Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019

Η ποίηση, σε δύσμοιρους καιρούς. Κείμενο του Δ. Δημητριάδη


Η ποίηση, σε δύσμοιρους καιρούς



Κατά καιρούς δυο αιώνια ερωτήματα επανέρχονται επίμονα. Χρειάζονται, άραγε, οι ποιητές; Έχει θέση η ποίηση στη ζωή των ανθρώπων; Σε δύσκολες και δύσμοιρες εποχές, όπως αυτή που διανύουμε, προβάλλει η ερωτηματικότητα πιο επιτακτικά. Συνήθως είναι η άποψη ότι η ποίηση χρησιμεύει για να ευφρανθούν οι αισθήσεις μέσω της αισθητικής των λέξεων και του εσωτερικού ρυθμού που διαθέτει ένα ποίημα. Οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις και οι συμβολισμοί ενός ποιήματος, δημιουργούν εικόνες στους αναγνώστες που ευχαριστούν την αισθητική πλευρά του ανθρώπου. Αν ισχύουν τα παραπάνω και η ποίηση είναι μόνο αυτό, τότε εν πολλοίς είναι μια συνηθισμένη πολυτέλεια στην καθημερινή ζωή, καθώς στο προσκήνιο βρίσκεται η συνεχής πάλη και αγωνία του σημερινού ανθρώπου. Αυτός είναι ένας λόγος που δε διαβάζει ποίηση η πλειοψηφία του κόσμου.

Υπάρχει, όμως, κι ένας λόγος που ανάγεται στην ύπαρξη. Ενώ ενστικτωδώς αναγνωρίζεται ότι η ποίηση αγγίζει κάτι το υψηλό, ταυτόχρονα υπάρχει ένας φόβος προσέγγισής της. Αυτό που ψυχικά έλκει, αλλά και φοβίζει ταυτόχρονα ονομάζεται δέος. Τι είναι αυτό που φοβίζει, άραγε; Στην πραγματικότητα είναι η αναμέτρηση με τον εαυτό. Συνεπώς, η ποίηση είναι κάτι περισσότερο από απλή αισθητική. Ο ποιητής, όταν συλλαμβάνει το περιεχόμενο ενός ποιήματος, πέρα από το τεχνικό και αισθητικό μέρος του πράγματος, βιώνει μια άλλη διάσταση του πραγματικού, ένα γεγονός το οποίο το εξωτερικεύει με λέξεις. Αυτό το γεγονός βιώνεται στο χωροχρόνο της φαντασίας, σε μια άλλη πραγματικότητα. Ο εσωτερικός αυτός χώρος είναι ο φαντασιακός, εκεί όπου συναντιέται η νόηση με τα συναισθήματα. Η νόηση συναισθάνεται και τα συναισθήματα νοούν πάνω στις μορφές.

Αυτές οι μορφές, αποκαθαρμένες από τη διαστρεβλωμένη εξωτερική πραγματικότητα, αληθεύουν και οδηγούν τον ποιητή στην αρχετυπική καταγωγική φύση του ανθρώπου. Στο βαθμό που συμβαίνει κάτι τέτοιο, ο ποιητής φτάνει στην απέραντη ομορφιά της φύσης. Επομένως, εκεί βρίσκεται το Καλό. Στην ουσία ο ποιητής βρίσκεται σε μια διαρκή αναμέτρηση αυθυπέρβασης με τον εαυτό του. Σκοπός του είναι να περάσει την πύλη που θα τον οδηγήσει στην ομορφιά της φύσης του. Η ομορφιά αυτή δεν περιγράφεται με ηθικολογικούς όρους, αλλά με οντολογικό περιεχόμενο.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, συμπεραίνεται ότι ποιητές μπορούν εν δυνάμει να είναι ανεξαιρέτως όλοι οι άνθρωποι. Οι εξωτερικές πράξεις των ανθρώπων καθορίζονται μέσα από την εσωτερική λειτουργία. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να συμβεί αλλαγή στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, αν δε συμβεί η υπαρξιακή επαναστατική διάβαση του εαυτού στη φύση του. Υπό αυτή την έννοια, η ποίηση έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τον κόσμο. Ο άνθρωπος θέλει;
           Δημητριάδης  Δημήτρης

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

Δημήτρης Α. Δημητριάδης
  Κεφάλι παιδιού

Παπανικολάου Σπύρος 

Μικρή σπονδή

Ας πιούμε λοιπόν
στη μνήμη των παιδιών με το σκισμένο βλέμμα

στην υγειά των ποντοπόρων
των μεγάλων θαλασσών
και των τυφλών οριζόντων
ξιφουλκώντας στη μέση του πλεούμενου

σπονδή μικρή
για τους φωταγωγούς του έρωτα
που έλιωσαν
προσπαθώντας με χίλιους οφθαλμούς
και χίλια σκιρτήματα
να μας συνάξουν στην πόλη των ονομάτων
και των ζώντων
κοσμίζοντας τον ψίθυρο
το ουρλιαχτό
και τη μέθη

γι’ αυτούς δηλαδή
που χάθηκαν στα όνειρα των άλλων
του άλλου
του όντος άλλου
καλπάζοντας μέσα σε λέξεις

και φύλαξαν θερμοπύλες
γνωρίζοντας την προδοσία του Εφιάλτη.

 Άλλο πράγμα
 Άλλο πράγμα η ποίηση φίλε
έτσι που σου αφήνεται
έτσι που σε σέρνει

όπως απλώνεται στους νοτισμένους κάβους
φορτωμένη ναυάγια αργοναυτών
ή φεγγίζει σε δωμάτια θεόκλειστα
για κάποιους που μόνιμα λείπουν

άλλο πράγμα σου λέω
έτσι που ταξιδεύει στον πάτο του φωταγωγού
ή πάνω στα διερχόμενα νέφη

και πάει
και πάει.


Ένα φεγγάρι μικρό
περιπολεί στον ύπνο μου.
 Φτάνει να δεις μια χαραμάδα
μια χαρακιά στην ομίχλη
τη σπίθα στη χόβολη.

Θυμάσαι
όταν κολλούσαμε τα μάτια στο τζάμι
μες στο λευκό Γενάρη
και χιόνιζε ο νους;

Εκείνο το ρίγος
ποτάμι που κυλούσε αφανέρωτο
καθώς μπαίναμε σ’ άλλους ουρανούς
περνούσαμε σε θάλασσες άλλες
ψιθυρίζοντας τρυφερά
ανοίγοντας την αγκαλιά μας στα φιλιά των ονείρων;

Θυμάσαι το κρακ από μέσα;

Τίποτα δεν τέλειωσε Λυδία
κι ας γέρνουμε
όσο γέρνει η λιανισμένη ψυχή μας
στο ξεριζωμένο χορτάρι

κι ας βαδίζουμε
κυκλωμένα αγρίμια
επί ποδός θανάτου.

Τίποτα δεν τέλειωσε
δεν μπορεί να τελειώσει

ένα μικρό παράξενο σύννεφο
στροβιλίζει στην άπνοια
κρατώντας ζωντανή τη βροχή

ένα φεγγάρι μικρό
μικρό φεγγαράκι
περιπολεί στον ύπνο μας
μην αφήνοντας τη φλόγα να σβήσει.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Ποίηση Δημήτρη Α. Δημητριάδη

    Αποτέλεσμα εικόνας για πίνακες ζωγραφικής ΠΙΚΑΣΟ
 Την αυγή

Χορεύεις τις νύχτες
χορεύεις
χορεύεις μέσα μου

και την αυγή πιο σκοτεινός ο ουρανός
το αίμα μου πιο μαύρο.


Η βροχή
τα λόγια και τα ποιήματα

Βρέχει

κι όλο σβήνουν τα λόγια
οι έρωτές σου
οι στίχοι
τα ποιήματα

 Από τη γέννηση ως το θάνατο

Όμως εγώ επιμένω να σε σκέφτομαι
με τη δύναμη που λυγίζει ο καιρός τη σιωπή
χωρίς λογική
χωρίς φρόνηση.

Ένας δράκος μου κλέβει το φως
μου κλέβει τους χάρτες
όλα σπάνε με κρότο και φεύγουν
στροβιλίζομαι
λιγοστεύω

κι εσύ μονάχα είσαι η σταγόνα του κόσμου
η διψά μου
από τη γέννηση ως το θάνατο.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Ποίηση Δημητριάδη Δημήτρη

Ο ποιητής πάντοτε

Έτσι περνώ τις μέρες μου
εν μέσω σκοτεινών τεφρών καιρών
χάρτινων πύργων
και στίχων ερυθρών
ανασκάπτοντας
συλώντας
φέρνοντας στο ημίφως το ρίγος των ανθρώπων
και το μαράζι της πέτρας
μισός στον πάνω και μισός στον κάτω κόσμο
χωρίς εφόδια και γλώσσα καθομιλουμένη
μονήρης και πλάνης
θήραμα του Θεού
και των ανθρώπων.


Έρχονται χρόνια κατακόκκινα

Δεν είναι μέρες για όνειρα
κουράζουν πια
τινάξτε τα παλιά σκεπάσματα
ανοίξτε τις μπουκαπόρτες
πάμε γι’ αλλού
κι ας λένε ό,τι θέλουν οι μάστορες φαυλοδιδάσκαλοι
εμείς εκεί
αυτός ο αέρας είναι δικός μας ακόμη
πάμε μαζί του
ψηλά
πιο ψηλά κι απ’ το φόβο
πιο ψηλά κι απ’ το θάνατο

έρχονται χρόνια βαριά
έρχονται χρόνια κατακόκκινα.


Χορεύοντας με το σιωπηλό μας δάκρυ

Αργά τη νύχτα
βγαίνουν απ’ το κύμα
όλα τα πρόσωπα που αγαπήσαμε
περπατούν με βήματα αλλοτινών πουλιών
μας ακολουθούν μαζί με το ματωμένο φεγγάρι
φύλλα μασούν της μοναξιάς
και τραγουδάνε.

Στέλνουν φιλιά
χαιρετισμούς
φωτιά παίρνουν όσα ρωτάνε
τριγμούς αφουγκράζονται
σκιρτήματα βαθιά
χορεύουν με το σιωπηλό μας δάκρυ
και χάνονται

αφήνοντάς μας γυμνούς

μες στα σκοτάδια μας πνιγμένους.

Ο Δημήτρης Α. Δημητριάδης γεννήθηκε το 1955 στο Τέμενος Παρανεστίου Δράμας και ζει στη Θεσσαλονίκη. Πρωτοδημοσίευσε κείμενά του στα περιοδικά «Επίκαιρα» και «Ταχυδρόμος» της Αθήνας και συνέχισε να γράφει σε διάφορα έντυπα: «Ομπρέλα», «γιατί», «Ελίτροχος», «Εμβόλιμον», «Ανιχνεύσεις».
Συνεργάζεται με τις περιοδικές εκδόσεις λογοτεχνίας και τέχνης «Κοράλι», «Μανδραγόρας», «Άνευ», «Σίσυφος» κ.α. και με τις επιθεωρήσεις πολιτικής και πολιτιστικής παρέμβασης «Ενεργοί Πολίτες» και «Κοινωνική Επιθεώρηση». Διατηρεί τη μόνιμη στήλη «Στην απέναντι όχθη» της εφημερίδας «Ενημέρωση», με θέματα κοινωνικού ενδιαφέροντος και συμμετέχει σε διάφορες ηλεκτρονικές σελίδες.
Άρθρα και μελέτες του μεταδίδονται από ραδιοφωνικές εκπομπές, ποιήματά του μελοποιήθηκαν και μεταφράστηκαν στα Γαλλικά, Ιταλικά και Πολωνικά κι έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες ανθολογίες και συλλογικές εκδόσεις. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:
 Χωρίς σύνορα
Τα ηχεία του κίνητρου και της υποταγής
Απέναντι
Τα μπλουζ είναι κόκκινα
Café Republic