απ’ τη σκηνή.
ΤΕΛΟΣ

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ της Σπετσιώτη Νάνσυ


ΤΙΤΛΟΣ
ΦΛΟΓΑ ΣΤΟ ΝΕΡΟ

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
  • ΜΙΑ  ΓΥΝΑΙΚΑ (ΣΤΑ 36)

ΣΚΗΝΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ
Ένα αστυνομικό τμήμα. Τοίχοι γκρίζοι, γυμνοί. Μόνο ένας χάρτης της Ελλάδας κρέμεται σε μια γωνιά. Στο κέντρο μια καρέκλα.

 Σ’ ΕΝΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Μπαίνει μέσα μια ΓΥΝΑΙΚΑ. Φορά ένα χοντρό μπουφάν της αστυνομίας κι από κάτω είναι τυλιγμένη πρόχειρα με μια λεπτή κουβέρτα. Είναι ξυπόλυτη. Σέρνει αργά το βήμα της προς την καρέκλα. Κάθεται. Το βλέμμα της χαμένο.
Σιωπή.

Που τη σπάει απευθυνόμενη σε κάποιον απέναντί της που δεν βλέπουμε.

ΓΥΝΑΙΚΑ
Ναι, εγώ είμαι.
Θα φέρουν. Μια φίλη.
Κι έτσι καλά είμαι…
(Σιωπή)
Τι να πω…;
Καλύτερα να μ’ αφήνατε ‘κει…
Είχε κι αυτή την παγωνιά… Τόσο πολύ που μόλις ακουμπούσε το κορμί σου απροστάτευτο  ήταν σαν να καίγεσαι…
Ωραία ήταν…
Εκεί έπρεπε να μαι, στη γωνίτσα.
Τι ρωτάτε;
Μπορεί και να τα ξέρετε πιο καλά από μένα…
Προσβολή δημοσίας αιδούς…
Και τι έγινε;
Δεν είδα να προσβάλλεται κανένας…
Ναι στη Σταδίου.
Στην αρχή. Δεν θυμάμαι…
Έχει καμιά σημασία;
Έτσι…
Όπως έκανα να σφίξω το κασκόλ τον είδα με την άκρη του ματιού μου. Καθόταν σε μια γωνιά, πάνω στην κουβερτούλα του. Είχε στην αγκαλιά ένα σκυλί και προσπαθούσε να το ζεστάνει. 
Κάθε μέρα τον έβλεπα.
Σήμερα τον πρόσεξα.
Δεν έμεινα πολύ, προχώρησα. Μα κάτι σαν να έμεινε πίσω.
Γύρισα και τον κοίταξα ξανά.
Τάχυνα το βήμα.
Δεν είχα να προλάβω τίποτα.
Δεν είχα τίποτα…
Δεν ξέρω πόσο περπάτησα. Που πήγαινα. Απλά συνέχισα να περπατάω.
Κάποιος με σκούντησε να πάει καλύτερη θέση. Ήταν ένας νεαρός. Κρατούσε το κινητό και φωτογράφιζε μια οικογένεια δίπλα σ’ έναν σκουπιδοτενεκέ. Ένα μωρουδιακό καρότσι, σε κακά χάλια, παρατημένο δίπλα. Δεν ξέρω από πού ήταν. Μικρά παιδιά. Είκοσι, εικοσπέντε… Καθόταν στα γόνατα, κρατούσαν το μωρό, σχεδόν νεογέννητο και προσπαθούσαν να το ζεστάνουν. Αυτό έβγαζε ένα μικρό, σιγανό κλάμα και μετά σταματούσε. Θα του χάιδευαν την πλάτη…

Στάθηκα και το κοίταξα.
Κάθισα στα γόνατα και το κοιτούσα.
Δεν ξέρω πόση ώρα…
Έτσι με χάιδευε κι ο πατέρας μου…
Πάνε τριάντα χρόνια…
Δεν είχαμε πετρέλαιο για τις σόμπες. Δεν ξέρω πόσες μέρες. Μπορεί και λίγες. Αλλά σε μένα που ‘μουν έξι, φαινόταν αιώνας.
Ήταν Σάββατο. Δεν είχα σχολείο.
Ήθελα να πάω στο νηπιαγωγείο, να κάτσω δίπλα στη σόμπα να ζεσταθώ. Και δεν μπορούσα να το χωνέψω που δεν μπορούσα να πάω.

Κλωτσούσα τον πατέρα μου όπως με είχε αγκαλιά κι αυτός μου χάιδευε την πλάτη.
Φορούσα κι ένα κόκκινο πουλόβερ. Μου το χε πλέξει η μαμά και  πάνω μια καρφίτσα με πεταλούδες.

Έβγαλα μια κραυγή, έφυγα απ’ την αγκαλιά του κι άρχισα να κλαίω. Ή μάλλον να ουρλιάζω. Τρέμαν τα δόντια μου απ’ το θυμό κι απ’ το κρύο.

Δεν ξέρω…

Θυμάμαι μόνο τον αδερφό μου, δυο χρόνια πιο μικρός, να ουρλιάζει κι αυτός.
Άκουσε εμένα κι άρχισε…
Κι η μάνα μου να χει πέσει στη φλοκάτη μ’ ένα κλάμα βουβό.

Αυτό το Σάββατο με στοιχειώνει.
Από τότε δεν μ’ αρέσουν τα Σάββατα.
Και περάσαν πολλά Σάββατα…
Και χρόνια.
Και μέρες που δεν είχα γόμα κι έσβηνα τα λάθη με μια μπουκιά ψωμί…
Μέσα του ογδόντα, με μια μπουκιά ψωμί…
Και πείσμωσα.

Ήμουν απ’ τα σκληρά παιδιά.
«Έχει το διάολο μέσα του» έλεγε χαμογελώντας μια γειτόνισσα.
Και γω πείσμωνα ακόμη περισσότερο.
Θα ‘φευγα.
Όχι, ήταν και καλά.
Και με γέλια πολλά, με παιχνίδια.
Με παιδιά.
Με ποδήλατα στη γειτονιά.
Με αγάπη.
Στην Τρίτη δημοτικού, αλλάξαμε σπίτι. Δικό μας αυτό. Με δάνειο.
Και με καλοριφέρ.
Αλλά και δω ήταν δύσκολα…
Είχα βαρεθεί να τ’ ακούω κι ας μην το λέγανε πολύ.
Αλλά το σκεφτόμουν.
Τίποτα δεν είναι δύσκολο.
Μόνο στο μυαλό…

Όλα στο μυαλό είναι τους φώναξα. Όταν πέρασα απ’ τους πρώτους στην Πάντειο. Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.    
Δεν ήθελα λεφτά. Θα δούλευα.
Μόνο να φύγω απ’ αυτή την πόλη που με πλάκωνε.
Κι έφυγα.

Ήμουν κλειστή.
Δεν είχα πολλούς.
Δεν έλεγα πολλά.
Έξω όμως είχα άλλο πρόσωπο…
Της παρέας.
Κατ’ επίφαση…
Όμως ήξερα.
Ήθελα.
Κι έφτανα σιγά, σιγά εκεί που ήθελα…
Κι ήρθε ο Σωτήρης…

Γιατί στα λέω…;
Δεν ξέρω…
Συγγνώμη…

Ποτέ δεν ανοιγόμουν.
Δεν ήθελα να με κρίνουν.

Τα κρατούσα μέσα μου.
Καλύτερα…
Τα πάλευα και τα ‘πνιγα.
Μια χαρά.

Δεν ήταν.
Ήθελα να τα πω, αλλά δεν ήξερα πως…
Σε σένα πως…;

Δεν ξέρω.
Μάλλον επειδή είσαι ξένος…
Μια απλή κατάθεση…;
Τώρα άρχισα…

Και τέλειωσα. Με άριστα.
Με βοήθησε κι ο Σωτήρης.
Ήμασταν μαζί, ήμασταν καλά. Ήταν δίπλα μου…

Δεν μ’ ένοιαζε που ‘λέγαν. «Ρε κοίτα την πουτάνα, τα ‘φτιαξε με το μαλάκα το γέρο γιατί έχει την έδρα», «Να τη δεις θα πάρει έδρα κι αυτή»…
Δεν πήρα.
Πήρα όμως θέση επιστημονικού συνεργάτη, δίπλα του.
Όμως με πίεζε, έβγαλε εγωισμούς, με ήθελε σκυλάκι.
Έκανα υπομονή.
Το κόμμα του έφυγε από πάνω…
Έφυγε κι αυτός σε άλλη πόλη.
Χωρίσαμε.

Ήθελε τη γυναίκα του…
Όλοι το ίδιο μαλάκες είσαστε…
Δεν με πείραξε που χώρισα, με πείραξε που δεν πήρα λίγη αγάπη…
Εγώ έφταιγα.
Το ξέρω.

Αλλά έβαλα τα δυνατά μου και πείσμωσα περισσότερο.
Μπήκα σε μια διαφημιστική, κειμενογράφος. Δούλεψα πέντε χρόνια. Έφυγα. Γιατί βρήκα καλύτερη θέση σ’ ένα περιοδικό. Και σε μια εκπομπή στην τηλεόραση. Σαν εξωτερική συνεργάτης.
Μαλακίες.

Μάζευα τους καλεσμένους. Κάτι καμένα μυαλά και ψυχές που νομίζαν ότι αν πουν τον πόνο τους σε γνωστό μεσημεράδικο θα κάνουν κάτι…
Δεν ήταν εύκολα να μπω.
Γνωριμίες, ένας δυο γκόμενοι…
Με προορίζαν και για πιο ψηλά…
Έβγαλα και λεφτά.

Τότε ήταν καλά, πριν έξι χρόνια.
Έκανα ανοίγματα…
Αγόρασα αυτοκίνητο. Νοίκιασα μεγαλύτερο σπίτι. Πήρα και κάτι δάνεια. Για αγορές, ταξίδια…
Σχέση δεν είχα όχι. Δεν ήθελα.
Μπορούσα και μόνη μου.
Είχα γνωστούς, βγαίναμε, πίναμε.

Και πολλούς για πήδημα.
Δεν ήθελα πιο πολλά. Γιατί ήξερα πως ο καθένας κάτι ήθελε να πάρει…
Σχέσεις συμβάσεις του κερατά και γάμοι του κώλου.
Όλο τέτοια έβλεπα γι’ αυτό δεν ήθελα.
Μόνο να γυρίζω στη μάνα μου ήθελα.
Τώρα ήθελα.
Κάτι με τραβούσε.
Χάσαμε και τον μπαμπά. Έμφραγμα.
Έμεινε μόνη με μια μικρή σύνταξη.
Ο αδερφός μου μαζί της. Σερβιτόρος και delivery.
Τους έδινα κι εγώ, όποτε περίσσευαν…

Κι ανέβαινα τα Σάββατα πιο συχνά, να μαι μαζί με τη μαμά τις Κυριακές. Μ’ άρεσαν οι Κυριακές με τη μαμά. Πάντα. Έφευγα αργά το βράδυ.

Μ’ αρέσουν οι Κυριακές.
Τρώμε παστίτσιο, χαζεύουμε βλακείες στην τηλεόραση και το απόγευμα η μαμά μου λέει τον καφέ.
Μόνο μια Κυριακή θύμωσα.
Βλέπαμε παλιές φωτογραφίες κι έπεσε στα χέρια μου μία. Εγώ κι ο αδερφός μου μικρά, γύρω στα έξι, κάτω απ’ τη σόμπα της κρεβατοκάμαρας. Χειμώνας, η σόμπα αναμμένη και πάνω στο μπουρί στερεωμένες μεταλλικές βέργες οριζόντια για άπλωμα. Και πάνω απ’ τα χαμογελαστά κεφαλάκια μας να κρέμονται για να στεγνώσουν πετσετάκια της κουζίνας και καλτσούλες.
ΚΟΥΣΙΔΟΥ  90 Χ 100
«Μιζέρια»
Λέει η μαμά. Την αρπάζει απ’ τα χέρια μου και τη σκίζει…
Κι έμεινα με το χαμόγελο μετέωρο…

Άρχισα να φωνάζω, να βρίζω.
Ήθελα να την πάρω μαζί στην Αθήνα.
Ήταν η αλήθεια μου…

Ποια αλήθεια σου..; Που απ’ όταν ήσουνα μωρό, όλο να φύγεις έλεγες κι όλο ούρλιαζες.
Γύρισε και μου φώναξε η μαμά.
Τώρα είσαι καλά. Έτσι δεν ήθελες; Τα κατάφερες…
Ναι.

Είχε τόση ειρωνεία η φράση της που δεν μπόρεσα να πω τιποτ’ άλλο…
Τα μπούχτισα όλα αυτά. Γι’ αυτό την έσκισα.
Καλά είσαι κει που είσαι…
Καλά ήμουν…
Δεκατρείς μήνες απ’ το περιοδικό να μας πληρώσουν…
Βάλαμε δικηγόρους, έξοδα…
Τίποτα.

Η κρίση. Βρήκαν μια καραμέλα και μας την πιπιλάνε…
Σταμάτησε κι η εκπομπή στην τηλεόραση.
Κάτι λίγα που χα μαζεμένα τέλειωσαν…
Δεν ήθελα να δανειστώ από κανέναν.
Δεν έχει και κανένας.
Στο προκείμενο ναι, εκεί πάω.

Χρέη, πιστωτικές, πέντε νοίκια απλήρωτα και με τέσσερα ευρώ στην τσέπη…
Τα τελευταία.
Έδινα βιογραφικά παντού.
Και το πρωί γι’ αυτό βγήκα.
Με πανάκριβο κοστούμι, γόβες και παλτό.
Δεν ξέρω γιατί ντύθηκα έτσι…

Μου είπαν να περιμένω απάντηση.
Θα μου τηλεφωνήσουν.
Δεν θα τηλεφωνήσει κανείς.
Το ξέρω.
Το μόνο που δεν ξέρω είναι πόση ώρα έμεινα εκεί να κοιτάζω την οικογένεια με το μωρό…
Ή μάλλον δεν κοιτούσα. Μέσα μου έβλεπα.
Έπαιξα για λίγο τα μάτια.

Πήγα να πάρω βαθειά ανάσα, δεν μπορούσα.
Σηκώθηκα και περπάτησα χωρίς να κοιτάζω πουθενά.
Δεν ξέρω πόσα βήματα…
Κι έκανα στροφή.

Πλησίασα την οικογένεια. Χάιδεψα λίγο το κεφαλάκι του μωρού. Τρομάξανε. Έβγαλα το παλτό μου και τους το δωσα…
Όχι για να τους βοηθήσω.
Δεν μου πέρασε τέτοια σκέψη. Δεν ξέρω…
Για να ξεμπουκώσω.
Μου ήταν ξένο, βαρύ. Δεν μπορούσα να το σηκώσω.
Ένοιωσα καλύτερα.
Τους έδωσα και το σακάκι.
Κάποιος δίπλα με τράβαγε με το κινητό.
Αδιαφόρησα.

Πήγα παρακάτω.
Έδωσα το πουκάμισο και το παντελόνι σ’ αυτόν με το σκύλο.
Τις γόβες τις άφησα δίπλα από έναν κάδο.
Πολλοί με κοιτούσαν και προσπερνούσαν αδιάφοροι με σκυμμένα κεφάλια.
Δυο τρεις με τα κινητά τραβούσαν.
Μπορεί να με δει η μαμά.
Και τι έγινε…     

Πρώτη φορά δεν μ’ ένοιαζε αν θα με κρίνουν.
Τι θα νομίζουν…
Δεν θυμάμαι που έβγαλα και που άφησα τα εσώρουχα.
Ήμουν αλλού.
Ήμουν καλά.
Περπατούσα ανάλαφρα σαν τότε που μικρή πήγαινα να πέσω στη θάλασσα.
Περπάτησα κι άλλο.
Δεν ξέρω πόσο.
Το κορμί μου έκαιγε απ’ το κρύο.
Γονάτισα σε μια γωνιά και κουλουριάστηκα σαν έμβρυο.
Έκλεισα τα μάτια.
Κοιμήθηκα.
Δεν ξέρω για πόσο.
Άνοιξα λίγο τα μάτια όταν αισθάνθηκα κάτι να με σκεπάζει.
Ήταν ένας άστεγος από δίπλα που μου ‘ριξε την κουβερτούλα του.
Εγώ δεν προκάλεσα κανέναν.
Καμιά αιδώ.
Εγώ απλά κοιμόμουν σαν μωρό στο πεζοδρόμιο και με ξυπνήσατε.
Και γιατί σας μιλάω…;
Δεν ξέρω.
Δεν ξέρω τι θέλω…
Δεν θέλω τίποτα.
Μόνο να γύριζα σ’ ένα κυριακάτικο μεσημέρι όταν ήμουν μικρή.
Στο παλιό μας σπίτι.
Που είχε τρεις σόμπες, αλλά δεν είχε στο μπάνιο.
Κι όταν ήθελε η μαμά να μας λούσει όταν ήταν χειμώνας για να μην μας πλένει στο κρύο, έβαζε σ’ ένα κατσαρολάκι μπλε οινόπνευμα και του ‘βαζε φωτιά.
Αυτό σήκωνε φλόγα και ζέσταινε το μπάνιο.
Και γω μέσα στη μπανιέρα με τους αφρούς στα μάτια να κοιτάζω τη φλόγα που ξεπηδούσε μέσα απ’ το μπλε οινόπνευμα σαν να ξεπηδούσε μέσα απ’ το νερό.
Μέχρι τα τέσσερα μου ήταν το πιο μαγικό πράγμα που είχα δει.
Μια μικρή φλόγα, μια φλογίτσα στο νερό.
Εκεί θέλω να πάω…
(Βγάζει το μπουφάν)
Να γίνω μικρή…

(Πετάει και την κουβέρτα και μένει γυμνή)
Και να μαι ευτυχισμένη μόνο από μια μικρή φλόγα στο νερό.
(Γονατίζει και κουλουριάζεται σε εμβρυακή στάση)

Σκοτάδι

ΤΕΛΟΣ
Η Νάνσυ Σπετσιώτη είναι βραβευμένη σκηνοθέτρια. Γράφει διηγήματα, σενάρια και θεατρικά έργα
Ζει και εργάζεται στη Λάρισα.