Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Νέα Ποιητική συλλογή από τον Ιωάννη Μυτιληναίο




Δείγματα γραφής
Aπό την ενότητα «’Άγιοι και Ποιητές»

Μια άλλη ζωή

Σήμερα η κόρη μου ζωγράφισε στο πρόσωπό μου

ένα χαμόγελο

Αν και ακόμα δεν καταλαβαίνει της υποσχέθηκα

πως στο εξής θα κοιτάζω μόνο

δε θα μιλώ



στο δρόμο συνάντησα έναν στρατηγό

χωρίς παράσημα δίχως καπέλο

υποκλίθηκε «Καλημέρα κύριε» μου είπε

και μου έσφιξε το χέρι δυνατά


στην πόρτα της εκκλησίας

o γερο-ψάλτης στεκόταν

τις καλοκαιρινές του φορώντας παντόφλες

«Ε παλικάρι, πάμε μέσα», μου φώναξε

«πάμε να ψάλλουμε μαζί»

και στο δημαρχείο που πήγα

με περίμεναν στην πόρτα

                   «περάστε κύριε ποιητή» μου είπαν

Μα πώς το ξέρουν

δεν έχω δημοσιεύσει κανένα ποίημα

          σκέφτηκα


Σήμερα σε μιαν άλλη ζωή νόμιζα πως ζούσα

όχι σε τούτη τη ζωή


Από την ενότητα «Ήχοι του Βυθού»

Ο σολομός της Άνοιξης
 
Μα πώς ενώ από τα γεννητούρια του

ανήκε στην τάξη της Άνοιξης

των βασιλικών σολομών

πώς αναρωτιούνται όλοι


Πώς από σολομός ανάδρομος

κατάντησε ανάποδος

γεννιέται μεγαλώνει φεύγει

μα ποτέ δεν επιστρέφει

στα γλυκά του τα νερά

Του ονόματος ανάξιος
των σολομών ο τελευταίος
σε νερά ξένα γεννά
σε νερά ξένα γερνά
-πίσω πάντως δε ξαναγυρνά-

Aπό τη φύση του μίλια μακριά
σε ξένο χώμα πηδά σπαρταρά
τα βασιλικά του τα σπλάχνα τσαλαπατά
μεσ’ στο χειμώνα σκάβει αδειάζει
σαν τρελός την καρδιά του πατά
τόπο μέσα για να κάνει     

Ποίηση Πυροβολάκη Αντώνη


Το ταγκό του αποχαιρετισμού


Ένας περίβολος μ' ευκαλύπτους
κι εμείς παιδιά στοιχειά του ήλιου
χαλούσαμε τις χελιδονοφωλιές
κι ύστερα του Θεού η παλίρροια αρμένιζε τα δάκρυα μας.
Αγέρηδες , του χάους σπαραγμοί
κι ένα ροδόνερο στο ποτιστήρι της φευγάτης άνοιξης
μύρωναν τους ίλιγγους αποκαθηλωμένων σιδηροτροχιών που τέλειωναν σ' ολάνθιστα ερέβη.

Η τρυφερή νυχτιά φυλάκιζε μια αθανασία στου καλοκαιριού το συρματόπλεκτο ιδρώτα,
μα εγώ αγάπησα το ψυχορράγημα της μαργαρίτας
τη θλίψη του χαμού μίας δροσοσταλιάς στο μένος του αρχιπελάγους.

Μ' ένα τρικάταρτο σάλπαρα για τ' αστέρια,
η καταχνιά της απουσίας σε κοιμητήρια δακτυλικά αποτυπώματα του μάταιου
εκπαραθυρωνόταν από τους ουρανοξύστες μιας ζωής χρυσής κερήθρας,
ενώ τα όνειρα στη πίστα της σελήνης χόρευαν το ταγκό του αποχαιρετισμού.

Ύστερα ήρθαν οι ρυτίδες να παλέψουν με την ομορφιά,
ύστερα ήρθαν γκρίζα σύννεφα μαράζια του αιθέρα
και οι μονές των τροπικών γέμισαν με κλάματα, προσευχητάρια των μουσώνων,
σφαγμένα ψιθυρίσματα του διηνεκούς,
που καταύγαζαν ροδώνες στις καρδιές
και άγγιζαν το άυλο σαν την οσμή της λήθης.

Η αγάπη δεν αργεί, τελειώνει σαν νεροποντή,
που υγραίνει χώματα και σώματα ατλάζια.

Η λύσσα των αναπνοών δαγκώνει τις φέτες των λευκών μαρμάρων
γδέρνει φιλιά από των άγνωστων τα χείλη,
είναι σαν την φαλτσέτα μίας λεύκας που ανατέμνει τους αόρατους αλήτες του Αιόλου,
είναι σαν μία χιονοστιβάδα προσφυγιά σε διάπυρες κολάσεις.

Η σκοτεινιά γλυκέ μου φίλε, η σκοτεινιά,
μία κουβέρτα που θα μας κοιμίσει στις αγκάλες του απείρου.


Ύστερα η πόρτα κλείνει και η σκόνη αρχινά τη ξέφρενη γιορτή της.

Ποίηση Ιωαννίδου Άννα

ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ

Ήρθε σαν ανεμοστρόβιλος
και σάρωσε το γέλιο μας.
Μια λέξη θηλεία στο λαιμό.
«Μνημόνιο».
Με αυτόν τον δούρειο ίππο
μπήκαν οι παγκόσμιοι «προστάτες»
στο κάδρο της ζωής μας.
Απαξιώθηκε το παρόν.
Υπό εξαφάνιση το μέλλον.
Και το «Μνημόνιο» έγινε πελώριο «μνήμα»,
έτοιμο να δεχτεί τις ακρωτηριασμένες ελπίδες μας.
Τόπος ταφής για τα σκοτωμένα όνειρα
ενός πρώην περήφανου λαού.


ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ
Η Έμπνευση απεβίωσε.
Επικολλήθηκε και το αγγελτήριο θανάτου !
Ετών : αγνώστου ηλικίας…
Σε «μόλυνε» , είπαν, ένας ιός , αληθινό σκουλήκι.
Κι ενώ έψαχνες σ’ ιστοσελίδες, κατέρρευσες.
Το πρωί βρήκαν το σώμα σου παγωμένο.
Στο πληκτρολόγιο.
Ζητούσες εργασία, ακόμη και «κακοπληρωμένη».
Περιπλανήθηκες στις αγγελίες.
Χάθηκες.

 Η τελετή της κηδείας λαμπρή.
 Συνέρευσαν επιφανείς λογοτέχνες… αλλά κι άγνωστοι.
Κι ο επικήδειος λόγος , κομψοτέχνημα.
Ο κόσμος της ποίησης έγινε «φτωχότερος» , είπαν.

Δύσκολη η εποχή για σένα, Έμπνευση.
Οι ποιητές έχουν δηλώσει αποχή από το έργο τους.
Βολεύτηκαν.
Κλείστηκαν στο κελί τους.
Άδειασε η ψυχή τους.
Κανένας δεν σε καλεί πια.
Σ’ εγκατέλειψαν
μες σε στοίβες από λευκές σελίδες και σπασμένα μολύβια.


Μα εγώ έχω πεισμώσει.
Αρνούμαι να σε θάψω.
Έλα κοντά μου αυτήν την νύχτα Έμπνευση
να γράψουμε μαζί έστω ένα στίχο,
μήπως αυτός ο πρώτος στίχος
σημάνει την Ανάστασή σου ...

Διήγημα από τη Γκάλαβου Εύη

" Φόνος εκ πρώτης.

Ο Ίαν σηκώθηκε από την καρέκλα του θυμωμένος. Τον προκάλεσε ο Τσακ! Αυτό που του είπε για την γυναίκα του ήταν ψέμα!
Και βέβαια ήξερε που βρισκόταν εκείνη την στιγμή η γυναίκα του, μόλις πριν δυο λεπτά την είχε καλέσει στο κινητό της και του διαβεβαίωσε πως ήταν σπίτι.

Ο Τσακ μόλις είδε τον Ιαν να σηκώνεται απ την θέση του με άγριες διαθέσεις σηκώθηκε και αυτός έτοιμος να αμυνθεί σε περίπτωση που ο Ιαν του επιτίθονταν.
Τα αίματα είχαν ανάψει, οι ματιές που αντάλλαζαν και η  στάση που είχαν τα σώματά τους προμήνυε φασαρία με τους δύο άντρες έτοιμους για μάχη.

- Εγώ ξέρω που είναι η γυναίκα μου... είπε ξανά ο Τσακ προκαλώντας ακόμα περισσότερο τον Ιαν και συνέχισε λέγοντας... νομίζεις θα σε φοβηθώ επειδή εισαι αστυνομικός;

Σηκώθηκε τότε από την θέση της και μπήκε ανάμεσα τους η Λίζα.

- Ίαν... είπε... κοίταξε με στα μάτια... Κοίταξε με στα μάτια! επανέλαβε προστακτικά.

Ο Ίαν την κοίταζε τώρα στα μάτια.

- Πες την φράση σου Ίαν... "Αυτά συμβαίνουν" πες την!
- Αυτά συμβαίνουν... είπε ο Ίαν χαμηλόφωνα χωρίς να την πιστεύει.
- Ξανά πες την! τον διέταξε η Λίζα.
- Αυτά συμβαίνουν! είπε με πυγμή τώρα ο Ίαν.
- Ωραία... είπε η Λίζα και επέστρεψε ξανά στη θέση της...και αμέσως ρώτησε... Τί αισθάνθηκε ο Ίαν;
- Θυμό.... απάντησαν όλοι.

Μέχρι να ηρεμήσουν και να επανέλθει η τάξη στην αίθουσα ο Ϊαν με μια κίνηση έβγαλε το περίστροφο από την θήκη, σημάδεψε τον Τσακ και τον πυροβόλησε.

Σηκώθηκαν με μια κίνηση όλοι όρθιοι και χειροκρότησαν. Επιτέλους ο Ίαν είχε καταφέρει να βγάλει τον θυμό του προς τα έξω, όπως πρόσταζε το σενάριο.

Ο Τσακ ζητώντας το χέρι του Ίαν για να τον βοηθήσει να σηκωθεί από το πάτωμα του είπε,
- Αυτό ακριβώς θέλω να βγάλεις στην σκηνή μεθαύριο. Μπράβο Ίαν!
- Σε ευχαριστώ σκηνοθέτα μου, είπε ο Ίαν και χαμογέλασε.."

Ποίηση Γκάλαβου Εύη

"Ακροβάτης ονείρων"
Χρόνια τώρα την ίδια δουλειά.
Ακροβάτης ονείρων -
έλεγε και γελούσε.
Τον συνάντησα τυχαία στην παραλία,
κρύφτηκα μέσα στο κοιμισμένο πλήθος.
 
 
Κανείς δεν τον κοίταζε,
δεκάδες μάτια χαμένα
αμίλητοι όλοι τους, πεθαμένοι 
έβλεπες ψυχές να ταξιδεύουν πιο ψηλά
και απ’ τον ακροβάτη των ονείρων.
 
 
Και μπροστά του, ολάκερη θάλασσα
γαλήνια και μπλε, ατάραχη απ’ τα όνειρα
στην κοιλιά της κοίμιζε δύο πλοία
χωρίς δύναμη, με άγκυρες ριγμένες.
 
 
Τότε ξύπνησε το πλήθος
σαν τον είδαν πάνω στο σκοινί
ν’ ακροβατεί και στα δυο του χέρια 
να κρατά τα κοιμισμένα πλοία.

ΕΝΘΥΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (1912 – 2012)

Τα «Λογοτεχνικά Επίκαιρα» συνεχίζουν το αφιέρωμα της ιστοσελίδας για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (1912 – 2012) με το περιοδικό ΞΕΚΙΝΗΜΑ (έτος 1944 – τχ.1).
Επίσης μπορείτε να ανακτήσετε την οκτασέλιδη εφημερίδα ΠΑΜΦΟΙΤΗΤΙΚΗ του έτους 1955 (αριθμ. φύλλου 2-3) από την δ/νση:
 Οι λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης και το έργο τους παρουσιάζονται μέσα από αναρτήσεις στην ιστοσελίδα http://logotexnika-epikaira.blogspot.com με αποστολή τευχών σε ψηφιακή μορφή  από λογοτεχνικά περιοδικά της πόλης. Από τις αρχές του έτους στάλθηκαν τεύχη από τα περιοδικά: Διαγώνιος, Μακεδονικές Ημέρες, Μακεδονικά Γράμματα, Κοχλίας, Μορφές [α΄ περιόδου].
Φωτογραφίες, χειρόγραφα ποιήματα, εξώφυλλα περιοδικών κλπ έχετε τη δυνατότητα να τα δείτε αναρτημένα κατά διαστήματα στην ιστοσελίδα.
Εδώ μπορείτε να δείτε το σύνολο των αναρτήσεων που έχουν παρουσιαστεί μέχρι στιγμής:
 Λογοτεχνικά Επίκαιρα