Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΚΑΝΕΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΚΑΝΕΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Ιουνίου 2024

ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΗ ΦΩΝΗ, ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΓΚΑΝΕΛΗ ΓΙΩΡΓΟ

Νέο βιβλίο από τον ξεχωριστό και αγαπημένο ποιητή Γκανέλη Γιώργο. Ιδιαίτερη φωνή, με ποιητική ευαισθησία, μελαγχολία, λυρισμό, απίστευτη εικονοποιία και φυσικά ποικίλα και πολλαπλά μηνύματα για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα σημείων και καιρών. Καλοτάξιδο!

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ Χ
Ακόμη και τις Κυριακές εργάζομαι
καλουπώνω αμετανόητους στίχους
με γυμνά χέρια τους δολοφονώ
μετά περιεργάζομαι το κορμί σου
το βουτάω στη λίμνη του λυρισμού
είμαι πρόθυμος να γίνω βάτραχος
και να αμαρτήσω ως το κόκαλο
Ο χρόνος παράγει ηχορύπανση
και τα περιθώρια λάθους αμελητέα
Φορούσες μια ακατάσχετη άρνηση
μετά έφυγα από το υπνοδωμάτιο
εσύ βρέθηκες στη μέση του τσίρκου
με τα λιοντάρια στο υποσυνείδητο
και τη σκλήρυνση στη διαπασών
Ο άγνωστος χ έπαθε κλονισμό
στις εξισώσεις πάντα μπερδεύομαι
ΝΑΡΚΩΣΗ
Λοιπόν, υπάρχουν και δύσκολες δουλειές
όπως να διεισδύσεις μέσα στον καθρέφτη
να προβάλλεις τη ζωή σου σε επανάληψη
την ώρα που ήσυχα – ήσυχα αυτοκτονείς
Φέτος τα δέντρα κατάντησαν καχεκτικά
οι ρίζες τους εξαπλώθηκαν μέχρι τη θλίψη
εγώ έτρεχα να σωθώ από την καταβύθιση
επιστρέφοντας στον τόπο του εγκλήματος
Στη μέση της φωτιάς γλιστρούσαν έλκηθρα
άνοιξα το δωμάτιο κι αντίκρισα την άνοιξη
που αιμορραγούσε μέσα στο μισοσκόταδο
απέθεσα στο κομοδίνο τα γυαλιά μυωπίας
Ευτυχώς που πιάσαμε σοβαρή συζήτηση
προτού μας ναρκώσει ο αναισθησιολόγος
ΤΙΤΛΟΣ ΥΠΟ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ
Κρατώντας για ενθύμιο το τίποτα
και μια εκδορά στον νωτιαίο μυελό
βάζω μπουρλότο στα παγόβουνα
κι ακόμη δεν γνωριστήκαμε καλά
Προσωπικά αδιαφορώ για τις λέξεις
κι ας τις πενθώ με μεγαλοπρέπεια
είναι μείζον το πρόβλημα της σιωπής
Μετά φαντασιώνομαι ποδηλάτες
και την Ποίηση να κλείνει τον δρόμο
ανυπεράσπιστες ρόδες στην άσφαλτο
που τερματίζουν σε λευκές σελίδες
(πάντα δυσκολευόμουν στον επίλογο)
Ψάχνοντας για τίτλο – εδώ γελάμε
να υποθέσω ότι πωλείται μισοτιμής
αρκεί βέβαια να βάλεις εσύ τα καρφιά
''Χειρόγραφη φωνή'' (2023)




Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

Ποίηση Γκανέλη Γιώργου




Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΤΕΙΧΟΥΣ
9 Νοεμβρίου 1989
Ανάμεσα στη γη και σε μένα
παρεμβάλλεται ένας κρατήρας
ο Θεός απλώς τον παρατηρεί
παίρνουν φωτιά οι προβλέψεις:
Θα επιβιώσουν οι άγγελοι
απ’ τη χρήση των χημικών;
Ποιος είπε πως η επανάσταση
θα σταυρώσει τα χέρια της;
Εν συντομία, τι κόσμο θέλουμε;
Εγώ βέβαια δεν είμαι σίγουρος
ακόμη και για την ηλικία μου
πόσο μάλλον για την ανατροπή
τα ίδια λέγαμε σε άλλη γλώσσα
τα τείχη δεν γκρεμίζονται άλλο
να ξεκουραστούν τα τσιμέντα
κι οι ποιητές να γίνουν στάχτη
απ’ την αποτέφρωση των λαών.
(από το υπό έκδοση βιβλίο του Γκανέλη Γιώργου 
περισσότερα για τον ποιητή στην ενότητα σύγχρονοι ποιητές)

Κυριακή 29 Απριλίου 2018

2 ποιήματα του Γκανέλη Γιώργου

William Helburn

ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΑΣΜΑ

Ύπνος κουρασμένων υπαλλήλων


Το ξύπνημα σκληρό σαν πέτρα


Ρίχνουν λίγο νερό στο πρόσωπο


Ξεκινάνε για το ανεκπλήρωτο


Στον δρόμο μια καλημέρα οχιάς


Στη δουλειά δίπλα στο παράθυρο


Κοιτούν το βάθος του ορίζοντα


Παραγγέλνουν καφέ με βότσαλα


Ρουφάν τη θάλασσα με καλαμάκι


Στρίβουν τσιγάρα παραισθήσεων


Το μέλλον συνωμοτεί με το παρόν


Ανεβάζουν τη θλίψη στο γραφείο


Τη σκορπίζουν στο πληκτρολόγιο


Γεμάτη μαύρα στίγματα η οθόνη


Στοίβες χαρτιών, βαθιές ρυτίδες.





Βράδυ κουρασμένων υπαλλήλων


Ανοιξιάτικα όνειρα εκ παραδρομής


Περνούν ασυνόδευτα απ’ το κρεβάτι


Πηγαίνουν στη σάλα και ξεψυχάνε.


ΧΩΡΙΣ ΕΜΑΣ

 Και χωρίς εμάς, τίποτα δε θ’ αλλάξει:

 Οι ερωτευμένοι σε δίχτυ ανασφάλειας

Τα γήπεδα εκτροφεία εγκλωβισμένων

Οι καλόγεροι ελπιδοφόροι αιωνιότητας

Τα αμπέλια προάγγελοι καλού κρασιού

Οι δρόμοι με αναθυμιάσεις βενζίνης

Τα πλοία σε εναγκαλισμό με τον βυθό

Η αλήθεια στην εντατική για αιώνες

Ο τζίτζικας συνέταιρος του καλοκαιριού

Τα δέντρα στην ευχέρεια των ανέμων

Η μοναξιά πάντα τυφλή κι ασυνόδευτη

Ο πόνος χωρίς πολλές διακυμάνσεις

Τα νομίσματα σε διαρκή υποτίμηση

Η Σαντορίνη πάνω στον ίδιο γκρεμό

Το ψεύδος στα δόντια των ισχυρών

Η ελευθερία σε καταστολή διαρκείας

Η θλίψη γυμνή με ξενυχτισμένα μάτια

Ο Αύγουστος σε βαλίτσα διακοπών

Η Ποίηση ανεπίδεκτη κάθε ορισμού

Τα ρολόγια με αργούς λεπτοδείχτες

Οι ζωγράφοι έρμαια των χρωμάτων

Τα αγάλματα παράφραση του σκότους

Η Τροία μια παλιά πονεμένη ιστορία

Η γη με αδιάσπαστο κέλυφος σιωπής

Τα κυπαρίσσια συνομήλικα των αιώνων

Το φεγγάρι του Άδη σε φέτες κομμένο

Ο Θεός μια άλλη ανάγνωση του φόβου

Η εφηβεία με περίσσευμα αμφισβήτησης

Ο θάνατος επαναληπτικός κι αδιάκριτος.

 Κι αλίμονο, μονάχα εμείς αλλάζουμε.

 Γκανέλης Γιώργος  
από την τελευταία του ποιητική συλλογή Υπό  το μηδέν  Εκδόσεις Στοχαστής

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Ποίηση Γκανέλη Γιώργου

                         
  ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟ               

Μεγάλα λόγια σαν σπάσιμο γυαλιού ξεθύμαναν στις πλατείες
Κατάφωρη παραβίαση των κανόνων δόμησης του ήλιου
Πλεκτάνη η αγάπη σου με θραύσματα χιονιού
Ανέκοψε τη σταθερή πορεία μου προς τον ουρανό.
Η νύχτα πια έχει το σχήμα του χταποδιού
Που εκτοξεύει μελάνι και βιτριόλι στα μάτια.

Ακούμπησα σε μια σκιά, παρά πόδα κρατώντας τη θλίψη
Αγκάλιασα το θάνατο καθώς επέστρεφε απ’ τη συναγωγή
Το όπλο εκπυρσοκρότησε και μοναξιές γέμισε το δωμάτιο
Δεν ήταν όλες δικές μου – κι η άνοιξη είχε συμμετοχή.

Αράδιασα στο τραπέζι απαρχαιωμένες μνήμες
Έκανα τόπο να περάσει το άρμα της τύψης
Υποχρέωσα το παρελθόν να οριοθετήσει το άπειρο
Που κρύβεσαι τους χειμωνιάτικους μήνες.

Έξω απ’ το παράθυρο το μέλλον έπαιζε φυσαρμόνικα
Μετρώντας από τώρα τους δικούς του νεκρούς.
                                                   


               ΘΝΗΤΟΣ

Κι αν ακόμη μιλώ σε τυφλούς
Δεν ακούω πια τα χρώματα
Αγγίζω τη σκληρότητα του ανέμου
Γεύομαι μπαγιάτικες μυρωδιές
Κι αναπνέω μόνο πικρές σκέψεις.

Παρά ταύτα
Έχω δικαίωμα να πεθάνω ελεύθερος
Μη μου στερήσετε αυτή την τιμή
Θέλω ν’ αφήσω διαθήκη ένα χαμόγελο
Κι ένα σκύλο ν’ ακολουθεί την κηδεία μου
Μια κρύα μέρα με πολλά σύννεφα.

Αν θεωρήσετε ότι δε σας έβλαψα
Δώστε μου μια δεύτερη ζωή
Εγώ πάντα ο ίδιος θα είμαι
Την οροφή του κόσμου
Θα συντρίβω μεσάνυχτα
Και μετά θα πηγαίνω για ύπνο
Κάνοντας τον ανήξερο
Και ρίχνοντας το φταίξιμο
Στα τραύματα της παιδικής ηλικίας.

Άλλωστε
Πολλές γυναίκες με ακολούθησαν
Λίγες με αγάπησαν
Και μόνο μία
Πρόφερε σωστά τ’ όνομά μου.

Καλές οι κραιπάλες
Καλύτερες οι μοναξιές
Μα τίποτα δε θα με σώσει
Απ’ τα δόντια του χρόνου.
Μαζί θα κοιμόμαστε
Μαζί θα ξενυχτάμε
Αλλά στο τέλος
Αυτός θα κλείσει πρώτος το φως.

Πρέπει να φύγω τώρα
Να προλάβω να σώσω τη θάλασσα απ’ τη φωτιά
Γιατί δε  θα υπάρχει πια καιρός να μετανοήσω
Αφού στις δώδεκα θα ξαναγίνω θνητός.


   ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ

Λίγοι άνθρωποι με πίστεψαν:
Ο μεθυσμένος παλαιοπώλης
Ο σταθμάρχης των τρένων
Και μια ξυπόλητη γυναίκα.
Ο πρώτος γιατί του αγόρασα
Όλες τις διεγερμένες μνήμες
Ο δεύτερος επειδή με είδε
Να ξαπλώνω πάνω στις ράγες
Και η γυναίκα διότι λέει
Κατασκευάζω θλιβερές εικόνες
Πάνω στη γυμνή άσφαλτο.

Εγώ όμως δεν τους πιστεύω
Το μόνο που ακόμα καταφέρνω
Είναι να ξυπνώ τα μεσάνυχτα
Και να καρφώνω στο χαρτί
Τα δυο μου χέρια.

  
Από τη νέα ποιητική συλλογή "Εκτός εαυτού", εκδόσεις Στοχαστής


Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Ποίηση Γκανέλη Γιώργου

                    
ΟΙ ΕΝΟΧΕΣ

Τώρα που νυχτώνει νωρίς
οι ενοχές κυκλοφορούν ελεύθερες από τις πέντε.
Στα πάρκα η μελαγχολία αγγίζει τον ουρανό
νοτισμένο χώμα κυριεύει την όσφρηση
φωνές παιδιών ξεψυχάνε στην απέναντι γειτονιά.
Ο κόσμος ένα ραγισμένο γυαλί
που σπάει μόλις το κοιτάξεις
έρωτες αβασάνιστοι, έρωτες σφραγισμένοι.
Χέρια απλώνονται μέσα στην ερημιά της πόλης
ν’ αγκαλιάσουν το λαβωμένο παρόν
χείλη ματωμένα συλλαβίζουν τη σιωπή.

Μια χώρα μέσα στην αβελτηρία
δεν έχει καταλάβει τον προορισμό της
κουνάει το μαντήλι του αποχαιρετισμού
στ’ αεροδρόμια και στα λιμάνια
ξεπροβοδίζει τα παιδιά της στα βαγόνια της ξενιτιάς
μασάει αιώνες το παραμύθι της εξέλιξης
κι ύστερα αυτοκτονεί σ’ ένα άθλιο υπόγειο
χαράματα με παγωνιά, αφήνοντας τη λάμπα ανοιχτή.
Απ’ έξω ακούγεται το αλύχτισμα των σκυλιών
κι η μηχανή του πρώτου λεωφορείου.

Τώρα που ξημερώνει αργά
οι ενοχές κυκλοφορούν σκοτωμένες από τις πέντε.



ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ  

Έντρομοι κοιτάζουμε τον αιώνα
με γάζες κι επιδέσμους
να μεταφέρεται στο ασθενοφόρο
απ’ το πεδίο των μαχών.
Αεροπλάνα πετάνε ψηλά
ριπές πολυβόλων ακούγονται
καπνοί και κρότοι.

Έντρομοι κοιτάζουμε τον αιώνα
ν’ ακροβατεί σε σκοινί ισορροπίας
στρατιώτες ν’ ανεμίζουν τα σπαθιά τους
σκισμένες σημαίες στα μπαλκόνια
γερόντισσες στην πλατεία του χωριού
φορώντας φίμωτρα.

Κι εσύ, ουδέτερος παρατηρητής
να δικάζεις τους υπαίτιους
αθωώνοντας τον εαυτό σου.
              

 Από τη νέα ποιητική του συλλογή "Χρεωκοπία ιδεών"

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Ποίηση Γκανέλη Γιώργου

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Υποδεχτήκαμε το απροσδόκητο σιωπητήριο του φιλιού
με αϋπνία και τσακισμένα φτερά· μετά η καταιγίδα
φυτά που προδικάζουν μια καχεκτική ανάπτυξη
κρύο το δάπεδο, φωτιά η τελευταία απουσία σου
κι ένας επαρχιώτης στο πρακτορείο του ψύχους
κι οι λαοί βουλιάζουν μέσα στην τρύπια ειρήνη,
φήμες και σημάδια σεισμών, μάτια χωρίς τη θέα σου.
Πάλι μας πρόδωσες χωρίς να φταις· κανείς δε φταίει
κανείς δε ριζώνει σε μιαν ανεξάντλητη ευτυχία
κι εγώ μια ολόκληρη υπόσχεση για το σώμα σου.

Ένα χελιδόνι χτίζει τη φωλιά του στο σύμπαν
κοιτάζοντας την επιστροφή σου, το νερό έχει δροσιά
όταν ξεπλένει τύψεις· «σε θέλω» μου είπες
κι ύστερα δάκρυσες, σωριάζοντας τις συγγνώμες σου
στα παράθυρα τ' ουρανού, μέσα στα αστέρια.
Μικροί είμαστε· σε θέλω κι εγώ, ίσως απόψε
ίσως για πάντα, μη με γυρίζεις στα χθεσινά λάθη
ακούμπα σ' αυτό το σώμα που υπόσχεται…

Γιώργος Γκανέλης, '' Ο σκοπευτής της μνήμης ''

εκδ. Στοχαστής, 2013


 ΑΘΩΟΙ

Αρχίσαμε νωρίς το παιχνίδι που τελειώνει αργά
δώσαμε την ευχή στους ζωντανούς, κλείσαμε το παράθυρο
και μετά αντικρίσαμε τις μορφές
πάνω στο ταβάνι, δίπλα στον τοίχο, παντού.

Το νερό πια είναι πικρό και αλμυρό
σαν τους σκυφτούς εργάτες των ναυπηγείων
που δουλεύουν μέσα στα σίδερα του χειμώνα
και το αγιάζι γίνεται αίμα τους
κι οι καπετάνιοι περιμένουν σινιάλο
για να σηκώσουν άγκυρα, για να σηκώσουν τη ζωή μας
λίγο πιο ψηλά, μεταξύ ουρανού και θάλασσας
ενώ στη στεριά τα ίδια και τα ίδια ανέκδοτα χωρίς γέλιο
μια βουβή κατάληξη κάθε φθόγγος, κάθε ήχος
κι εσύ να χαίρεσαι τη λύπη σου σαν κι εμάς
που έχουμε αντλήσει τα χρώματα απ' τις πληγές·
προχωράμε με βήματα άχαρα και κίτρινα
μια αρρώστια εγκυμονεί στα όνειρά μας
ανήλικα σώματα κοριτσιών προσφέρουν τη γύμνια τους
κι ενώ πλησιάζει η Πρωτοχρονιά χωρίς υποσχέσεις
μονάχα ύμνοι και ψαλμωδίες από το ράδιο
ηχούν στ' αυτιά μας σαν μια χαμένη πατρίδα
χωρίς πόλεμο, χωρίς μάχη.

Κύριε των συναισθημάτων και της ευαισθησίας
δώσε πνοή στις μελαγχολικές μας Κυριακές
δος ημίν μια καθαρή μέρα, μια έναστρη νύχτα
σκέπασε με μανδύες τις ωραιοπαθείς καλλονές
που ενοχλούν τα μάτια μας – είμαστε αθώοι.

Γιώργος Γκανέλης ''Ο σκοπευτής της μνήμης''

εκδ. Στοχαστής, 2013

                  ΤΟ ΒΑΘΟΣ

Είδα πολλούς ανθρώπους απ' το βάθος τους.
Όπως είναι πραγματικά
φανερώνονται μόνο όταν απελπίζονται.
Τότε επιδίδονται σε μοναχικούς περιπάτους
μπροστά από αστραφτερές βιτρίνες
που σε καλούν να τις επισκεφτείς από κοντά.
Μετά πηγαίνεις σπίτι
κι ακουμπάς τα νεύρα σου στο τραπέζι.
Τα πλένεις, τα σκουπίζεις και τα ξαναφοράς
σαν να ήταν ρούχα που ποτέ δεν παλιώνουν
ενώ εσύ παλιώνεις
κάθε φορά που ζητάς εξηγήσεις από τiς βιτρίνες.

Πολλών ειδών άνθρωποι γυρεύουν συντροφιά.
Μην απατάσαι όταν τους βλέπεις να γελούν:
στην ουσία εξοντώνονται
από τις συνεχείς μυϊκές συσπάσεις
στο βάθος του πυρήνα τους.
Απομένει να δείχνεις κατανόηση...

Γιώργος Γκανέλης '' Ανάπηροι δρομείς ''

εκδ. Στοχαστής, 2012

O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανάπηροι δρομείς» το 2012 και «Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013, όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.