Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

Ποίηση Αντώνη Πυροβολάκη

Αοριστία
Η  θλίψη  των  αυτοκτονικών  εκείνων  τραγουδιών,  που  όλοι  λένε πως  σε  σεργιανούν 
στα  ρέματα που  ξεδιψούν  συγνώμες   οι  αυτόχειρες   και  οι  καουμπόηδες  των  φαρμακείων,
εμένα   του  μοναχικού  μου  αναφιλητού  το  τράνταγμα  των  ώμων  δικαιώνει.   
  Όταν  ήμουν  παιδί   ένα  αστέρι  ήθελα να  τσαλακώσω  μέσ '  τις  φούχτες   μου
το  μύρο  του  απείρου  να  σταλάξει  στις κλειδώσεις  της  γροθιάς  μου
όταν  γρονθοκοπώ  τα  καρφιά    να  νιώθω   πως  είναι
πίσω  να  χτυπά,  να σε  ματώνει το
γαμψό  του  χάους σαν  το δηλητηριάζουν, το  νοθεύουν  με  κακία  των  ανθρώπων   οι
τρύπιες  ψυχές.
Φοβάμαι  να  κοιμηθώ  μέσα   στα  κουρέλια , στης  αντοχής  μου  τα  σεντόνια.
Ένα  ρολόι  λέει  μεσάνυχτα   και  κάτι  χάπια ,
τα  χάδια  μιας  ζωής  ανέβηκαν σε  μια βαριά  μοτοσυκλέτα
σαν  είδαν  στο  μυαλό  μου  την  νυχιά  της  νύχτας
στο  στόμα  φίλησαν  μια  νταλίκα  με  το  καντράν  της  ταχύτητας  να  λέει  ΄΄...κρίμα..''
Αίμα  και και  μία τσίκνα αχάιδευτου  κορμιού  μύρισε  η  άσφαλτος.
Των  αλγεινών  ανέμων  το  χαρούμενο  τιτίβισμα  ή μήπως  ο ήχος  του  σουρσίματος  ενός 
φιδιού  στη  άμμο
εξαπέλυσε   ο  Αύγουστος  από  το  σύμπλεγμα  των φεγγαριών  του, 
τα  βράχια  των  Κυθήρων  να  πληγιάζουν  με  τα   κύματα  για  συνεργούς .
Ένας   ζητιάνος   κάποτε   μου  ζήτησε  λεφτά   κι  εγώ  απάντησα,
έχω  σφιχτά  στο  χέρι  μου  κλεισμένη  μία  μεζούρα   από  ζεματιστό  σκοτάδι
αν θες  μπορείς  στο  μέρος  της  καρδιάς  σου  να τη  βάλεις
θα  σε  κρατά  ζεστό  και  όταν  έρχονται  μαζί   με  τους  σουγιάδες  τους τα  πολικά  χαράματα
θα  σε  περάσουν  για  δικό  τους   και  δε  θα  σε  πειράξουν.
Στου   χρόνου  το  ακρογιάλι  βλέπω  τις  πατημασιές  αγέννητων  παιδιών.
Σα  σφάγια  κρέμονται  απ'  τα  τσιγκέλια  της  ψυχής  μου  τα  ποιήματα.
Τέτοια  σπατάλη  ακόμα  και  οι  λάκκοι  σαν  την  βλέπουνε  ζαρώνουν  από  φόβο.
Σε  λίγο  θα  έρθουν  τα  σκυλιά  του  κόσμου  ν'  απαιτήσουν  το  μερίδιο τους  απ'  τα  κρέατα.
 
ΠΙΝΑΚΑΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ AP 282Δεν  ξέρω
 Ενώ  τα φευγαλέα  είδωλα  ενός  κακεντρεχή  καθρέφτη
αγκάλιαζαν  σαράντα  καταχείμωνα,
ψιθύριζαν   γλυκά  τραγούδια  για  τις  πάχνες  των  ρυτίδων,
ο  θάνατος  ο  πιο  μεγάλος   μου  πατέρας 
τραυλίζοντας  μου  είπε « κλείδωσε  τις  πόρτες
γιατί  αν  μπει  μέσα  η  σιωπή
δεν  θα  μπορέσω  άλλο  να  αντισταθώ» .
Η  νύχτα  δάκρυσε  τα  κροκοδείλια  της  άστρα
σταμάτησε  για  λίγο  τ’ ασημιά  στο  μαύρο  της  ταφτά  να  στρώσει
έξω  απ’ το  πυρακτωμένο  μου  παράθυρο    
και  βάλθηκε  για  αλλού,  ανάβοντας  τσιγάρο  απ’ τα  περασμένα.
Πίσω  κοιτάζω  κι  ανασαίνω  δύναμη.
Πίσω  κοιτάζω  κι  ο  γκρεμός  μπροστά μου  μοιάζει  αυλάκι  σε  παρτέρι    
μ'  ανθισμένα  ρόδα.
Δεν  ξέρω  αν  σε  είπανε  αγάπη  οι  φυρονεριές
που  του  κορμιού  σου  τα βρεχάμενα   ταξίδεψαν
μέχρι  τις  πολιτείες   που  ο  πόθος  ανατέλλει.
Εδώ  αυτό  το  ποίημα  θα  πεθάνει.
Έχω  από  καιρό  πια  συνηθίσει  να  βαδίζω  μοναχός.
Έχω  από  καιρό  πια  πάψει  να  θυμάμαι.
Όταν  χαθώ  ίσως  το  τίποτα  να  με  γιατρέψει.
Δεν  ξέρω  αν  ποτέ  σε  είπα  αγάπη…
   
Δικός  μου
Στη  πυρακτωμένη  εστία  των  συναισθημάτων
τα  εδέσματα  του  απροσδιόριστου,  γλυκόπικρες  αγάπες, ξαναζεσταμένες  αντοχές,
ψάρι  ψημένο  σε  χείλη,  με των  πλανταγμάτων  στα  κλάματα,  ταγκό  λάδι
σώματα που σου  καταθέσαν  σ' ένα  βιβλιάριο  τραπέζης
σκοτάδια της  ματιάς  σου  αποβράσματα   και  χαραυγές του  ήλιου γοερές  κραυγές.
Βάλε  άλλη  μια  κουβέρτα  στο  αστέρι  στο  σαλόνι
είναι  ακόμα  παγωμένο  και  κρυώνει.
Ο  γιατρός  διέταξε  ζέστη  και τριαντάφυλλα,  πολλά  κόκκινα  τριαντάφυλλα.
Είδες  τι  έκανε  στο  πρόσωπο  μου  το  σκυλολόι  των  ρυτίδων;
Χθες  βράδυ  βρέθηκε  στο  δρόμο  μου  μία  αγέλη  από  δαύτες,
μου  ρίχτηκαν   αυταπάτης  και επάρσεως  γωνία.
Είμαι  διάφανος  τους  είπα  δε  φοβάμαι
γλιστράω  μέσα  από  τις  σκιές , διαπερνώ  τα  σώματα  των  ανθρώπων,
κρύβομαι  στις  ρωγμές  των  τοίχων,ακροβατώ στους  φλοίσβους  των  δακρύων,
ακροπατώ  στο άρωμα των γιασεμιών ,των νυχτολούλουδων που   εποφθαλμιούν τα  ερεβώδη  χάη.
Είμαι  δικός  μου.
Στο  μοναχικό  εικονοστάσι  του  χειμώνα
με  μια  μετάνοια  βαθιά  μέτρησα  την  απόσταση  που  με  χωρίζει  από  το  χώμα,
με  μια  ματιά  ψηλά  μέτρησα  τα  αστέρια  που  σπαράζονταν  απ' την  σκιά σου.
Στων  ποιημάτων  τα  προπύργια  δεν  υπάρχουν  στρατιώτες ,
μονάχα  οι  φωλιές  των  αναφιλητών,  των  σπουργιτιών τα  τιτιβίσματα
και  στα  διάστιχα  τους  ,  της  σιωπής  οι ψίθυροι,
που  συλλαβίζουν ιστορίες  τρέλας , για  έρωτες  που  πεθαίνουν  και  θεούς  που  ανασταίνονται.
Στην  πυρακτωμένη  εστία  των  συναισθημάτων  καλύτερα  το  χέρι  σου  μην ακουμπήσεις.
Ρωτάς  για  μένα;
Καθένας  έχει  ένα  μαύρο  παραμύθι  στη  καρδιά  του,
ένα  ίσκιο  να σκοτώνει  το  ηλιόφως  και τα  ουράνια  τόξα  του,
ένα  βουβό  λυγμό  στο  βλέμμα  σα  δακρύζει στα  κρυφά  από  μοναξιά.
Όχι  εγώ.
Εγώ  είμαι  δικός  μου.
 
Δρόμος
 
Στους  δρόμους  της  φωτιάς
περπάτησα  ξυπόλυτος  πάνω  στα  χνάρια  ενός  παιδιού
μ’  ένα  αγκάθι  πεταμένο  προς  το  μέρος  της  καρδιάς.
Δε  θα  μιλήσω  για  περίστροφα  βραχνά  και  για  αλλότρια  όνειρα
άκουσα   το  κενό   να  τρίβεται  στην  καλησπέρα  τους.
Στίχοι  αυτοπυρποληθέντες   στις   ταράτσες,
τις  στάχτες  τους  που  πλάνεψε  ο  άνεμος.
Λόγια  κόκαλα  γυμνά
ξασπρίζουν   στα  μέρη  που  ανθίζει  η  σιωπή.
Στα  χείλη  μου  οι  ξυραφιές  των  χθεσινών   μου  προσευχών
στα  μάτια  μου  οι  αναλαμπές   του  παραδείσου
και  ένας  διαμαντένιος  ουρανός  να  μη  χωράει
ένα  σαράκι  που  εγώ  χώρεσα  σ  ένα  στίχο  και  σ΄ ένα  κορμί.
  δακρύζουν  τώρα οι  παλιές  φωτογραφίες   νεκρές  στιγμές  και  λησμονιά
στα  στόματα  των  συρταριών
κι εσύ να  με ρωτάς  ποια  φρίκη  ξεδιπλώνουν με  την  ομορφιά  τους,
 μιας   πεταλούδας   τα  φτερά    κι  αυτές  οι λέξεις.
Στο  συρματόπλεγμα  της  νύχτας  μου,  σκάλωσαν  οι  αστερισμοί  του νότου
και  τα  φεγγάρια  ξεσκόνισαν   τα ασημιά  φορέματα   τους  στην  αυλή  μου.
Τώρα  πια  περπατάω  πάνω  στα  δικά  μου  χνάρια
μπορώ  να  κλαίω  να  χαμογελώ  για  μένα.
Άγριε  καιρέ  γλυκέ  μου  φίλε  τα όνειρα  ποτέ  δεν  ήταν  αρκετά
μα  εγώ  τίποτα  άλλο  δε  θα  μαρτυρήσω.
Σε λίγο  έρχονται οι  μέρες  της  περισυλλογής   των  μαργαριταριών.
Χθες  βράδυ  έφεραν  δυο  παπαρούνες  που  αιμορραγούσαν  στα  επείγοντα.
 Σε  λίγο  ξημερώνει…
Τριαντάφυλλα
Αν  το  σκεφτείς  καλά  μικρή  μου  όλα  είναι  τριαντάφυλλα.
Μια  φούχτα  χάος,  μία έναστρη  κατάρα   κλειδωμένη
στο  συρτάρι  του  γραφείου  μου.
Tο  κλάμα  των ηλιακών  ανέμων, τα  αναφιλητά  των  αστεροειδών
που  τραγουδούν   για  το  αφιόνι  μίας  λέξης
την  ξυραφιά  μιας  πρότασης.
Εκείνο  το  άδειο  βλέμμα   που  ματώνει
τα κρίνα  και  τις  άνυδρες  καρδιές,
τα  χάδια  και  τα  χρωστικά  στη  μοίρα  που  δεν  έχεις  να  πληρώσεις.
Μια  μελωδία  από  πεφταστέρια  του  χειμώνα
ένα  έγκλειστο  νανούρισμα  του  διηνεκούς,  στις  κατακόμβες  της  σιωπής
κοιτάγματα   του  τίποτα  στον  ανθισμένο  κήπο  μιας  παιδικής ψυχής.
Δυο  βιαστικά  φιλιά  που  ξεχαστήκανε  σε  ένα νοτισμένο  μάγουλο
και  ένα   άρωμα  βαρύ  σα   θλίψη  που  αποκοιμιέται  σε  μια  μαρμαρένια   πλάκα.
Αν  το  σκεφτείς  καλά  μικρή  μου  όλα  είναι  τριαντάφυλλα.
Ένα   «..σ’ αγάπησα  πολύ..»   και  μια  μεγάλη  καληνύχτα.
Μια  δαχτυλιά  σκοτάδι  σ’ ένα   νυφικό  κατάλευκο  σεντόνι. 
Ένα  τέλος  στα  γέλια  και  τα δάκρυα.
Όλα  οσμή  από  αντίο και  σπασμένα  ρόδα.
Τραβάς   γραμμή  σε  μια  ζωή,  με  μια  αγκαλιά,  μ'  ένα  χαμόγελο,  μ'  ένα  λυγμό
κι  αυτή   γίνεται  τριαντάφυλλο, 
αν  το  σκεφτείς  καλά  μικρή   μου...
 
November  rain
 Με  ένα  φραγγέλιο  εκδίωξε   τα  γιασεμιά   απ’ την  αυλή  της ,
γιατί  για   λίγο  άσπιλο   λευκό   ξεπούλαγαν στους  χονδρέμπορους  των αυγερινών,   την  ευωδιά  του  στιγμιαίου,
την αφροσύνη  του  άπιαστου  ,  την  κατολίσθηση  των  καστανών  μαλλιών  της   στις  χαράδρες  του  γυμνού  λαιμού.
.   Μία  αυτόφωτη  στιγμή,  στης   αθανασίας  βουτηγμένη  το  γλυκό  κυδώνι
  έγλειψε  ένας  ποιητής  από το  δάκτυλο του  κι   ένιωσε   την  πίκρα  του  αέναου,
σα  βόλτα  με  ποδήλατο,  στην  ακροθαλασσιά  του  πάντοτε,  με  τo  πορτραίτο  του  σαν του  Ντόριαν  Γκρέι   να  γερνά,
κερνώντας  με  αψέντι  και  ασκήμιες   τις   χρονιές , που  αλαλάζανε  τα  κύμβαλα  για  αγάπη.
Όταν  φιλιούνται  οι  πεταλούδες  νιώθω  να  αναριγά  το  πουθενά
ν’  ασφυκτιούνε  οι  φεγγαραχτίδες  αηδιασμένες   απ’ τα   νάζια   των  βασιλικών,
νιώθω  το  άστρο  του  νοτιά  από  ευγνωμοσύνη,  με   το   κοίταγμα   μητέρας   σα   γυρνάς  από  μακριά,  να μ’ αντικρίζει.
Θυμάσαι  όταν  το  ταγκό   του  τριαντάφυλλου   χορεύαμε  στα  σύνορα  της  ουτοπίας
  γυμνοί   στο  αστεροσκοπείο   σφιχταγκαλιασμένοι   ανασαίναμε  τα  πάλσαρς ,
ενώ   η  φωτιά  που  κλέψαμε    από  την  Κασσιόπη   χιλιάδες  χρόνια  φως  μακριά
τρεφότανε   με  μαργαριτάρια  και   επουλωμένο  πόνο. 
Κοιμάσαι   πάνω  σε  ασήμι,  δεν  το  ξέρεις ;
Τα  πεφταστέρια  στάζουνε  στα σεντόνια  σου  σκόνη  από τα  αργυρά   επιθανάτια  τους  ουρλιαχτά.
Δεν  ξέρω  πως  να το  τελειώσω  αυτό  το  ποίημα.
Όταν  στερεύουνε  τα ψεύδη  και  τα  δάκρυα  εκείνοι  που  φιλάνε  το  αιώνιο   στα  χέρια
στέλνουν   μια   καταχνιά  στον   ουρανό,  τη   Χιροσίμα  απ’ τα  δάκρυα  χελιδονιών  που  σ’  αποχαιρετούν,  
τη  δροσερή   ανάφλεξη  ενός   χειροκροτήματος   του  τέλους ,  για  θεατρίνους  και  υποβολείς
κι  όσους  κρυφάκουσαν  τις  μοίρες  να  διηγούνται  ξαναμμένες   πόσο  εντυπωσιάζει  το  μαόνι  πεινασμένους   λάκκους.
Νοέμβρη    μήνα  την εξαγνιστική  νεροποντή σου  περιμένω.
Μέσα  της ,  το  σπάραγμα  του  καλοκαιριού,   την  γαλάζια    αχλύ   του  ορίζοντα   με τους  σωρείτες   αγαπητικούς , 
ευλαβικά  να  παραδώσεις   στης  λάσπης  τα  χαμαιτυπεία.
  Όνειρο  ενός   κεριού ,που  λιώνεις   ήσυχα σιωπές  στις  ερημιές  της  νύχτας , μαράζια   φωτοτύπησε  στων  ανέμων  τ’  αναφιλητά.
Κοντά  μου  ήρθε   ο  βροχοποιός  με  τρυπημένες  τις  παλάμες
και  με   των  αστραπών  τις  ραγισματιές  στο  βλέμμα  μου  έδωσε  τα  αντικλείδια  που  ανοίγουνε  χαμόγελα.
Συγνώμη   του  ψιθύρισα ,  δεν  έχω  ιμάτια  να  μου  τα  διαμοιράσουν.
Θέλω  μονάχα  σα  θα  βγει  το  ουράνιο  τόξο  να  μου  μάθεις  να  μιλάω  με  τα  χρώματα.
   
Ποιητές

Είμαστε  σφάγια  φαντασμάτων,    του  τίποτα   αποβράσματα  , 
 παιχνίδια  να  έχει  να  χαλά  το  πουθενά
σκιές  που  διαφθείρουν  το  ημίφως
ξόρκια  της  πεινασμένης  νύχτας,   αύρες  ονείρων  που  χαϊδεύουν  πρόσωπα  λεπρών,     ,
οι  ουραγοί  της  κόλασης  που   σερβίρουν   τις  εφηβείες  σαν  να   είναι  μπάρες  φυλακής
σε   δίσκους   βινυλίου  με  βερμούτ  και  σκόνη.
Μονάχα  ο  χρόνος   θα  το  πει  ως  πότε  θα  κρατήσει  ετούτη  η  αλκοολική   μας  μασκαράτα,
ως   πότε  τα  κουρέλια  των  καρδιών  μας  ο  Σιρόκος  ταξιδέψει
ως  τις  χώρες  με  τις  σιωπηλές  κραυγές.
Γκριμάτσες   είμαστε  σε  λασπωμένα  κάτοπτρα, στρόβιλοι  λυγμών  στην  έπαρση  του  χάους,
οι  μετανάστες  στις  χρυσαφιές  βέρες  των  μαργαριτών,
στης  τσίχλας  το  φτερούγισμα  που κάνει  τα  πορτοκαλιά  φεγγάρια  του  Τοξότη
 να τρυπιούνται  με  χυμό  από σταφύλια  του   Αυγούστου  και  θαλασσινό  νερό.
Είμαστε  των  λέξεων  οι  πόρνοι,  της  προστυχιάς  οι  τροβαδούροι
οι  φορτοεκφορτωτές  των  συναισθημάτων 
πληρώνουμε  στην  τρέλα  προστασία,  οπλοφορούμε  παγερές  ψυχές,
είμαστε  οι  ακροβολιστές  της  λήθης.
Οι  ελπίδες  μας σουγιάδες  σε  χαμαιτυπεία  λευκών  χαρτιών
με  ενέσεις  ευφορίας  και  φτηνό  μελάνι  διαρρηγνύομε  τα  εγώ  μας,
με  την  ανοησία  των  πεφταστεριών,
με  το  λευκό  μανδύα  της  αθανασίας.
Είμαστε  αναφιλητά , λυτά  μαλλιά  πάνω  σε   μαρμαρένιες  πλάκες.
Είμαστε  η  σιγή   της  απουσίας.    
                                 Δολοφόνος
Ένας  φονιάς  κυκλοφορεί  ελεύθερος  στα  σωθικά 
της  νύχτας
κι   η    μουσική   ενός  μετεωρίτη  από  ανασκολοπισμένες
  μνήμες
που  εισέρχεται  εξοργισμένος   σε  μια  στρατόσφαιρα 
ρυτίδων
και   εξουδετερώνει  τους  εναπομείναντες  στη   πίστα  με  τα 
μακιγιαρισμένα
  κόκκινα  φεγγάρια 
που   ξεφλουδίζανε  αβύσσους  και  λυκανθρωπίες  στοργικών 
προσώπων
μιας  χαραυγής  που αύτανδρη  θα   βυθιστεί  μέσα 
στο  ίδιο  της  το  αίμα,
για  να  ξεσκεπαστεί  εκείνη  η  γηραιά  κυρία το ξεθυμασμένο  παρελθόν
και να ζητήσει  τον  ανατέλλων  ήλιο   σ’  ένα  στερνό  χορό.
Ώρα  θανάτου  εφτά και  τριάντα  το  πρωί,  έγραψε ο  εφημερεύων   ιατρός.
Ένας   φονιάς  κυκλοφορεί   ελεύθερος  στα  σωθικά  της  νύχτας
η  ξυραφιά  απ’  τα  φτερά  μιας  νυχτοπεταλούδας ,που  νόμισε  πως 
γνώρισε
 το  βλέμμα  του   Θεού  στη  γύμνια  ενός  γλόμπου  που κρέμεται 
από  τα  σύννεφα
 του  φθινοπώρου  που  επωάζεται  στην  οροφή   του  δωματίου
   κάποιου  εργένη.
 Ένα χαπάκι  που με  συρματόπλεγμα  φιμώνει  τα  ουρλιαχτά,
ο  ίσκιος  μιας  αγάπης  που  μέσα  του  δροσίζεται  ένα παιδί
από  την  Ανδρομέδα,   που   τρέφεται  με  παραισθησιογόνα 
 αστέρια και  ανθρώπινες  πληγές.
Ένα  κορίτσι   που  χόρευε  ταγκό  μέσα στις   αμμοθύελλες  
 ενώ  το  έψαχνε  ένας 
 ερωτευμένος  ποιητής
στο  κέντρο  ενός  παγωμένου   ζαφειριού ,
τα  μάκρη   ενός  ορίζοντα
που  λιώνει  στα  διάκενα  των  στίχων  για να  μπορεί
  το  τίποτα να  ομοιοκαταληκτεί 
με την  οδύνη.
Ένας  φονιάς  κυκλοφορεί  ελεύθερος
  μέσα  στα  σωθικά  μου.
Απόψε  στους  αμμόλοφους  θα  έρθει 
να  με  κομματιάσει  με  ακριβό  αλκοόλ 
   και  φλουοξετίνη. 
Έλα  κι  εσύ  αν  θες,  θέλω  τα  δάκρυα  μου 
να  μετρήσεις.
Αν  σε  ρωτήσουν  πόσα  έχυσα   πες  τους.
Κανένα.
 
Ολιγωρία
Σ’  αυτό  το  μαυσωλείο  μόνο  το  ημίφως
να  τραγουδά  το   θάνατο  του  χρόνου,
κόκκοι  της  σκόνης  να  προδίδουν  το  αψεγάδιαστο
των  σφιχταγκαλιασμένων  μορίων  του  μαρμάρου.
Οι  επιτάφιοι  της θλίψης  να  εκμυστηρεύονται  στη  σιγαλιά
πράξεις  ανομολόγητης  λαγνείας.
 Τ’ ολάνθιστο  κοντσέρτο  μιας   ανεμοθύελλας
να  γαβγίζει  στα  κάστρα  της  Ταγγέρης  τριανταφυλλιές  βρισιές,
ν’ αναθυμάται  το  σπασμένο   ρόδο  της  ερήμου  το  άρωμα 
των  ανάγλυφου 
δαρμού, 
που  χάραξαν  οι  εισπνοές  των   αστεριών
 σε   βλεννογόνους  ρινικούς  του  διηνεκούς  ,στο  λάρυγγα  του  πουθενά ,
να  τις   ψηλαφίζει    το   χαιρέκακο  σκοτάδι  μειδιώντας   τα  ανείπωτα.
Βροχές  κραυγών  άηχα  να ψιχαλίζει  το  ταβάνι
σαν  το  βουβό  λυγμό  ενός  παιδιού  που  γνώρισε  την  πείνα,
σαν  ένα αρσιβαρίστα  που  δεν  άντεξε  το βάρος  μίας  λέξης,
σαν το   άρωμα  ενός  ξένου  που   προσπερνάει  τους  ανέμους,
σαν  ένας  μύθος  που  πεθαίνει   μ’  αναφιλητά   μπροστά  σ’  ένα  καθρέπτη.
Σ’  αυτό  το  μαυσωλείο  η  μοίρα  κέντησε  στο  δέρμα  μου
του  κεραυνού  το  στίγμα,   την  χαρακιά των  εθισμένων  στα  ακάνθινα  στεφάνια.
Εδώ  αφήστε  με  λοιπόν  μαζί  με  το  ημίφως
να  τραγουδά  ετούτη  την  ολιγωρία,  τον  άσπιλο  μου  θάνατο.
Όλα  σπαράγματα του  χάους  κι  άδεια  βλέμματα  ήταν  τελικά
για  να  ματώνουν   οι  καρδιές  των  σκύλων,
το  μάταιο  να  απεκδύεται  στροβιλιζόμενο  τα  πέπλα  του
εκλιπαρώντας  το  φαΐ  ενός  πιάτου  από  ποιήματα
με  λίγους  τόνους  και πολλά  αποσιωπητικά…  
                                                                                         Καρφί
Αποθήκη Φωτογραφίας - έκαμψα, καρφιά, 
πίνακας. fotosearch 
- αναζήτηση φωτογραφιών, 
εικόνων, τοιχογραφιών 
και clipartΕνός  καρφιού   ο  ελικοειδής   λυγμός
σ’  ένα  αχνά   μακιγιαρισμένο  πελαγίσιο  τοίχο, 
η  βιδωτή  διείσδυση   στη  παγωμένη  ανταρκτική  μιας  οροφής  τόσο  αποστειρωμένης
όπως   σου  λέει  η  νοσοκόμα πριν  σε  τρυπήσει  με  τη  σύριγγα  , πάρε  βαθιά  ανάσα
για  να  συλήσεις  τη  σελήνη  που  κοιμάται  πάνω  στη  ταράτσα ,
η  να  γίνεις  ο  ίδιος  τυμβωρύχος  των  ονείρων  του  ύπνου  που  ησυχάζει  στη  μεγάλη  πυραμίδα.
Ύστερα  να  ρουφιανέψεις   τον   λουλουδιασμένο  κάμπο   σε  μία  πεταλούδα  πως  θα  ζήσει μία  μέρα  μόνο
κι  εκείνη  τρελαμένη  από  θλίψη  να  πέσει  μοναχή  της  στο  δίχτυ  της   αράχνης
κι  ας  είναι  η  μέρα  που  ο  κυρ  Μανόλης  θα  κάνει  πάλι  τη  κυρά  του  μαύρη  στο  ξύλο   
και  κείνο  το  απορρυπαντικό   ας  κάνει  κάτασπρα  τα  ρούχα,
ενώ  το  άλλο  πως  το  λεν , αόρατα  τα  τζάμια   και  των  παπαρούνων  του   οπίου  τα  οράματα  αόμματα 
κι  ας  παίζει  το τρανζίστορ   τ’   αμερικάνικα
και  ας  τον  λένε  Γιώργο  κι  ας  ποτέ  μην  τραγουδάει  για  της  αγάπης  τον  γλυκόπικρο  καημό
για  να  ξεροσταλιάζει  η  γκόμενα  με  το  αβυσσαλέο  ντεκολτέ  στο  διπλανό  τραπέζι
αποζητώντας  την  ανία   μερικού   προγαμιαίου  σεξ.
Ας  μη  το  παρακάνομε   ή  μάλλον  γιατί   όχι.
Κι  όπως  θα  τη  κοιτώ  εκείνη  να  νομίζει  ότι  τη  φλερτάρω ,
ενώ  εγώ  θα  εύχομαι   στα  δύο  να  έσκιζα   ένα  τυφώνα
 το μένος  ενός  καταρράκτη  σε  μία   εξωτική  γαλήνη  να  γκρεμίζω   αντίστρόφα  ψηλά  στο   επουράνιο
και  τα  φίδια   θα  ακροβατούν   στα  δέντρα   στη  κόψη  μιας  απεργίας   του  λυκόφωτος
τότε   που   οι  σκιές  των  βρόχινων  παιδιών  θα   προσκυνούν  τη  λάσπη
κι  ο  θάνατος  του  πεπρωμένου  η   κληρωτίδα, θα  ξεσπάσει  σε  κροκοδείλιους  λυγμούς
θα  έρθει  ένα  μαύρο   χάδι  που  θα  κρύψει  πρόσωπα   και  προσωπεία,
 ουλές  κι  αναστολές  και   θα  αυτοσυστηθεί  λέγοντας , εγώ  είμαι  το  σκοτάδι. 
  Ενός   καρφιού  ο   ελικοειδής  λυγμός.
Ενός  ζεϊμπέκικου   η  βιδωτή  διείσδυση    δυο  ποδιών  στο  πάτωμα.
Οι  πετρωμένοι  βασιλιάδες   μιας  επαρχίας   που  μελαγχολεί  λεπίδες  και  πιστόλια.
Νοστρόμο
Ο  πιλότος  του  διαστημόπλοιου   Νοστρόμο,  ο  τελευταίος  επιζών, ο  τελευταίος  αδερφοποιτός  της  τρέλας,
φυσώντας  φρίκες  τριανταφυλλιές  από  ενός  τσιγάρου  την  αιωνιότητα ,
που  όπως  είπαν, πορφυρογέννητα  νεφελώματα  έστριψαν   τον  καπνό  του
μαζί  με  συριγμούς  από  ρακένδυτους  προφήτες ,
έβαλε   τον   αυτόματο  πιλότο   το  σκάφος  να  βουτήξει  ίσια
στο   πύρινο  τραγούδι   ενός  ήλιου  που  θα  αποτέφρωνε  
τις  φλύκταινες  της  θύμησης ,
τη   θυμωμένη   δυσωδία  του  τετελεσμένου  μίας  αγάπης  που  το  άπειρο
  σφυροκοπούσε  με  σμαράγδια.
   Λέξεις   φαλτσέτες  δώσαμε  ασελγώντας  γραφικά,  με  φραστικές  παλινδρομήσεις
στο  εκκωφαντικό   μηδέν  ενός   μικρόφωνου   γεμάτο  με γδαρμένους  στίχους
τις   καντηλήθρες   που  τις  άναβαν  οι   άγγελοι  με  τα  λευκά  φτερά  τους 
να  θροΐζουν  αφθαρσία. 
Ένιωσα  κάτι  από  την  εφορία  των  συνδαιτυμόνων  της  αράχνης
μοναχός  μου  στην  ακτή   του  χρυσαφιού  να  κατατρώγω  το  ηλιόφως
το  θρόισμα  του  χρόνου σαν εισπνέει   τους  χειμωνανθούς
περιμένοντας  να   έρθει  να  μου  πει  πως  το  μελτέμι   έβγαλε  τα  σωθικά  του 
απ’  το  χθεσινό  μεθύσι
με  τα  υπερωκεάνια   του  θέρους    που  αρμένιζαν  
 για   τους  τροπικούς   της  Τερψιχόρης 
μέσα  από  του  Σουέζ  το πιεστήριο   των  νερών  της   θαλασσινής   φυλλάδας ,
που  έγραφε  για  πνιγμούς   και  χελιδόνια  που  απαρνήθηκαν 
 το  ανάερο  και  μεταμορφώθηκαν  σε  ψάρια.
Κι  όπως   η  θέρμη  του  πύρινου  δίσκου  έλιωνε  το  πιλοτήριο
κι  η  λάμψη  σφούγγιζε  τον  ιδρώτα  από  τα   μέτωπα    των   παραφροσυνών
εκείνος  κρέμαγε  απ’ τις   ζεματιστές  του  βλεφαρίδες
  τις  μπουγάδες  των  λυγμών 
και  χάθηκε ,  μια  φωτιά  του   Αι  Γιάννη    σε  μίας  κοπελιάς 
 τα  έναστρα  σκοτάδια
σε   δυο   χείλη  τα   απατηλά   αποτυπώματα    φιλιών  από  στάχτη 
 και   από   μωρουδιακά  μαλάματα.

Μαρία 
Το   τίποτα  έλεγε  για  τα  γοτθικά   οικόσημα  στα  μέτωπα   του   Λίβα  
σ΄  ένα  κενό   που  εξασκούσε  ξιφασκίες   με   τα  λέπια  του  φωτός,
σε  ένα  προσδεθείτε  στις  εξ’  αρπαγής   ζωές  σας   εφόσον  κάθεστε
ενώ  εσύ   χάρισες  τη  φωνή  σου  στο  πηγάδι  με  τις    άρρυθμες  σιωπές
καθώς   από   τα  ερέβη  το  σπουργίτι  αναδυότανε  στη  
 ξυραφιά  λιακάδα  και  το  ράμφος  του  σφιχτά  δεμένο  
από  την  χρυσή  αλυσιδίτσα  μίας  ηλιαχτίδας,
 φτεροκοπούσε  πάνω  από  το  συλλαλητήριο  ενός   ασύλληπτου γαλάζιου.  
Κι  ύστερα   θα  έρθει  αυτή  η αιθέρια   Κυρία  σαν  πορφυρή  συγκλητική , 
 αμέτοχη   στα  όργια  της  στάχτης 
των  τελευταίων  ημερών  της   Πομπηίας    και  θα  σε  ρωτήσει
 με  μία  ξάστερη   καρδιά  αν   θέλετε  κάτι   κι  εσύ  θα  πεις , ίσως  λιγάκι  ουρανό.
Δύο  μάτια  χελιδόνια  στις  βροχές  του  χάους  και  ένα  γιατί, κάτι  σαν  
πλύση  στομάχου  στα  επείγοντα
   το   βλέμμα   μου  που   δείρανε  τ’  αστέρια, 
  οι  λέξεις  ποζιτρόνια  που  τύφλωσαν  τ’  αηδόνια.
   Φλας  πυγολαμπίδων   αναβόσβηναν  στον  αυτοκινητόδρομο 
  με  τους   Νέρωνες   της  λύπης     
     στις  νύχτες   με   το   φίλντισι  της  τρέλας   και  τη  νερωμένη  λήθη   
με   τα  γιώτα  των  στίχων  σαν  βρωμερά   σκουλήκια  επιτίμια  του τρόμου.
Στις  χαίνουσες   πληγές  του  ήλιου  ,
τα  τεμαχισμένα  προξενιά  του  ηλιόφωτος   με  τα   δρεπανηφόρα   σύννεφα  ενός  θρασύ   χειμώνα,   
οι  σμαραγδένιοι   ποταμοί  του  άπειρου
σαν   νηπενθή  βοτάνια  με  φωνή  γάβγιζαν  το  ξόρκι  μιας  ανάνηψης .
Κι  όπως   τα  ξάρτια  των   ονείρων  αρμενίζανε  γύρω 
 από  τους  γαλάζιους  νάνους
εμείς  στην  πολυθρόνα  καθισμένοι   γέροι  πια,  ερείπια  ερειπίων
θα  αφεθούμε   στο   λυκόφως  των  Θεών
ραβδάκια  με  σπινθήρες  σ’  ένα   σερβιρισμένο  παγετώνα στο  ποτήρι
θα  λάμψουν  όσο  διαρκεί  το  χάδι  μιας δακρυσμένης   προσευχής
στους   αστραγάλους  της  Μαρίας. 
  Αστείο
 Ήταν  μονάχα  ένα  αστείο
ένα   φιλί  στα  χείλη  του  κενού
στον  κήπο  που  οργίαζαν  οι  λέξεις  και  κείτονταν  νεκρές οι  αγκαλιές,
στις  φυλλωσιές  των  παρενθέσεων,
του  ενταφιασμού   τους  περιμένοντας  να πάρουν
το  διακριτικό των  αποσιωπητικών  λουλουδισμένο  μονοπάτι.
Πισθάγκωνα  δεμένος  απ’ τη  σκοτεινιά  και  υπό  την  επήρεια 
 του  αρώματος  του  γιασεμιού
στα  ολάνθιστα  υψίπεδα  της  απουσίας,  στο  προσκεφάλι  του  ερέβους
έγειρα  το  λαιμό  μου  κι  ονειρεύτηκα  τον  ήχο  της  βροχής.
Τα  οράματα  των  αηδονιών
και το  λαχάνιασμα  σύννεφων  μαραθωνοδρόμων  του  απέραντου,
τα  γέλια  των  παιδιών  στης  άνοιξης  το  δάκρυ,
όλα  στιγμές  που  σ’  ένα τρυφερό  λυκόφως  θα  αρχειοθετήσει  η  λησμοσύνη.
Θυμάμαι  τα  περιστέρια  έτρωγαν  από  τα  χέρια  μας.
Τα  περιστέρια  μας  έτρωγαν  τα  χέρια.
Στα  μάτια  μας  ευωδίαζε  η νιότη,  χρύσιζαν  του  αχανούς  οι   πάχνες.
Τώρα  θα  πέσω  να πεθάνω  κι  εσύ  ξύπνα με σε  δυο ώρες  να πάω στη  δουλειά.
Ήταν μονάχα  ένα αστείο.
Ένα  τραγούδι  που  τις  νότες  του  τις  μούσκεψαν του  Λυβικού  πελάγους  οι  φοβέρες,
ένας  μισότρελος  παλιάτσος  που  με  τα  πλαντάγματα  του
 σιγόνταρε  των  αστερισμών  τον  οδυρμό
χωρίς  κοινό, μόνο  το αεράκι  της  αγάπης  ενός   Θεού 
 να  έχει  να του  ανακατεύει  τα  μαλλιά,
ένα  χαρτί  που  του υποσχέθηκαν  ένα  ισπανικό  σονέτο
μα  το  ξέχασαν  λευκό  να  κιτρινίζει  από  πίκρα,
ένα  σκοτάδι  που  αποσκίρτησε  από  τη  νύχτα  κι  ήρθε  μεσημεριάτικα
να  πιει  καφέ  με  τη  μαυρίλα  της  καρδιάς  σου
όμως  στο  δρόμο  το  μαχαίρωσαν  πισώπλατα  του  ήλιου οι  φωτιές.
Ήταν  μονάχα  ένα  αστείο.  
Μετά
 
Μετά  από  χίλιες  καταχνιές  τι  θα έχουν  άραγε  απογίνει  τα  γραφτά  μου,
πούδρες  αυτάρεσκων  κενών,
 στοιχειά  ονείρων,  που  διακινούν  τη  λήθη  στο  απροσμέτρητο,
  των   λέξεων  η  δικτατορία  στην  επικράτεια  του  τίποτα.
Όχι  δεν  είχα  ανάγκη  την  ένδεια  αέρα   χαλασμένου  από  αλάτι  πλάι  σε   κάποια  ακροθαλασσιά
ούτε  απαίτησα,  για τις  βρισιές  ετούτης  της  αστροφεγγιάς,  εκδίκηση 
 να  πάρεις  μεσ’ του  κόσμου  τις  αρένες. 
 Τώρα  που   οι  καθρέφτες  άρχισαν  να προεικάζουν  το  αληθές, 
πικρά  χαμόγελα  στάλαξαν  οι  βροχές  στα  χνάρια  που  θα  ακροπατούσαν  τα  παιδιά,
μα  εμείς  πήραμε  παραμάσχαλα  το  δικό  μας  εφιάλτη
και  κόψαμε  την  χαραυγή  με  την  ψαλιδωτή  ουρά  της  χελιδόνας.
Κι  απόμεινε  μονάχα  ένα  κάτισχνο  λυκόφως  να  ξεχειλίζει  την  υδρορροή  των  οριζόντων
ν’ αναστενάζει  ένα  πορφυρό  ετοιμοθάνατο,  στων  ρόδων  την  αναπηρία,
στη  φούχτα  να  κρατάς  ενός  ερωτηματικού  την  αγκυλωτή  λαγνεία  ,  προσάναμμα  του  αναπάντητου,  
  σαν  μια  αυτοχειρία  ζωγραφισμένη  σ’ ένα  τοίχο  με  κραγιόνια  θαλασσιά
σαν   ένα   άρωμα  που  δε  φόρεσες  γιατί  είχες  πεθάνει.
Μετά  από  χίλιες  καταχνιές  τα  χάη  θα  γελάσουν  τελευταία
καθώς  οι  στίχοι  μας  φορώντας  αντηλιακό  με  υψηλό  δείκτη  προστασίας
θα  κεραστούν  μέσα  στις  ηλιαχτίδες  ηδύποτα  καδμίου  και  χρυσάφι. 

                             Χαρά 
 
Αν  θες   να  μάθεις τι   θα  πει   αναφιλητό , πρέπει  να  ακολουθήσεις  τις  φυρονεριές
     στους  κόλπους  με  τις  ασημιές  αρρυθμίες  της  σελήνης   και  τα  κλινήρη  πέλαγα
που  σπαν  το  κύμα  της  ανήθικης  τους  μαγγανείας   στη  λευκή  της  άμμου  παραλιακή   καλλιγραφία.  
Πρέπει   να  ξεγεννήσεις  τους  καθρέφτες  που  έζεχναν  τις  τρίλιες  του  κοκκινολαίμη     
 που έκλαιγαν  ξεφυλλίσματα    από  την  άχνα των  εκζεμάτων  των   εραστών  της  μαργαρίτας.
Μέσα  στα  σωθικά   σου  νιώσε  τα  μοβ  νεογνά   του  αμέθυστου
  πυρηνικές   συντήξεις  πεταλούδων   εγκλεισμένων   στο  μεταξωτό  κουτί  ενός  ψιλοβροχιού
οξυζενέ  μελαγχολίες   που  στόλισαν   τα  μαλλιά   σου 
 οι   παρφουμαρισμένοι   χωματίλα    κομμωτές  των  ορυχείων  και  των  τρυπανιών
οι  αυτουργοί    της  τρέλας  και  των  σκουριασμένων  τρένων   
κλαίγοντας  με  δάκρυα  γλυφά ,
έκαναν   βλέπεις  την  μεταπτυχιακή  τους  στις  βροχές,
  που  βίαζαν  τη  ορατότητα  νταλικών  αρωματισμένων  από  βρασμένο  στάρι.
Κι  όταν  φουσκώσουν  με  αέριο  νεύρων   οι  κουδουνίστρες  τ’  ουρανού,  ε  τότε  είσαι   ο  βασιλιάς  του  χάους.
Ο  σαλτιμπάγκος  των  αερόστατων  που  μίσησαν  τα  ουράνια  τόξα.
Μα-χαίρια  έχω,  χέρια  όμως  όχι  και  είναι  αυτό  το  μα, 
 που  κάνει  τη  διαφορά  ανάμεσα  στο χάδι  και  στο  θάνατο. 
Η   τελευταία  μου  απόπειρα  ήταν  μια  παρωδία.
Ήπια  ένα  μπουκάλι  βότκα , μια   πορφυρή  ανατολή  κι   ένα  παιδί   κυματοθραύστη
 σ’  ένα  ναυάγιο  μακριά  στο  νότιο  σέλας ,
που   αρμένιζε  αμέριμνο  με  φουσκωτά   πανιά  για  του   Ωρίωνα  το  Δέλτα.
Όλοι  γυρέψατε  κάτι  από  μένα.
Χαίρομαι.
Το  λέω  ξανά,  χαίρομαι.
 Που  δε  σας  έδωσα  τίποτα.

Σύντομο βιογραφικό.

Ο Αντώνης Πυροβολάκης γεννήθηκε στα Χανιά της Κρητηςστις 15/8/1967.
Έχει διακρίθει σε διαγωνισμούς στην Κρήτη με πολλούς επαίνους πρώτα και δεύτερα βραβεία. Επίσης έχει κερδίσει το πρώτο βραβείο στο πανελλήνιο φεστιβάλ ποίησης στη Λάρισα και πρώτο βραβείο στην κατηγορία μεγάλης ποιητικής συλλογής στο καφενείο των ιδεών. Έχει διακριθεί με δύο δεύτερα πανελλήνια βραβεία, ένα στους ΣΤ’ πανελλήνιους ποιητικούς αγώνες τ ου πολιτιστικού οργανισμού του Δήμου Λευκκιμαίων στη Κέρκυρα και  το άλλο στους Δελφικούς αγώνες ποίησηςτο 2011 .



Έπαινοι του απονεμήθηκαν και σε άλλους πανελλήνιους διαγωνισμούς. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή με τίτλο: το χρώμα της βροχής.

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Βασίλης Χαραλάμπους ένα νέο ποίημα


 Στο μακρινό Γκουαντόγκ

Αχάραδα την ώρα π’ αρχινά
να πλαταίνει το ξάγναντο
στο μακρινό Γκουαντόγκ
στην απέραντη Κίνα
το μικρό ξαδελφάκι του Τσον
με τις τόσες χιλιάδες παιδιά
απογεννίδια και τούτα
από κείνες τις φαμίλιες δίχως μειδίαμα
στο Σαντσί και στο Χενάν
στου καμάτου το πάλεμα.

Δειλιασμένο το ζύγωμα
στο Λιανγκσάν το πολύβουο
που κρυψώνα απ’ τον ήλιο φαντάζει
αποζητάνε ακόμη τα τόσα παιδιά
που πουλήθηκαν σκλάβοι.

Κι όλο προφταίνει το δείλι τον κάματο
στη μοναξιά του μικρού υακίνθου
αφού κάποιοι ξέρουν μονάχα
τον ολόδικο άργυρο
ν’ αποζητάνε τόσο μα τόσο περίσσια
μακραίνοντας τόσο παράξενα
την αφέγγαρη τούτη νυχτιά.

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Ένα νέο ποίημα του Νίκου Σφαμένου

Η πρώτη μεγάλη επίσκεψη του ποιητή στην Αθήνα

έχοντας μείνει όλο αυτό τον καιρό
έξω από λογοτεχνικές παρέες
σκέφτηκα ότι όφειλα

-σαν σπουδαίος ποιητής-

να επικοινωνήσω με κάποια άτομα

που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο
σχετίζοταν με τη παραγωγή λέξεων
και είχαμε κατά καιρούς επικοινωνία


ο Δημήτρης και ο Παύλος
δεν απάντησαν
η Κάτια ήταν απασχολημένη και
ο Αντώνης είχε μπλεξίματα


στο λιμάνι με περίμενε η Άννα
με έντονες τις τάσεις νοσταλγίας


ίσως τελικά το ταξίδι αυτό να μην ήταν και τόσο άσχημο

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011

Νέα ποιητική συλλογή από την Κων/να Αλαμπορινού


Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μαλλιάρης η νέα ποιητική συλλογή της Κων/νας Αλαμπορινού: Του χρόνου και της αρμονίας. Η ποιήτρια εξέδωσε ακόμη δύο ποιητικές συλλογές:
"Τα διόδια ζωής" και "Με αισιοδοξία στο μέλλον" από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.


Δείγματα γραφής:

ΑΔΙΚΑΣΤΟ

Τα ρολόγια σταμάτησαν
Παγιδεύτηκε ο χρόνος.
Ένα κενό στη μνήμη...
Παράβαση της λογικής.
Ποιος θα δικάσει την παρανομία;

ΑΚΙΔΕΣ

Ακίδες τα λόγια σου...
Κεντούν
τα ακρογιάλια της ψυχής μου.
Κι ενσωματώνονται
στην παράσταση της θλίψης

(Του χρόνου και της αρμονίας 2011)

ΣΤΙΛΒΩΣΗ

Στάθηκα σε ένα επίπεδο
ψηλότερο από το δικό σου.

Η στάχτη που έριξες
να το θαμπώσεις,
το γυάλισε περισσότερο.

(Με αισιοξία στο μέλλον 2007)

Βυθομετρώ την απεραντοσύνη του σύμπαντος
μα προσκρούω σε νεφελώματα και ήλιους.
Τότε διαθλώμαι και γω
και εκχέομαι στο υπερπέραν
με το φως της ψυχής μου.

(Διόδια ζωής 2010)


Η ποιήτρια έχει διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Είναι μέλος της Π.Ε.Λ. και της Αμφικτιονίας Ελληνισμού. Ποιήματα της έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά.

Βραβεία λογοτεχνικής μετάφρασης 2011

To Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης Λογοτεχνίας και Επιστημών του Ανθρώπου (ΕΚΕΜΕΛ) και τα Ινστιτούτα της Αθήνας –Ελληνοαμερικανική Ένωση, Ινστιτούτο Γκαίτε, Ινστιτούτο Θερβάντες και Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο– θα απονείμουν τα Βραβεία Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2011 σε μεταφραστές της αγγλόφωνης, γαλλόφωνης, γερμανικής, ισπανόφωνης και ιταλικής λογοτεχνίας την Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011 και ώρα 8.00 μ.μ., σε εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί στην Ελληνοαμερικανική Ένωση (Μασσαλίας 22, Αθήνα), μ ε αφορμή τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Μετάφρασης.

Η τελική λίστα των υποψηφίων είναι:

Μετάφραση αγγλόφωνης λογοτεχνίας

• Βασίλης Αμανατίδης, για το βιβλίο [μόνο με την άνοιξη] 44 ποιήματα του E.E. Cummings (εκδόσεις Νεφέλη)

• Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, για το βιβλίο Χαμένοι του Daniel Mendelsohn (εκδόσεις Πόλις)

• Τόνια Κοβαλένκο, για το βιβλίο Ο συντηρητής της Nadine Gordimer (εκδόσεις Καστανιώτη)

Μετάφραση Î �αλλόφωνης λογοτεχνίας

• Γιώργος Ξενάριος, για το βιβλίο Σαρκοβόρες ιστορίες του Bernard Quiriny (εκδόσεις Μεταίχμιο)

• Γιάννης Η. Χάρης, για το βιβλίο Συνάντηση του Milan Kundera (Βιβλιοπωλείον της Εστίας)

• Βάνα Χατζάκη, για το βιβλίο Ερωτικές επιστολές Πορτογαλίδας μοναχής του Gabriel-Joseph de Lavergne, vicomte de Guilleragues (εκδόσεις Άγρα)

Μετάφραση γερμανικής λογοτεχνίας

• Αλέξανδρος Ίσαρης, για το βιβλίο Επιστολές σε έναν νεαρό ποιητή του Rainer Maria Rilke (εκ δόσεις Αρμός)

• Σπύρος Μοσκόβου, για το βιβλίο Τα βραβεία μου του Thomas Bernhardt (Βιβλιοπωλείον της Εστίας)

• Ιωάννα Παρασκελίδη, για το βιβλίο Μικρά δοκίμια για την τέχνη του Rainer Maria Rilke (εκδόσεις Printa)

Μετάφραση ισπανόφωνης λογοτεχνίας

• Βασιλική Κνήτου, για το βιβλίο Η χρονιά της ερήμου του Pedro Mairal (εκδόσεις Πόλις)

• Τατιάνα Ραπακούλια, για το βιβλίο Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες του Mario Vargas Llosa (εκδόσεις Καστανιώτη)

• Τάσος Ψάρρης, για το βιβλίο Τα χαρούμενα αγόρια της Ατζαβάρα του Manuel Vázquez Montalbán (εκδόσεις Καστανιώτη)

Μετάφραση ιταλικής λογοτεχνίας

• Φωτεινή Ζερβού, για το βιβλίο Το ματωμένο χώμα του Andrea Camilleri (εκδόσεις Πατάκη)

• Κούλα Καφετζή, για το βιβλίο Δελφοί του Sandro Dell’ Orco (εκδόσεις Μελάνι)

• Ανταίος Χρυσοστομίδης, για το βιβλίο Τελευταίο έρχεται το κοράκι του Italo Calvino (εκδόσεις Καστανιώτη)

Κάθε βραβείο συνοδεύεται από το χρηματικό ποσό των 3.000 εÏ �ρώ και δικαίωμα διαμονής για ένα μήνα στο «Σπίτι της Λογοτεχνίας» στις Λεύκες της Πάρου ή στο «Σπίτι της Λογοτεχνίας» στο Κράσι του Δήμου Χερσονήσου Κρήτης.

Δικαίωμα συμμετοχής είχαν οι λογοτεχνικές μεταφράσεις που εκδόθηκαν το 2010 και ανήκουν στο χώρο του μυθιστορήματος, του διηγήματος, της ποίησης και του θεάτρου.

Με την ευγενική υποστήριξη του Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου (Ο.Σ.Δ.Ε.Λ.)

Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού

Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού
Α΄ Πανελλήνιος Διαγωνισμός Ποίησης 2011
Συμπληρωματική ανακοίνωση

Σε συνεδρία της επιτροπής της Πνευματικής Συντροφιάς Λεμεσού που πραγματοποιήθηκε την 15-09-2011, αποφασίστηκαν τα εξής:

1. Το ύψος των χρηματικών βραβείων.
2. Ημερομηνία ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων.
3. Ημερομηνία εκδήλωσης απονομής των βραβείων.

Τα βραβεία θα είναι χρηματικά , για μεν την ποιητική συλλογή θα δοθούν ως ακολούθως:

Α΄ βραβείο 500
Β' βραβείο 300
Γ΄ βραβείο 200

Και τρεις έπαινοι από100 έκαστος

Για το ποίημα:

Α΄ βραβείο 400
Β' βραβείο 300
Γ΄ βραβείο 200

Και τρεις έπαινοι από100 έκαστος

Η ημερομηνία ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων θα είναι η 21 Μαρτίου 2012. Παγκόσμια ημέρα ποίησης και η τελετή της απονομής των βραβείων θα γίνει εντός του μήνα Μαίου 2012 .

Για πληροφορίες αποταθείτε στο τηλ. 99633227

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο h_athos@hotmail.com

Για το διαγωνισμό δείτε την προηγούμενη ανακοίνωση

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & M. Θεοχαράκη

Είσοδος 3 - 6 ευρώ

22.09.2011 έως 27.11.2011

Δευτέρα έως Τετάρτη 10:00-18:00

Σάββατο, Κυριακή 10:00-18:00

Πέμπτη, Παρασκευή 10:00-21:00

Το Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη εγκαινιάζει τη φετινή εικαστική περίοδο, με την έκθεση «Ο Κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη: Ποίηση και Ζωγραφική», με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Νομπελίστα ποιητή.
Στην έκθεση παρουσιάζονται, για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό, οι ακόλουθες ενότητες:

- To σύνολο των ζωγραφικών έργων του Οδυσσέα Ελύτη. Πρόκειται για ευφάνταστα κολάζ, τέμπερες και υδατογραφίες, μικρών διαστάσεων, που αναδεικνύουν μια μοναδική καλλιτεχνική διάσταση και αντανακλούν την αισθητική αντίληψη του μεγάλου ποιητή. Η έκθεση πλουτίζεται από χειρόγραφα και βιβλία του Ελύτη, μαζί με δημοσιευμένες και ανέκδοτες φωτογραφίες του.

- Σημαντικά έργα κορυφαίων δημιουργών, για το έργο των οποίων ο ποιητής είτε έχει δημοσιεύσει αξεπέραστα αισθητικά δοκίμια, είτε ανέπτυξε στενές φιλικές σχέσεις. Σε αυτούς περιλαμβάνονται, μεταξύ των άλλων, οι:Παναγιώτης Ζωγράφος, Ανρί Ματίς, Θεόφιλος, Κωνσταντίνος Παρθένης, Πάμπλο Πικάσο, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Νίκος Εγγονόπουλος, Χρήστος Καπράλος, Νίκος Νικολάου, Ορέστης Κανέλλης, Γιάννης Τσαρούχης, Γιάννης Μόραλης, Αλέκος Φασιανός και Γιώργος Δέρπαπας.

- Η έκθεση στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη αποκαλύπτει τις διαφορετικές εικαστικές αναζητήσεις του μεγάλου ποιητή και, συνάμα, προεκτείνει το βλέμμα του θεατή προς το έργο διακεκριμένων, σύγχρονων, Ελλήνων καλλιτεχνών που εμπνέονται από την ποίησή του. Οι εικαστικοί δημιουργοί: Νάτα Μελά (1923-), Παναγιώτης Τέτσης (1925 -), Βασίλης Θεοχαράκης (1930 - ), Κώστας Τσόκλης (1930 - ), Κώστας Πανιάρας (1934 - ), Αλέκος

Φασιανός (1935 - ), Σωτήρης Σόρογκας (1936 - ), Γιώργος Δέρπαπας (1937 - ), Μαρίνα Καρέλλα (1940 - ), Μιχάλης Μακρουλάκης (1940 - ), Χρόνης Μπότσογλου (1941 - ), Θεόδωρος Παπαγιάννης (1942 - ), Γιάννης Ψυχοπαίδης (1945 - ), Γιάννης Κόττης (1949 - ), Γιώργος Λάππας (1950 - ), Γιάννης Αδαμάκος (1952 - ), Μίλτος Παντελιάς (1954 - ), Κώστας Βαρώτσος (1955 - ), Χρήστος Μποκόρος (1956 - ) και Μαρία Λοϊζίδου (1958 - ) αναπτύσσουν το δικό τους διάλογο με την ποίηση του Ελύτη.

Έργα ζωγραφικής, γλυπτικής και εγκαταστάσεων μαρτυρούν, πέρα από τη διαφορετικότητα των πλαστικών τους διατυπώσεων, την αλήθεια του περιεχομένου τους, τη δική τους ξεχωριστή κυρίαρχη ή διακριτική ποιητική διάσταση.

Η έκθεση πραγματοποιείται με τη συμπαράσταση της ποιήτριας Ιουλίτας Ηλιοπούλου, με επιμέλεια του Τάκη Μαυρωτά και σε συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Τα εκτιθέμενα έργα προέρχονται από τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, το Μουσείο Μπενάκη, την Εθνική Πινακοθήκη, πολλές ιδιωτικές συλλογές και τους ίδιους τους συμμετέχοντες σύγχρονους δημιουργούς.

Το Ιδρυμα Β. και Μ. Θεοχαράκη, με την ευκαιρία της έκθεσης, εκδίδει πολυσέλιδο κατάλογο με τίτλο «Ο Κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη: Ποίηση και Ζωγραφική» με κείμενα των: Οδυσσέα Ελύτη, Ιουλίτας Ηλιοπούλου, Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, Γιώργου Μπαμπινιώτη, Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα, Αλέκου Φασιανού, Γιώργου Βέη, Γιάννη Κοντού και Τάκη Μαυρωτά.

Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & M. Θεοχαράκη

Βασ. Σοφίας 9 & Μέρλιν 1, Αθήνα, Τηλ: +302103611206, http://www.thf.gr/

Τιμή εισιτηρίου

6€ κανονικό
3€ μειωμένο
culture.gr
Palmografos.com - "Ο Κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη - Ποίηση και Ζωγραφική" - Στο Ίδρυμα Θεοχαράκη

Εγώ, μία εκ των διαρκώς καθυβριζόμενων Δημοσίων Υπαλλήλων, της Σοφίας Λαμπίκη09/09/2011 -

Το Σύνδρομο του Πάγκαλου Ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Λοβέρδος, μιλώντας το βράδυ της Τετάρτης στην επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής, είπε ότι «το ένα εκατομμύριο δημοσίων υπαλλήλων, που ταλαιπωρούν δέκα εκατομμύρια πολίτες με την βεβαιότητα ότι ο δημόσιος τομέας είναι ισόβιος, μας έφτασαν εδώ που μας έφτασαν».(από τον Τύπο)Είμαι μία εκ των διαρκώς καθυβριζόμενων Δημοσίων Υπαλλήλων.

Υπηρετώ την Εκπαίδευση 12 χρόνια. Έχω αξιολογηθεί πολλάκις από τους μαθητές μου, τους συναδέλφους, τους προϊσταμένους μου, τις τοπικές κοινωνίες, όπου δούλεψα, ως τουλάχιστον επαρκής.Δεν είναι δική μου ευθύνη που το Κράτος είναι ανίκανο, ως αμιγώς κομματικός μηχανισμός που είναι, να θέσει αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης και μάλιστα αδικούμαι απ΄ αυτήν τη πρακτική.

Έζησα και δούλεψα 4 χρόνια στα Ψαρά που ο υπουργός αγνοεί κατά που πέφτουν.

Έχω δουλέψει πριν το Δημόσιο 16 χρόνια στον Ιδιωτικό τομέα όπου και σε όλες τις εργασίες που έκανα αξιολογήθηκα θετικά.

Πληρώνω κανονικά τους φόρους μου 30 χρόνια, δεν χρηματοδοτήθηκα ως ΜΚΟ, δεν έλαβα κρατική επιδότηση κανενός τύπου όταν έρρεε το χρήμα, δεν πήρα δωράκι από υποβρύχιο ούτε αντάλλαξα λίμνη με τη Μονή Βατοπεδίου.

Έχω εργαστεί σε ΟΛΕΣ τις δουλειές από που πέρασα ,εκτός ωραρίου και πέραν αμοιβής, όταν υπήρξε ανάγκη (στο Δημόσιο δεν είχα ούτε καν την ηθική επιβράβευση).

Δεν έχω κάνει στη θητεία μου στο Δημόσιο ούτε μία ώρα αμειβόμενου ιδιαίτερου μαθήματος σε μαθητή.

Μού έχουν γίνει τους τελευταίους 20 μήνες, 5 περικοπές οριζόντιου τύπου στις αμοιβές μου που ως εκπαιδευτικού είναι οι χαμηλότερες στο Δημόσιο και αυτή τη στιγμή είναι χαμηλότερες του αντίστοιχου συναδέλφου σε ιδιωτικό σχολείο.

Λοιδορούμαι συστηματικά από ανθρώπους που δεν έχουν πληρώσει ποτέ φόρο, ζουν πάμπλουτα και λένε ότι "δεν γουστάρουν να με πληρώνουν πια".

Ο μόνιμος χαρακτηρισμός που μου αποδίδεται είναι "κοπρίτης".

Με το νέο μισθολόγιο θα φτάσω στα όρια της εξαθλίωσης και με την εργασιακή εφεδρεία δεν μου επιτρέπεται καν να απολυθώ απευθείας, να πάρω την αποζημίωση μου καθώς και ό,τι έχω αποδώσει για το εφάπαξ μου και να φτιάξω μια δουλειά δική μου έξω, στην αγορά.

Σήμερα ο Λοβέρδος συλλήβδην με έβαλε στους αποδιοπομπαίους τράγους που ευθύνονται για τα πάντα σ΄ αυτή τη χώρα.. Ο κος υπουργός δεν έχει αξιολογηθεί ποτέ στην Ελλάδα για το έργο το δικό του και των κυβερνήσεων του κόμματός του που διέλυσαν τη χώρα (παρακαλώ να μην μου φέρετε ως επιχείρημα ότι αξιολογείται δια της ανά τετραετίας ψήφου διότι θα καγχάσω)

Κε υπουργέ είμαι σίγουρη ότι εάν τα μέλη των κυβερνήσεων σας έδιναν στον ΑΣΕΠ η πλειονότης ούτε κλητήρες δεν θα διοριζόσασταν.

Όμως , 20 μήνες τώρα, σας αξιολογεί η τρόικα ,ο δικός σας ΑΣΕΠ, και σας έχει αξιολογήσει ως άχρηστους αλλά σας διατηρεί στην εξουσία ως βολικούς και ταπεινούς υπαλλήλους. Αγαπητέ υπουργέ που πάσχετε από σύνδρομο αδικημένου καλλιτέχνη μελοδραματικής ταινίας, θα σας έπρεπε μία μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση καθώς και αστική αγωγή για αποζημίωση αλλά οι φοβερές συνδικαλιστικές μας ενώσεις δεν διαθέτουν μήτε τμήμα νομικής υποστήριξης, αφού χρόνια τώρα αποτελούν το αριστερό σας χέρι.

Σας παραδίδω στη χλεύη των σκεπτόμενων ανθρώπων και των έντιμων εργαζόμενων γνωρίζοντας ότι όλοι οι μικροαστοί νοικοκυραίοι θα επικροτήσουν με ζητωκραυγές τις ισοπεδωτικές επικοινωνιακές τακτικές.

Θα σας έλεγα : Ντροπή σας , αλλά η έννοια της ντροπής προϋποθέτει την ύπαρξη Αρχών και Συνείδησης που ως φαίνεται δεν διαθέτετε.

Εγώ πάντως δεν θα ξεχάσω τους δραματικούς λίβελους σας-άξιους δευτεροκλασσάτου ηθοποιού- και θα σας αναμένω όταν θα έχει παρέλθει η Εξουσία απ΄τα χέρια σας και θα φτάσει η ώρα της αληθινής λαϊκής αξιολόγησής σας.Σοφία Λαμπίκη

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

34ο Φεστιβάλ Ελληνικών Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας


Κριτική Επιτροπή


Πρόεδρος: Δήμος Αβδελιώδης

Αχιλλέας Κυριακίδης

Δήμητρα Ματσούκα

Χάρης Παπαδόπουλος

Νίκος Σφέτσας

Κριτικός Σχολιαστής

Bozidar Zecevic

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου

22:10-00:00 - Κινηματογράφος «Ολύμπια»

23:15-01:15 - Δημοτικό Ωδείο

Έλληνες του κόσμου & Ταινίες Μυθοπλασίας

•“In the distance of a glance”,Χριστόφορος Ροδίτης (18')

•“Κινητά στοιχεία”,Ανδρέας Σιαδήμας (17’)

•“Γεια σου Ανέστη”,Δημήτρης Κανελλόπουλος (18’)

•“Musikhof”,Θωμάς Κιάος (10’)

•“Ελένη”,Στέργιος Πάσχος (15’)

•“Άρχουσα τάξη”,Άντυ Παπαδημητρίου (27’)

•“If you have no place to cry”,Αριστοτέλης Μαραγκός (11') - Έλληνες του κόσμου

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου

22:10-00:00 - Κινηματογράφος «Ολύμπια»

23:15-01:15 - Δημοτικό Ωδείο

Έλληνες του κόσμου & Ταινίες Μυθοπλασίας

•“Κύκλωπας²”, Βικτώρια Τρέτσιακ (17')

•“Ο μπαμπάς μου, ο Λένιν και ο Φρέντυ”,Ρηνιώ Δραγασάκη (20΄)

•“Κόντρα”,Δημήτρης Μπίτος (7’)

•“Κάποιος”,Λίζα Αποστολοπούλου (16’)

•“Iris”,Αλέξανδρος Σιπσίδης (15’)

•“Hunting Frogs”,Αδάμ Καρυπίδης (20’)

•“Η νύφη”,Λευτέρης Χαρίτος (6')

•“The fiddler”,Στελάνα Κληρής (16’) - Έλληνες του κόσμου

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου


22:10-00:00 - Κινηματογράφος «Ολύμπια»

23:15-01:15 - Δημοτικό Ωδείο

Έλληνες του κόσμου & Ταινίες Μυθοπλασίας

•“Αμπάριζα για απόδραση”,Έλενα Δημητρακοπούλου (19’)

•“Μόνο 19”,Γιώργος Παντελεάκης (19’)

•“Η μαύρη θύελλα”,Νίκος Καλλαράς (14’)

•“Κόφ’ το!”,Βασίλης Καλαμάκης (14’)

•“Πίστομα”,Γιώργος Φουρτούνης (18’)

•“Μάθε εργάτη πως”,Σήφης Στάμου-Κώστας Σταματόπουλος (11’)

•“Make up”,Χρήστος Μασσαλάς (20’)- Έλληνες του κόσμου

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου

22:10-00:00 - Κινηματογράφος «Ολύμπια»

23:15-01:15 - Δημοτικό Ωδείο

Ταινίες Μυθοπλασίας

•“Το πατάρι”,Μίνως Νικολακάκης (18’)

•“Ηγέτης”,Γαβριήλ Τζάφκας (28’)

•“Dawn”,Νίκος Δημητριάδης (7’)

•“Toothbrushes”,Νίκος Μπρανίδης-Γιάννης Μπουγιούκας (6’)

•“Ο γάμος”,Αλέξανδρος Κακαβάς (10’)

•“Τζαφάρ”,Νάνσυ Σπετσιώτη (3’)

•“Ποιος Βασίλης;”,Δημήτρης Μουτσιάκας (24’)

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

Νέο τεύχος περιοδικού «αντί x λόγου»

Το 11ο τεύχος του περιοδικού «αντί x λόγου» είναι έτοιμο και προσμένει να τοδιαβάσετε. Κυκλοφορεί δωρεάν σε επιλεγμένα σημεία διανομής σε όλη την Ήπειροκαι στην Λάρισα, Καρδίτσα, Βόλο, Κοζάνη, Καβάλα, Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Στιςσελίδες του θα βρείτε δείγματα σύγχρονης γραφής από ερασιτέχνες καιεπαγγελματίες λογογράφους που καταθέτουν την άποψη τους και τουςπροβληματισμούς τους μέσα από ένα λογοτεχνικό πρίσμα. Κοινό σημείο αναφοράς ηαγάπη για τη γραφή. Στο 11ο τεύχος δίνουν το παρόν οι Νικόλαος Φωτιάδης,Βασιλική Νευροκοπλή, Άννα Νιαράκη, Θοδωρής Βοριάς, Τζόρτζια Νάστα, ΆντρηΑντωνίου, Ευρυδίκη Αμανατίδου, Νικολέτα Δεληβογιατζή, Ευάγγελος Ευθυμίου, ΓιάννηςΠλιώτας, Μιχάλης Πιτένης, Άγγελος Σαμιώτης, Άγγελος Μητσόπουλος, ΜέλπωΠαπαγιάννη, Ελένη Μπάρκα, Ιωάννα Σαμαρά.

Πληροφορίες για το τεύχος μπορείτε ναβρείτε εδώ:
http://www.antiepilogou.gr/*
https://www.facebook.com/antiepilogou

Μπορείτε να κατεβάσετε σε ηλεκτρονικήμορφή το τρέχον τεύχος, όπως και όλα τα προηγούμενα ή να το διαβάσετε online εδώ:
http://www.issuu.com/antiepilogou

η συντακτική ομάδα του αντί x λόγου.

*Το site τουπεριοδικού θα είναι έτοιμο τέλος του Σεπτεμβρίου, λόγω αναβαθμίσεως του.


http://www.antiepilogou.gr/
http://www.facebook.com/antiepilogou

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΛΟΓΟΥ & ΤΕΧΝΗΣ «ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ» Αποτελέσματα λογοτεχνικού διαγωνισμού

 
Το Δ.Σ. Των «ΑΛΚΥΟΝΙΔΩΝ» ευχαριστεί
θερμά όλους όσους πήραν μέρος στο διαγωνισμό  Λογοτεχνίας 2010-11 (Ποίηση-Διήγημα-Παραμύθι-Χρονικό) και ανακοινώνει ότι:
1) Oι συμμετοχές έχουν ως εξής:
a) για την ΠΟΙΗΣΗ    (42)
β)για το ΔΙΗΓΗΜΑ    (24)
γ)για το Παραμύθι    (17)  δ) για το Χρονικό (1) και
δ)για τη μαθητική Ποίηση (2)
2)Τα μέλη των τριμελών κριτικών επιτροπών είναι
a)για την ΠΟΙΗΣΗ: Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου, Λέττα Κουτσοχέρα και Κώστας Στεφανόπουλος.
β)για το ΔΙΗΓΗΜΑ και το ΧΡΟΝΙΚΟ:Μαίρη Σταύρου, Κωνσταντίνα Δούκα και Λιλιάνα Δρίτσα
γ)για το ΠAΡΑΜΥΘΙι: Βάσω Κούβελα, Άννα Μπουρατζή-Θώδα και Νέλλη Λακάκου
3)Τα αποτελέσματα θα δοθούν στη δημοσιότητα σε ανοιχτή εκδήλωση εορτασμού των 20άχρονων των «ΑΛΚΥΟΝΙΔΩΝ», μέσα στο Νοέμβρη, στην Κόρινθο, με την παρουσία μελών των κριτικών επιτροπών.
Για Το Δ.Σ.
Η αντιπρόεδρος                      η Γραμματέας
Μαργ.Φρονιμάδη-Ματάτση        Χρυσούλα Ξενοπούλου