Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

Ποίηση.. Αλεξανδρή Γιώργου


ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ


Άγουρη κι ατί­θαση η νιό­φερτη άνοιξη,
γλι­στρούσε τη βια­σύνη της στην ακρο­πο­τα­μιά,
έρι­χνε τα μαλ­λιά της ξέπλεκα στ’ ανυ­πό­τα­χτα νερά
και το φεγ­γάρι νιο κι αδέ­σποτο να σκύ­βει και να βουτά,
μαντίλι κόκ­κινο στη νύχτα να βάφει και να κεντά.


Θρά­σευαν γύρω οι καη­μοί σε χολω­μένα νιάτα,
μάτω­ναν στή­θια οι στε­ναγ­μοί και κου­ρα­σμένα μάτια,
κρυφά να συναλ­λάσ­σε­ται η αρετή με την αμαρ­τία
και να ζυγιά­ζε­ται αδέ­κα­στη η ζωή,
μια στην επι­στροφή και μια στην προσδοκία.


Έσφι­ξαν τα χέρια τους και ψηλά­φι­σαν τη γη,
κύκλω­σαν ένα κομ­μάτι ανοι­χτό ουρανό
και με το σου­ραύλι της σιω­πής και το φλα­σκί του πόθου,
ξημέ­ρω­ναν τη ζωή ανα­τολή ‚πλημ­μύρα και σημάδι,
σαν τ’ όνειρο που ξέφευγε απ’ το βαθύ σκοτάδι.


Αφή­ναν στην άκρη τις καρ­διές κι οι λογι­σμοί στην κοίτη.


Γύμνω­ναν τα λόγια τους και με το φως τα ντύ­ναν,
να ’ναι οι μύθοι πιο ζεστοί και οι θεοί πιο ξένοι
στη σύναξη των αισθή­σεων ταπεινά να ομο­λο­γή­σουν
πως είναι αλή­θεια ο έρω­τας και λευ­τε­ριά ο χρόνος.


            

Η   ΛΕΜΟΝΙΑ


Λιμπίστηκα μια λεμονιά,
με άσπρα λουλούδια νυφικό
και δίφορα λεμόνια.
Της έπιασα και τίναξα
τη λυγερή της μέση,
την αψηλή κορφάδα.
Γέμισαν άνθια οι αυλές,
με φύλλα τα μπαλκόνια
και τα σοκάκια τα στενά
με νιους ξεπεταρούδια.
Πήραν το χρώμα οι γειτονιές
και τα παιδιά το μόσχο
κι εγώ την ομορφάδα της,
και τη γλυκιά της χάρη.
Την είδα νύφη ,μάγισσα,
στο φέγγισμα τ’ Αποσπερίτη,
νεράιδα στο σεληνόφωτο
 και ξωτικό της νύχτας.
Την πρόσμενα κόρη της αυγής
στο λάμπρισμα τ’ Αυγερινού,
λιογέννητη μικρή θεά
στης κόκκινης ανατολής το θάμα.
Ήλιος καλός ταξιδευτής,
ζηλωτής της γης και οδοιπόρος,
του ουρανού αρμενιστής
και στ’ απέραντο το γαλανό βαρκάρης,
στα κλώνια της τα λιανόβεργα  
κρέμασε το φως του ξόμπλι ,
στον ίσκιο της ,περπατησιά
λίκνισε το αρμένισμά του 
και μένα μου  ’γνεψε με αντηλιά
να τεντωθώ να φτάσω,
ψηλά τους αθώρητους ανθούς,
τα ώριμα, τα δίφορα λεμόνια.


                                    23-3-2019



Δεν υπάρχουν σχόλια: