Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

Κρίσεις για τη λογοτεχνική παραγωγή του 2016 (Βραβεία Αναγνώστη) 1

H Κριτική Επιτροπή του Αναγνώστη δημοσιεύει σκέψεις για την εκδοτική παραγωγή του 2016 στις κατηγορίες ‘μυθιστόρημα’, ‘διήγημα-νουβέλα’, ‘ποίηση’, ‘δοκίμιο’ και ’πρωτοεμφανιζόμενοι πεζογράφοι και ποιητές’.

Η διαδικασία προεπιλογής των έργων που περιελήφθησαν στις βραχείες λίστες δεν υπήρξε εύκολη. Λίγα ήταν τα κείμενα που ξεχώρισαν αυτονοήτως  για τη συνθετική και εκφραστική τους αρτιότητα, ενώ ταυτόχρονα έμειναν εκτός λίστας κείμενα που, υπό οριακώς διαφορετικές προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να εμφανιστούν στις γραμμές της.
Μυθιστόρημα
Πληθωρική ήταν και η φετινή μυθιστορηματική παραγωγή, με μεγάλη ποικιλία θεματικών και υφολογικών τρόπων και ταυτόχρονη αποτύπωση της ίδιας αμήχανης διάθεσης που είχε επισημανθεί και για την παραγωγή του 2015. Καθώς βρισκόμαστε σε μεταβατική συνθήκη, το μυθιστόρημα μοιάζει να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, δοκιμάζοντας αφηγηματικές φόρμες, αναζητώντας νέα θεματολογία, προσπαθώντας να συντονιστεί με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Θα έλεγε κανείς πως η ελληνική μυθιστοριογραφία δοκιμάζει τις δυνάμεις της και τα όρια της αντοχής της.
Μέσα σε ένα τέτοιο ανομοιογενές τοπίο, η αναγνώριση τάσεων και κοινών χαρακτηριστικών καθίσταται προβληματική και ίσως επικίνδυνη. Παρ’ όλα αυτά είναι φανερό πως εξακολουθεί το άνοιγμα του ελληνικού μυθιστορήματος προς τα μεγάλα ευρωπαϊκά ζητήματα της εποχής, με ταυτόχρονη υποχώρηση του μυθιστορήματος της κοινωνικο-οικονομικής κρίσης. Όσο για τους συγγραφείς που καταπιάνονται μαζί της, αυτοί αποφεύγουν πλέον την προγενέστερη καταγγελτική οργή, ενώ την αρχική, συχνά επιφανειακή, ενασχόλησή τους με το θέμα έχει διαδεχθεί μια περίοδος αναδίπλωσης, κατά την οποία είτε η κρίση ενσωματώνεται στην κανονικότητα της καθημερινότητας είτε καταλαμβάνει θέση φόντου. Η αδιάπτωτα ανοδική πορεία του αστυνομικού αφηγήματος στην Ελλάδα, που καιρό τώρα επιδεικνύει κείμενα τα οποία συνδυάζουν το αίνιγμα με τη λογοτεχνικότητα, συνεχίστηκε και το 2016, με την άνοδο του αριθμού αλλά και της ποιότητας των σχετικών έργων να αποτυπώνεται και στη σημαντική αντιπροσώπευσή του είδους στη βραχεία λίστα των βραβείων.
Έτσι, η βραχεία λίστα περιέχει έργα που καλύπτουν μια ευρύτατη ειδολογική γκάμα, από ιστορικά και αστυνομικά μυθιστορήματα, μέχρι σατιρικές τοιχογραφίες του ελληνικού υποκόσμου και μικρά οικογενειακά δράματα, κείμενα με τραγική και άλλα με κωμική υφή, κείμενα που συνομιλούν με τρέχοντα ζητήματα όπως η τρομοκρατία, κείμενα που καταφεύγοντας στο ιστορικό παρελθόν συνομιλούν με τη φιλοσοφία, τη βιογραφία και τη γεωγραφία,ενώ συνάμα εγείρονται προβληματισμοί για την παγκοσμιοποίηση και τις ανισορροπίες που επιφέρει.
Διήγημα-νουβέλα
Υποτονικότερη σε σχέση προς το παρελθόν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η φετινή παραγωγή στην κατηγορία ‘διήγημα-νουβέλα’. Παρά την καλή τους φήμη, ολιγάριθμες ήταν οι μικρής φόρμας συλλογές που έφεραν μια ευδιάκριτη υφολογική και θεματική σφραγίδα. Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις, οι μορφικοί ή γλωσσικοί πειραματισμοί που επιχειρήθηκαν αποδείχθηκαν άστοχοι, χωρίς επαρκή συστοιχία με το περιεχόμενο κάθε διηγήματος.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο,  ξεχώρισαν έργα που διακρίνονται για την ενιαία σύλληψη τους. Στη βραχεία λίστα περιελήφθησαν τέσσερις πολυεστιακές ή εντέχνως αποδιαρθρωμένες νουβέλες και έξι σφιχτοδεμένες συλλογές διηγημάτων, στις οποίες εναλλάσσονται ιστορίες ανθρώπων της διπλανής πόρτας με σκληρές ρεαλιστικές ιστορίες σε γωνιές της απορφανισμένης από αισθήματα μεγαλούπολης, μικροσκοπικές ιστορίες και αυτοβιογραφικά θραύσματα ζωής με ασθμαίνουσες ψυχογραφικές αφηγήσεις.
Δοκίμιο
Το παραγκωνισμένο από το αναγνωστικό κοινό είδος του ‘λογοτεχνικού δοκιμίου’ και της ‘φιλολογικής μελέτης’ άντεξε και το 2016 χάρη στην επίμονη συγγραφική βούληση των δημιουργών και τη γενναιόδωρη φροντίδα των εκδοτών. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων δεν ασχολήθηκε με γενικότερα ζητήματα των σχέσεων κοινωνίας-λογοτεχνίας-ιδεών, αλλά εστίασε στη διερεύνηση κλασικών κειμένων καθιερωμένων συγγραφέων.
Η τελική λίστα της φετινής παραγωγής περιλαμβάνει ετερόκλιτες ερεθιστικές μελέτες και συλλογές κειμένων διαφορετικών θεωρητικών αφετηριών: νέες προσεγγίσεις στο δημοτικό τραγούδι, στα ομηρικά κείμενα, στη σκέψη Ελλήνων διανοουμένων της μεταβυζαντινής εποχής, σε ζητήματα φιλολογίας και ποιητικής. Η πρωτοτυπία δεν λείπει, συχνά το ύφος κερδίζει πιο πολύ κι από το περιεχόμενο, η πολυεργαλειοθήκη που οι σύγχρονοι δοκιμιογράφοι-μελετητές υιοθετούν ανανεώνει τη λογοτεχνία που μελετάται αέναα με νέα πρίσματα.
Πρωτοεμφανιζόμενοι στην πεζογραφία
Και το 2016 οι πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς κατέλαβαν σημαντική μερίδα της συνολικής πεζογραφικής παραγωγής τόσο στη μικρή όσο και στη μεγάλη φόρμα. Για άλλη μια χρονιά δεν παρατηρούνται κοινές τάσεις και κοινές αναφορές που θα επέτρεπαν να γίνει λόγος για μια συγκεκριμένη φυσιογνωμία της νεότερης γενιάς πεζογράφων – αντίθετα καθένας φαίνεται να αντλεί από μια ολοένα διευρυνόμενη δεξαμενή επιρροών στην προσπάθειά του να διαμορφώσει το προσωπικό του ιδίωμα.
Στη βραχεία λίστα των φετινών βραβείων μπορεί έτσι να εντοπίσει κανείς κείμενα εντελώς διαφορετικών αφετηριών, στοχεύσεων και τρόπων: από μεταμοντέρνα παιχνίδια μέχρι (σπανιότερα, είναι η αλήθεια) κλασικότροπες αφηγήσεις ή σκοτεινές αλληγορίες, που εκφράζονται με διάφορες φόρμες, από το μικροδιήγημα μέχρι και το μυθιστόρημα. Ο μοναδικός ίσως κοινός τόπος αυτής της ετερόκλιτης παραγωγής, στα πιο αξιόλογα τουλάχιστον δείγματά της, είναι η ιδιαίτερη μέριμνα για τη γλώσσα και το ύφος. Ευφάνταστοι ή χειρουργικά ακριβείς, χειμαρρώδεις και πληθωρικοί ή λιτοί και μετρημένοι, οι νεότεροι πεζογράφοι μοιάζει να αποδίδουν στη γλώσσα όλο και κεντρικότερο ρόλο μέσα στο λογοτεχνικό εγχείρημα.
Ποίηση
Παλαιότεροι, καταξιωμένοι ποιητές μαζί με δυναμικές παρουσίες εκπροσώπων νεώτερων γενεών αλλά και όψιμες, πλην ώριμες εμφανίσεις συγκροτούν τη φετινή “βραχεία λίστα” της ποίησης. Αν κάτι μπορεί κανείς να παρατηρήσει χωρίς να φοβηθεί ότι μεροληπτεί ή αστοχεί, είναι ότι δεν λείπουν οι ποιήτριες και οι ποιητές που επιχειρούν ευρύτερες συνθέσεις: αρκετές συλλογές συνιστούν ενιαίο, σπονδυλωτό ποιητικό έργο ενώ και οι κλασικές “συλλογές” είναι ιδιαίτερα συνεκτικές και προσεχτικά συγκερασμένες. Η υφολογική και θεματική ποικιλία θα κρατήσουν ενεργό το ενδιαφέρον και του πλέον δύσπιστου αναγνώστη. Είναι, τέλος, φανερό -και ελπιδοφόρο- το γεγονός ότι η ρυθμικότητα και η μουσικότητα αποτελούν εμφανώς αντικείμενο μέριμνας. Οι ποιητές καλλιεργούν όχι μόνο την καινοτομία αλλά και την παράδοση, έχοντας εξίσου στραμμένο το βλέμμα στο μέλλον όπως και στις απαρχές. Όχι, ούτε η φετινή “βραχεία λίστα”, που προέκυψε αβίαστα αλλά και αναγκάστηκε να αφήσει έξω αξιόλογα βιβλία, δεν μαρτυρά σημάδια κρίσης στη σύγχρονη ελληνική ποίηση.
Πρωτοεμφανιζόμενοι στην ποίηση
Διαφορετικά είναι τα πράγματα φέτος στους “πρωτοεμφανιζόμενους” στην ποίηση όπου η βραχεία λίστα συγκροτήθηκε με αρκετή δυσκολία. Δεν θα πρέπει όμως να ακουστούν υπερβολές σχετικά με το φαινόμενο αυτό. Είμαστε μια μικρή γλώσσα και η ποίηση ένα είδος δύσκολο και απαιτητικό: δεν είναι καθόλου περίεργο να μη δημοσιεύονται σε ετήσια βάση πολυάριθμες αξιόλογες συμβολές πρωτοεμφανιζόμενων, δηλαδή νέων σε ηλικία ποιητών. Το αντίθετο θα δημιουργούσε εύλογα καχυποψία.
Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Ελισάβετ Κοτζιά, κριτικός λογοτεχνίας, Χρίστος Κυθρεώτης, συγγραφέας, Κώστας Παπαγεωργίου, ποιητής – κριτικός λογοτεχνίας, Γιώργος Περαντωνάκης, φιλόλογος -κριτικός λογοτεχνίας, Αριστοτέλης Σαΐνης, φιλόλογος – κριτικός λογοτεχνίας, Μαρία Τοπάλη, ποιήτρια – κριτικός λογοτεχνίας, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, κριτικός λογοτεχνίας.

Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

Οι δρόμοι της τέχνης... κείμενο του Δ. Δημητριάδη

Δημήτρης Α. Δημητριάδης
Οι δρόμοι της τέχνης
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι την τέχνη την επέβαλαν οι προϋποθέσεις της εργασιακής αναγκαιότητας και δραστηριότητας των ανθρώπων. Όσο αναπτύσσονται οι προϋποθέσεις αυτές, τόσο γίνονται και πιο δυνατά, πιο σίγουρα τα φτερά ανύψωσης της τέχνης.
Η τέχνη ακολουθεί τον άνθρωπο από τα πρώτα του βήματα. Τον διαμορφώνει και διαμορφώνεται, τον αναπτύσσει κι αναπτύσσεται μαζί του. Σαν κυριότερο όργανο, σαν κυριότερο μοχλός, σαν αντανάκλαση του κοινωνικού γίγνεσθαι, συνδέεται άμεσα με όλα τα φαινόμενα της ιστορικής του πορείας.
Η γέννηση ενός έργου τέχνης είναι πάντα ένα συνταρακτικό γεγονός για το δημιουργό του. Η προσωπική περιπέτεια του ανθρώπου, οι συγκινησιακές του εμπειρίες, η πλούσια συγκομιδή σκέψεων, η μοίρα και ο προορισμός του επάνω στη γη, η καθημερινή του πείρα, η έμφυτη φύση του σε συνδυασμό με τα όνειρα, τη διαίσθηση και την ενόραση, διαμορφώνουν μέσα του, στον απύθμενο κόσμο του ασυνείδητου, τον πύρινο πολτό της καλλιτεχνικής του ύλης.
Ύστερα από μια μακρά περίοδο επώασης, κυοφορίας και εσωτερικών αναμοχλεύσεων, βλέπει ξαφνικά να αναδύονται στην επιφάνεια του νου του εικόνες αρχέτυπες, σχήματα αδιαμόρφωτα. Διυλίζοντας εμπειρίες και οράματα, ανασύρει από τη γόνιμη, μυθοπλαστική μήτρα της φαντασίας του ίχνη προγονικά, εικόνες συμβολικές, ρίζες της απρόσωπης φύσης. Η τέχνη γεννιέται στην ψυχή του καταπατώντας τους φυσικούς και λογικούς νόμους, παραβιάζοντας κάθε κανόνα, γκρεμίζοντας τα πλαίσια της συμβατικότητας και υπερβαίνοντας τον ίδιο της τον εαυτό.
Τέχνη χωρίς ψυχή δεν υπάρχει. Μόνον όταν η ψυχή, η απόλυτη αυτή δύναμη εκφράζεται ελεύθερα και όχι με επιδράσεις ή αποβλέποντας σε δεξιοτεχνικό αποτέλεσμα, μπορεί να κάνει το καλλιτεχνικό δημιούργημα πηγή χαράς, συγκίνησης κι ενδιαφέροντος και για τους άλλους ανθρώπους. Κάθε παράγοντας εντυπωσιασμού και τεχνάσματος, στερεί την τέχνη από τη δύναμη και την ενέργεια της.
Η τέχνη είναι άσκηση μοναξιάς και σιωπής. Ο αληθινός καλλιτέχνης βυθίζεται πάντοτε στη μοναξιά, εκεί συλλογίζεται, εκεί νιώθει. Εκεί κατανοεί τα πρόσωπα και τα πράγματα και μεστώνει εντός του εκείνο που έχει να πει. Η σιωπή του σκίζει τον κόσμο σε κομμάτια.
Όταν η τέχνη εκπληρώνεται και ολοκληρώνεται, γίνεται γλώσσα πανανθρώπινη. Γίνεται ο μόνος τρόπος πραγματικής επικοινωνίας ανάμεσα σε ανθρώπους διαφόρων εποχών και περιοχών του κόσμου, αφού μας επιτρέπει να γνωρίσουμε τις επιδιώξεις, τις επιτεύξεις και τις προσδοκίες τους. Η σημασία της μεγαλώνει ακόμη περισσότερο, όταν συνειδητοποιήσουμε ότι είναι ένας ενωτικός κρίκος που έχει τη δύναμη και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επικοινωνία και την ενότητα της ανθρωπότητας.
Πάντοτε η τέχνη γοητεύει τις συνειδήσεις, όχι για να τις υποτάξει αλλά για να τις παραδώσει στη χορευτική της αιώρηση, να τις μυήσει στα μυστικά της ανθρώπινης ψυχής που όσο και αν ταλαντεύεται μέσα στους αναγκασμούς, μένει διαρκώς το ευαίσθητο κι ατίθασο ρεύμα της ύπαρξής μας.
Οι μορφές της, οι αληθινές και ειλικρινείς, αυτές που αποτυπώνουν με γνησιότητα ό,τι υπάρχει έξω ή μέσα στον άνθρωπο, επιβιώνουν για χιλιάδες χρόνια. Φθείρονται και χάνονται μόνον όσες δεν απαντούν στα αιτήματα των καιρών τους κι αδιαφορούν για τις αλλαγές που γίνονται στον τομέα της εξέλιξης.
Το μεγάλο κοινό, ο λαός, μπορεί να επικοινωνήσει με την τέχνη. Το αντίθετο, ότι τάχα αδυνατεί γι´ αυτό, είναι χυδαίος μύθος. Ακόμη και σε πολλές θεωρούμενες εξελιγμένες κοινωνίες, πολύ περισσότερο στις μη ανεπτυγμένες, το πρόβλημα δεν είναι «να κεντήσουμε τριαντάφυλλα σε πολύτιμο χαλί, αλλά να φέρουμε κάρβουνο για να ζεστάνουμε τους παγωμένους». Θα πρέπει να συμφιλιωθούν οι άνθρωποι με την τέχνη, να μπει η τέχνη στη ζωή τους. Αυτό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, σε πρώτη φάση, μέσα από την τέχνη, που για οποιονδήποτε λόγο οι πολλοί δεν καταλαβαίνουν, αλλά μέσα από μια τέχνη που καταλαβαίνουν πιο εύκολα. Και πρώτα πρώτα μέσα από τους θησαυρούς της υπάρχουσας μεγάλης τέχνης, όπως επίσης και της γνήσιας λαϊκής τέχνης. Η εξοικείωση αυτή πρέπει, βέβαια, να γίνει χωρίς δογματισμούς, χωρίς προκαταλήψεις, έτσι που οι άνθρωποι να μπορέσουν, σε μια δεύτερη φάση, να προσεγγίσουν κριτικά και τις τεχνοτροπίες που προς το παρόν δεν τους συγκινούν, μπορούν όμως στο μέλλον να τους συγκινήσουν.
Όπως στη φύση η στασιμότητα σημαίνει θάνατο, έτσι και στον καλλιτέχνη η αδράνεια σημαίνει το ίδιο. Η διαρκής ανησυχία, ο προβληματισμός για τη σύλληψη και την έκφραση των ερωτημάτων κι οι απαντήσεις σε αυτά, αποτελούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις της ζωής του.
Καλλιτέχνης και τέχνη χωρίζονται κάποτε μοιραία. Ο καλλιτέχνης πεθαίνει και το έργο του αρχίζει το ταξίδι του στο χρόνο. Αιώνες λήθης και παραμορφώσεων παρεμβάλλονται ανάμεσα τους. Κάθε καινούργια εποχή προβάλλει επάνω στο έργο το δικό της δράμα, τη δική της αγωνία, τη δική της αισθητική. Το έργο γίνεται παλίμψηστο, προσχωματικό, παραμένοντας ωστόσο ανοικτό για μια ακόμη γραφή : τη δική μας.
Αν ποτέ διαπιστωθεί ότι έχει εκλείψει η τέχνη, τότε θα πρέπει να καταγράψουμε και το τέλος της ανθρωπότητας. Τίποτα, όμως, από τα δύο δε θα συμβεί. Νέες αξίες, νέες δυνάμεις, βρίσκονται ήδη μεταξύ μας. Κι αν δεν είναι αυτές οι ίδιες, προετοιμάζονται, σίγουρα, κάποιες άλλες. Εκείνες που θα κατανοήσουν και πάλι ότι η τέχνη είναι δημιουργία που απαιτεί πνευματικότητα, συγκίνηση και βάθος.

Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

Ανταγωνιστικότητα -καινοτομία και άλλα λογοτεχνικά ...ένα άρθρο του Νίκου Κυριακίδη

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ-ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΛΟΓΟΤΕΧΙΚΑ

Έτσι γίνεται κυρία Τριανταφύλλου... Εδω ασφαλώς, δεν είναι Αριζόνα-όπως ονειρεύεστε-αλλά με εξίσου δημοκρατικές διαδικασίες, το χέρι της ελευθερίας, της προάσπισης της ανταγωνιστικής επιχειρηματικότητας , της καινοτομίας (ή μήπως κενο-τομίας) στο ‘’νομοθετείν’’ ( από το Μεταξά κρατάει η σκούφια της), απο-μπολσεβικοποιεί την κόκκινη Ελλάδα. Όχι του αίματος. Όχι της εξαθλίωσης των κάδων-διατροφής, των άστεγων και άλλων εμπριμέ και μη σικ..αλλά της τελευταίας ‘’σοβιετίας της Ευρώπης’’, όπως λένε οι μέντορές σας και παρουσιάζετε σε τρέντι εκδοχή χρονογραφικά, κι εσείς. Έτσι σαν τη λογοτεχνίζουσα πρόζα προώθησης του Κασιδιάρικου: ‘’ζητούνται νεκροί για τον μύθο του Πολυτεχνείου’’. Το θυμάστε , δεν μπορεί...

Έτσι και τώρα, ονειρεύεστε μια ‘’καθόλου ΕΡΤ’’ και άρα μια ΕΡΤ, χωρίς Λιάτσο ( αυτό τον μπολσεβίκο), κόρη Σαλαγκούδη..και λοιπούς. Θα γαργαλήσετε και τ’ αυτιά εξαθλιωμένων καφενόβιων μικροαστών με ψεμματάκια περί ‘’τέλους του τέλους ΕΡΤ’’ ( αρχικός νόμος 230/1975, αν δεν είσθε ενημερωμένη)-αλλα γι΄αυτό, εδω θα είμαστε.

Μόνο που όλοι εμείς, δεν υπερασπιζόμαστε τον κάθε '' αντιπαθή εγκάθετο'' που τον παίρνουν κι αυτόν τα σκάγια, που για χρόνια υπηρετούσε τα τέως αφεντικά του και που θα ξαναβολευτεί ΧΘΕΣ. Υπερασπιζόμαστε ΤΟΝ ΕΥΤΟ ΜΑΣ, σαν εργαζόμενοι, από τους δημοσιογράφους,τους τεχνικούς, τους ναυτεργάτες, τους χαλυβουργούς, τους δάσκαλους, τους συνταξιούχους, τα ταξικά μας δέλφια κάθε φυλής και χρώματος...Ναι, και αυτούς τους ‘’βρωμιάρηδες’’ που μας πήραν τις δουλειές και τώρα δεν πουλάμε μαντήλια στα φανάρια, ούτε μπιχλιμπίδια σε μαντήλες στη λούφα, ούτε μαζεύουμε σιδεριές απο τους κάδους.

Ξεχνάτε τάχα πως πληρώνουμε κάθε μέρα, τα κέρδη και ενίοτε τις ανακεφαλαιοποιήσεις εξυγίανσης του κάθε τραπεζίτη, πλασιέ των αφεντικών του σε τραπεζικό κολοσσό της Ευρώπης και αλλαχού, ξεχνάτε πως η καινοτόμα και ανταγωνιστική μας χώρα ( αυτή..με ‘’βαριά βιομηχανία’’ της, τις ξαπλώστρες....) έχει 6 στους 10 νέους άνεργους. Ξεχνάτε πως οι συντάξεις πείνας δεν έχουν πια ‘’δώρα’’, οι ανάπηροι μένουν χωρίς περίθαλψη και χρήματα μέχρι να ‘’ξανακριθούν’’ από επιτροπές που δεν υπάρχουν...λόγω εξορθολογισμού των ταμείων που βέβαια οι εργαζόμενοι κατάκλεψαν. Ξεχνάτε πως όσοι τυχεροί δουλεύουν, παίρνουν τα οριζόμενα από την ‘’ατομική σύμβαξη’’ του εκβιασμού τους, πως όσοι απολύονται έχουν κατά κανόνα υπογράψει την ‘’παραίτησή’’ τους με την πρόσληψη. Ξεχνάτε πως μέσω εξυγιαντικών συγχωνεύσεων, οι καρκινοπαθείς και τα παιδιά με καρδιακά νοσήματα, απλά περιμένουν τον χάρο....ξεχνάτε πως σε περιοχές δυσπρόσιτες λόγω συγχωνεύσεων στην εκπαίδευση εδώ, τα παιδιά σταμάτησαν τα σχολειά αναγκαστικά γιατί απλά δεν μπορούν να πάνε χιλιόμετρα μακριά. Ξεχνάτε πως πασίγνωστοι επιχειρηματίες είναι με συνεχή αφορολόγητη προσωπική δήλωση εισοδημάτων, σαν άποροι άνεργοι επι δεκαετίες, σ’αυτην εδώ τη σοβιετία. Ξεχνάτε πως για την λειτουργία των καταστημάτων που είναι κλειστά λόγω μη αγοραστικής δύναμης των πολλών, απαγορεύεται ‘’μερικά’’ προς το παρόν, η κινητοποίηση για λόγους ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ και πάλι.

Στην Αριζόνα αλλά και στα Βόρεια Δημοκρατικά προπύργια των ΗΠΑ βέβαια, είναι πιο αποτελεσματικοί στη λήψη άμεσων αποφάσεων.. Α, μη ξεχάσω όχι μόνον εκεί , αλλά και στα προάστεια των Παρισίων και στις μαύρικες γειτονιές του Λονδίνου, στη ‘’καθαρή’’ Σκανδιναβία των αναγκαστικών στειρώσεων ( μικρά παραδείγματα μόνον..), εκεί οι Κορκονέ-ηδες σκουρόχρωμων ανθρώπων είναι ο κανόνας ( υπομονή! νέα είσθε μπορεί να τα ξαναζήσετε σε πληρότητα, κατά την ημιδιαμονή σας στη μακαρθικά απομπολσεβικοποιούμενη, αυτή χώρα). Αλήθεια μιας και το έντυπό σας δήθεν προασπίζει τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων,( γκέι φρέντλι μέσω φωτογραφιών, για την ακρίβεια) ποια διεθνής-μα εθνική. ένωση ψυχιατρικής ορίζει κανονιστικά κατα το δοκούν, την ερωτική ‘’υγεία’’ ; Μήπως αυτή τη περίοδο που μιλάμε, ψυχική νόσος θεωρείται η ‘’μη πλήρης αποδοχή της ομοφυλοφιλίας’’ ,δηλαδή η αμφιφυλοφιλία και γιατί; ( Έτσι, άσχετα...)

Μια εκμυστήρευση : Μου είσθε ειλικρινά συμπαθής, σας διαβάζω προσεκτικά και εξ αιτίας σας, παρακολουθώ και ‘’την φωνή των Αθηνών’’. Λέτε την αλήθεια σας σκέτα, έντιμα και όχι ‘οπως πολλοί ομοειδεάτες σας που κρώζουν ‘’εγω παραμένω αριστερός’’, ‘’αριστερά είναι ουμανισμός, αγάπη και προδέρμ’’, ‘’ευτυχώς τότε χάσαμε’’, ‘’η δική μου αριστερά, είναι τόσο αρτιστίκ που δεν τη καταλαβαίνει κανένας’’ και λοιπά αηδέστατα. ( Τελευταία ορθώς σταματήσατε και το κλισέ’’τότε που ήμουν αριστερή’’)

Ακόμη είσθε πανέξυπνη στο να ‘’ζυγίζετε’’. Το πήρατε έγκαιρα χαμπάρι πως η θλιβερή ‘’αριστερά’’ αυτού του τόπου, έως και η δήθεν ‘’επαναστατική πλευρά της’’, αναρωτιέται ΑΚΟΜΗ αν είσθε έως και μια κριτική φωνή της...μάλλον κοιτάζοντας στον καθρέπτη και ιδίως χωρίς να σας διαβάζει λίγο,σαν του λόγου μου.

Γι αυτό και σας στέλνω τα χαιρετίσματά μου.

Νίκος Κυριακίδης

ΥΓ Το ξέρω, εσείς δεν γράψατε ιδιοχείρως, άρθρο για την ΕΡΤ. Αφήσατε κάποιους πιο ‘’πολιτικούς’’ από το έντυπο, που εργάζεσθε. Εσείς, γράφατε την ίδια ημέρα για ‘’την βλακεία του μαρξισμού’’, για τη νομοτέλεια που ασφαλώς από λεξικά ενημερωθήκατε για το τάχα νοήματά της και πολεμήσατε μια καρικατούρα, καθώς και τον πραξικοπηματισμό της αριστεράς ( νεκραναστήσατε τον θλιβερό Πολ-Ποτ για να δικαιώσετε τον Μπερλουσκόνι!)-πιο ζόρικα πράγματα. Αλλά φαντάζομαι πως δεν θα διαφωνείτε καθόλου με τους συναδέλφους σας και κυρίως...εγω, με εσάς ήθελα να (παρα)-μιλήσω, ως ‘’πνευματικό άνθρωπο’’ αν και μη πνευματικός- λέω πως δεν υπάρχει.

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Ένας επίκαιρος προβληματισμός για τις Πανελλήνιες από την Αλεξίου Ελένη



Γιατί το «Σκέφτομαι και γράφω» του Δημοτικού έγινε η «Έκφραση- Έκθεση» του Λυκείου;
Είναι γνωστό ότι η ελληνική γλώσσα δεν είναι αυθαίρετη συμφωνία μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου. Αντίθετα, οι λέξεις της ελληνικής φέρουν το νόημά τους. Για παράδειγμα, λέμε το αυτοκίνητο ως έχει, διότι η λέξη «αυτοκίνητο» προσδιορίζει το αντικείμενο εκείνο που κινείται μόνο του. Αντίθετα, στην αγγλική το car δεν περιγράφει κανένα χαρακτηριστικό του προσδιοριζόμενου πράγματος. Ακόμη, λέμε «φιλώ», «φίλος», «φιλοξενία», γιατί οι λέξεις με νοηματική συγγένεια έχουν ομοιότητες και στην απόδοσή τους (εξ ου και ομόρριζες). Καμία σχέση, λοιπόν, με το kiss, friend, hospitality, λέξεις που η δομή τους δεν αντανακλά τη μεταξύ τους βαθύτερη σχέση. Επίσης, χρησιμοποιούμε την ιστορική ορθογραφία των λέξεων, γιατί κι αυτή αντανακλά τη φιλοσοφία της ελληνικής σκέψης. Έτσι, ο «ωραίος» δεν θα μπορούσε ποτέ να γράφεται «ορέος», γιατί τότε δεν θα αποδίδαμε τη σχέση που έχει καθετί ωραίο με  την ώρα που το φέρνει ή με την ωριμότητα που το διέπει.
Με αφορμή το μάθημα της Έκθεσης, στο οποίο διαγωνίστηκαν οι υποψήφιοι των Πανελλαδικών εξετάσεων,  και έχοντας στο νου μου τα παραπάνω περί συνάφειας σκέψης και γλώσσας στα ελληνικά, μου ακούγονται (πάλι) περίεργα τα ερωτήματα γονιών και μαθητών σχετικά με το φετινό θέμα. «Είναι επίκαιρο;» «Ήταν στα sos;» «Το είχαν διδαχθεί τα παιδιά;».
Η απάντηση δεν αφορά στο φετινό θέμα, αλλά στο νόημα των λέξεων «επίκαιρο», «sos», «διδαχθεί». Επίκαιρο είναι κάθε θέμα που αφορά τον άνθρωπο και τον κόσμο του, μέσα του και γύρω από αυτόν. Ειδικά δε η σχέση του ανθρώπου με τη Φύση, που «μπήκε» ή «έπεσε» φέτος, εγείρει προβληματισμούς που αφορούν και στο χθες και στο σήμερα και στο αύριο. Δεν είναι, λοιπόν, σημαντικά μόνο τα θέματα που η σύγχρονη πραγματικότητα αναδεικνύει περισσότερο. Όσοι πόνταραν σε θέματα, όπως η οικονομική κρίση, το μεταναστευτικό, η ενδοσχολική βία, ο ρατσισμός και άλλα «πιο επίκαιρα», σίγουρα θεωρούν ρομαντικό και αντι-sos ένα ζήτημα που πραγματεύεται καταστάσεις, όπως:
«Τη ζωή στη Γη ο άνθρωπος ελάχιστα την σέβεται, η ζωή όμως σε άλλους κόσμους διεγείρει το ενδιαφέρον και τη φαντασία του. Είναι άραγε περιέργεια, κατακτητική διάθεση ή απλώς ένα διανοητικό παιχνίδι; Ίσως όλα μαζί, ταυτόχρονα όμως κι ένα βαθύ αίσθημα μοναξιάς.»
 «Με τη ζωή λοιπόν στο Σύμπαν είναι αδύνατο να επικοινωνήσουμε, η ζωή όμως γύρω μας ανθίζει. Η ζωή εδώ, σ’ έναν μικρό και πανέμορφο πλανήτη, ανέδειξε ύστερα από σιωπηλές διεργασίες που διήρκεσαν δισεκατομμύρια χρόνια μια θαυμαστή ποικιλία έμβιων όντων. Οι θάλασσες και τα δάση της Γης, τα βουνά και οι πεδιάδες της αποκαλύπτουν κάθε στιγμή τη γοητεία που κρύβουν τα χιλιάδες όμοια ή ανόμοια δημιουργήματα της εξελίξεως. Η ανεμώνη και το δελφίνι, ο αίλουρος αλλά και ο γυπαετός, τα ανθρώπινα όντα στις πολλαπλές φυλετικές τους παραλλαγές, είναι δίπλα μας, συμμέτοχα του ίδιου πλανήτη και του μέλλοντός του.»
(Γιώργος Γραμματικάκης, αποσπάσματα από το κείμενο των Πανελλαδικών Εξετάσεων 2013 στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας Γενικής Παιδείας)
Σεβασμός στο περιβάλλον, λοιπόν. Ψιλά γράμματα για πολλούς από εμάς, ειδικά ενήλικες πόσο μάλλον για τα παιδιά. Έχουν άραγε διδαχθεί οι μαθητές να σέβονται την πλάση γύρω τους, τους συγκατοίκους μας στον πλανήτη γη; Μπόρεσε η οικογένεια, το σχολείο, η πολιτεία με τους φορείς και τους θεσμούς της να εμφυσήσει στους νέους τα ιδανικά που εξευγενίζουν τον άνθρωπο;  Ή έμειναν μόνο στα «sos» που τα παιδιά παπαγαλίζουν τρία χρόνια για να εξεταστούν σε αυτά στο τέλος της Γ’ Λυκείου;
 Ξέρουμε ποια είναι η απάντηση. Γι’ αυτό η αγωνία εξεταζομένων και γονιών είναι κάθε φορά «αν έχει διδαχθεί το θέμα των Πανελλαδικών». Με άλλα λόγια, αν πρόλαβαν να το παπαγαλίσουν ή έστω να το αναλύσουν σε διαγράμματα και εκθέσεις καρμπόν, ώστε να το επιστρατεύσουν στη μνήμη τους την κρίσιμη στιγμή των εξετάσεων.
Άλλο είναι το ζητούμενο. Κατάφερε το σχολείο, γιατί αυτό είναι ο κύριος φορέας παιδείας, να διδάξει στα παιδιά την κριτική σκέψη, τον προβληματισμό,  την ικανότητα ορθής διατύπωσης ολοκληρωμένων νοημάτων, την αντίσταση στην πλύση εγκεφάλου, στην παραπληροφόρηση, στην αυθεντία; Τα άσκησε στην παραγωγή λόγου, γραπτού και προφορικού, ώστε να γίνουν καλοί αναγνώστες και συνομιλητές; Τους έμαθε μέσα πειθούς ώστε να πείθουν με επιχειρήματα κι όχι με άλλα μέσα επιβολής; Να μην γίνονται φερέφωνα;  Έδωσε στα παιδιά τα  εργαλεία εκείνα που στα δεκαεπτά και στα δεκαοκτώ πρέπει να έχουν, ώστε να αντιμετωπίζουν και στο μέλλον ως πολίτες κάθε ζήτημα που τα αφορά με λογική, ψυχραιμία και διάθεση διαλόγου;
Ίσως, λοιπόν, επανερχόμενη στους αρχικούς προβληματισμούς περί σχέσης σημαίνοντος και σημαινόμενου στην ελληνική γλώσσα , το «Σκέφτομαι και γράφω» είναι πιο ταιριαστός όρος για το μάθημα της Έκθεσης. Αποδίδει καλύτερα τη φιλοσοφία του μαθήματος. Αναδεικνύει το καθήκον του εκπαιδευτικού να διδάξει στα παιδιά πώς να αντιμετωπίζουν τη σκέψη και τη γλώσσα ως ένα. Αναγνωρίζει στα παιδιά το δικαίωμα της ελεύθερης διατύπωσης ιδεών, την ευθύνη για την αιτιολόγησή τους και την υποχρέωση για την αναζήτηση της αλήθειας. Αντίθετα, ο όρος «Έκφραση- Έκθεση» πολύ λίγο φωτίζει τα παραπάνω.
Σημαντικά για κάποιους, ασήμαντα για άλλους. Πάντως ένα είναι σίγουρο. Στη ζωή όταν πορεύεσαι μόνο με τα sos, συνήθως βγαίνεις εκτός πορείας.

Ελένη Αλεξίου                                                                          
φιλόλογος, μουσικός

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Ένα άρθρο του Αλκίνοου Ιωαννίδη

ΝΕΑ

24.03.2013

ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΚΑΤΑΚΤΗΜΕΝΟΙ

Από τον Αλκίνοο Ιωαννίδη

Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:

Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.

Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.

Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.

Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;

Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.

Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.

Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!

Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;

Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;

Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.

Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα!

Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;

Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...

Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».

Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.

Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά πως ότι έμεινε εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω πως θα γίνει), ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.

Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.

Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.

Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.


Αναδημοσίευση από την προσωπική ιστοσελίδα του Αλκίνοου Ιωαννίδη

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος αρνήθηκε να παραλάβει το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας με το οποίο τιμήθηκε για το σύνολο του έργου του.

Παρέπεμψε όσους απόρησαν γι' αυτό στο κείμενό του "Εναντίον" , το       οποίο έγραψε πριν 30 χρόνια περίπου.
Πόσο σημαντικό να είναι κάποιος συνεπής στις αρχές του !!
Αλλά και πόσο δύσκολο!!
Πόσοι άνθρωποι αντέχουν να είναι τόσο συνεπείς;

"Είμαι       εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ΄ όπου       και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία, απ’ το να θέλουμε να       ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο «υπείροχον έμμεναι άλλων», που μας άφησαν οι       αρχαίοι.
Είμαι       εναντίον των βραβείων, γιατί       μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την       αξία κάποιου κατώτερου μου -και κάποτε θα πρέπει να απαλλαγούμε από την       συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά       αφεντικά -και κάποτε θα πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από τη ζωή       μας.
Είμαι       εναντίον των χρηματικών επιχορηγήσεων.       Σιχαίνομαι τους φτωχοπρόδρομους που απλώνουν το χέρι τους για παραδάκι. Οι       χορηγίες μεγαλώνουν την μανία μας για διακρίσεις και τη δίψα μας για       λεφτά· ξεπουλάνε την ατομική ανεξαρτησία μας.
Είμαι       εναντίον των λογοτεχνικών συντάξεων. Προτιμώ να πεθάνω στην       ψάθα, παρά να αρμέγω το υπουργείο -κι ας με άρμεξε το κράτος μια ολόκληρη       ζωή. Γιατί να με ταΐζει το Δημόσιο επειδή έγραψα μερικά ποιήματα; Και       γιατί να αφήσω το Κράτος να χωθεί ακόμη περισσότερο στη ζωή       μου;
Είμαι       εναντίον των σχέσεων με το κράτος και       βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Ποτέ μου δεν πάτησα σε υπουργείο       και το καυχιέμαι. Η μόνη μου εξάρτηση από το κράτος είναι η εφορεία, που       με γδέρνει.
Είμαι       εναντίον των εφημερίδων.       Χαντακώνουν αξίες, ανεβάζουν μηδαμινότητες, προβάλλουν ημετέρους,       αποσιωπούν τους απροσκύνητους. Όλα τα μαγειρεύουν, όπως αυτές θέλουν.       Δεξιές, αριστερές, κεντρώες -όλες το ίδιο σκατό.
Είμαι       εναντίον των κλικών. Προωθούν       τους δικούς τους· τους άλλους, όλους τους θάβουν. Όποιοι δεν τους       παραδέχονται, καρατομούνται. Κυριαρχούν οι γλύφτηδες και οι τζουτζέδες.       Δεν έχω καμμιά αμφιβολία πως το μέλλον ανήκει στα       σκουπίδια.
Είμαι       εναντίον των κουλτουριάρηδων. Όλα τ’       αμφισβήτησαν, εκτός από τις τρίχες τους. Τους έχω μάθει για καλά. Xαλνούν       τον κόσμο με την κριτική τους. Όλους τους βγάζουν σκάρτους και       πουλημένους. Και μόλις πάρουν το πτυχίο, αμέσως διορίζονται στα υπουργεία·       από παντού βυζαίνουν και ο ιδεαλισμός τους ξεφουσκώνει μέσ’ στα βολέματα       του κατεστημένου.
Είμαι       εναντίον κάθε ιδεολογίας, σε       οποιαδήποτε απόχρωση και αν μας την πασέρνουν. Όσο πιο γοητευτικές και       προοδευτικές είναι οι ιδέες, τόσο πιο τιποτένια ανθρωπάκια μπορεί να       κρύβονται από πίσω τους. Όσο πιο όμορφα τα λόγια τους, τόσο πιο ύποπτα τα       έργα τους. Όσο πιο υψηλοί οι στόχοι, τόσο πιο άνοστοι οι       στίχοι.
Είμαι,       προπάντων, εναντίον κάθε ατομικής φιλοδοξίας, που       καθημερινά μας οδηγεί σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα       κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, δεν φταίει μόνο το κωλοχανείο·       φταίνε και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Αν πιάστηκε η μέση του       οδοκαθαριστή, φταίμε και εμείς που πετάμε το τσιγάρο μας στον δρόμο. Κι αν       η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, μήπως δεν φταίει και η δική μας       σκαρταδούρα;…"

Περιοδικό «Διαγώνιος» (Τεύχος 1,       Ιανουάριος-Απρίλιος, 1979)  

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

Εγώ, μία εκ των διαρκώς καθυβριζόμενων Δημοσίων Υπαλλήλων, της Σοφίας Λαμπίκη09/09/2011 -

Το Σύνδρομο του Πάγκαλου Ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Λοβέρδος, μιλώντας το βράδυ της Τετάρτης στην επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής, είπε ότι «το ένα εκατομμύριο δημοσίων υπαλλήλων, που ταλαιπωρούν δέκα εκατομμύρια πολίτες με την βεβαιότητα ότι ο δημόσιος τομέας είναι ισόβιος, μας έφτασαν εδώ που μας έφτασαν».(από τον Τύπο)Είμαι μία εκ των διαρκώς καθυβριζόμενων Δημοσίων Υπαλλήλων.

Υπηρετώ την Εκπαίδευση 12 χρόνια. Έχω αξιολογηθεί πολλάκις από τους μαθητές μου, τους συναδέλφους, τους προϊσταμένους μου, τις τοπικές κοινωνίες, όπου δούλεψα, ως τουλάχιστον επαρκής.Δεν είναι δική μου ευθύνη που το Κράτος είναι ανίκανο, ως αμιγώς κομματικός μηχανισμός που είναι, να θέσει αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης και μάλιστα αδικούμαι απ΄ αυτήν τη πρακτική.

Έζησα και δούλεψα 4 χρόνια στα Ψαρά που ο υπουργός αγνοεί κατά που πέφτουν.

Έχω δουλέψει πριν το Δημόσιο 16 χρόνια στον Ιδιωτικό τομέα όπου και σε όλες τις εργασίες που έκανα αξιολογήθηκα θετικά.

Πληρώνω κανονικά τους φόρους μου 30 χρόνια, δεν χρηματοδοτήθηκα ως ΜΚΟ, δεν έλαβα κρατική επιδότηση κανενός τύπου όταν έρρεε το χρήμα, δεν πήρα δωράκι από υποβρύχιο ούτε αντάλλαξα λίμνη με τη Μονή Βατοπεδίου.

Έχω εργαστεί σε ΟΛΕΣ τις δουλειές από που πέρασα ,εκτός ωραρίου και πέραν αμοιβής, όταν υπήρξε ανάγκη (στο Δημόσιο δεν είχα ούτε καν την ηθική επιβράβευση).

Δεν έχω κάνει στη θητεία μου στο Δημόσιο ούτε μία ώρα αμειβόμενου ιδιαίτερου μαθήματος σε μαθητή.

Μού έχουν γίνει τους τελευταίους 20 μήνες, 5 περικοπές οριζόντιου τύπου στις αμοιβές μου που ως εκπαιδευτικού είναι οι χαμηλότερες στο Δημόσιο και αυτή τη στιγμή είναι χαμηλότερες του αντίστοιχου συναδέλφου σε ιδιωτικό σχολείο.

Λοιδορούμαι συστηματικά από ανθρώπους που δεν έχουν πληρώσει ποτέ φόρο, ζουν πάμπλουτα και λένε ότι "δεν γουστάρουν να με πληρώνουν πια".

Ο μόνιμος χαρακτηρισμός που μου αποδίδεται είναι "κοπρίτης".

Με το νέο μισθολόγιο θα φτάσω στα όρια της εξαθλίωσης και με την εργασιακή εφεδρεία δεν μου επιτρέπεται καν να απολυθώ απευθείας, να πάρω την αποζημίωση μου καθώς και ό,τι έχω αποδώσει για το εφάπαξ μου και να φτιάξω μια δουλειά δική μου έξω, στην αγορά.

Σήμερα ο Λοβέρδος συλλήβδην με έβαλε στους αποδιοπομπαίους τράγους που ευθύνονται για τα πάντα σ΄ αυτή τη χώρα.. Ο κος υπουργός δεν έχει αξιολογηθεί ποτέ στην Ελλάδα για το έργο το δικό του και των κυβερνήσεων του κόμματός του που διέλυσαν τη χώρα (παρακαλώ να μην μου φέρετε ως επιχείρημα ότι αξιολογείται δια της ανά τετραετίας ψήφου διότι θα καγχάσω)

Κε υπουργέ είμαι σίγουρη ότι εάν τα μέλη των κυβερνήσεων σας έδιναν στον ΑΣΕΠ η πλειονότης ούτε κλητήρες δεν θα διοριζόσασταν.

Όμως , 20 μήνες τώρα, σας αξιολογεί η τρόικα ,ο δικός σας ΑΣΕΠ, και σας έχει αξιολογήσει ως άχρηστους αλλά σας διατηρεί στην εξουσία ως βολικούς και ταπεινούς υπαλλήλους. Αγαπητέ υπουργέ που πάσχετε από σύνδρομο αδικημένου καλλιτέχνη μελοδραματικής ταινίας, θα σας έπρεπε μία μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση καθώς και αστική αγωγή για αποζημίωση αλλά οι φοβερές συνδικαλιστικές μας ενώσεις δεν διαθέτουν μήτε τμήμα νομικής υποστήριξης, αφού χρόνια τώρα αποτελούν το αριστερό σας χέρι.

Σας παραδίδω στη χλεύη των σκεπτόμενων ανθρώπων και των έντιμων εργαζόμενων γνωρίζοντας ότι όλοι οι μικροαστοί νοικοκυραίοι θα επικροτήσουν με ζητωκραυγές τις ισοπεδωτικές επικοινωνιακές τακτικές.

Θα σας έλεγα : Ντροπή σας , αλλά η έννοια της ντροπής προϋποθέτει την ύπαρξη Αρχών και Συνείδησης που ως φαίνεται δεν διαθέτετε.

Εγώ πάντως δεν θα ξεχάσω τους δραματικούς λίβελους σας-άξιους δευτεροκλασσάτου ηθοποιού- και θα σας αναμένω όταν θα έχει παρέλθει η Εξουσία απ΄τα χέρια σας και θα φτάσει η ώρα της αληθινής λαϊκής αξιολόγησής σας.Σοφία Λαμπίκη