Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

Ποίηση Αλεξανδρή Γιώργου



Πορφύρωμα ζωής


Κι όσο τα χρόνια πλήθαιναν
με μιαν ανελέητη ευκολία και σειρά
και στένευαν οι αλλότριες κι ασύμμετρες εποχές
σε μια άκληρη, απρόσωπη εφημερία
κι έναν ανώριμο και μακάριο εφησυχασμό,
λιγόστευαν τα όνειρα και οι προσδοκίες,
μίκραιναν οι ελπίδες και οι αναμονές
κι οι μέρες ασύνταχτες και δίχως τελειωμό,
δυσοίωνες γλιστρούσαν στη δυσθυμία και την ενοχή.


Κι όσο οι νύχτες αιμορραγούσαν
κενά ψυχής και απουσίες οραμάτων
σε κρυφούς καημούς κι επώδυνες ομολογίες,
αν και η φαντασία σμίλευε σεμνές συνωμοσίες,
αφουγκρασμούς ουράνιους κι επίγειες ανταμώσεις,
απαντοχές ευδόκιμες κι αρμένισμα ευτυχίας,
πέζευε η ζωή χλωμή στου νου τα σταυροδρόμια,
αβάσταχτη συνήθεια σε δόγματα και ρήσεις,
ανάγνωση ρηχή χωρίς προγνώσεις κι αποδράσεις.


Κι όταν η σύνεση ψηλάφησε
την ομορφιά της αρετής και την τελείωση του ήθους
στην αναστάτωση της ψυχής και την πυρπόληση της μνήμης,
στο στέγασμα της μοναξιάς και της  τελετουργικής σιωπής,
συστοίχισε τα καθημερινά με στοχασμό και βλέψεις
στον έρωτα και το σεβασμό μ’ αισθήματα αμοιβαία,
συμμάζεψε τα χθεσινά, τα υψιπετή και σκόρπια
απ’ τ’ άγια σεληνόφωτα και τις αστροφεγγιές τις πλέριες
για το κοινό  κι ανέφελο πορφύρωμα της ζωής.
                           

Στην  Απάνω Γειτονιά



Είναι ο χώρος της πεζής καθημερινότητας
για των  εμπόρων την πραμάτεια και τις μικροσυναλλαγές,
τις προσκλητήριες φωνές προσφορών  και δελεασμού,
για τις εμπειρικές σοφιστείες της αργόσχολης ηλικίας,
τις τυχαίες συναντήσεις και επιτηδευμένες παρορμήσεις,
για της ζωής το κάλεσμα και τ’ ανάγνωσμα της μέρας.
Εκεί στην πολύβουη Απάνω Γειτονιά,
έτσι όπως τη στεριώνουν γείτονες και περαστικοί.

Είναι το σημείο αναφοράς και προσδιορισμού
για το ιστόρημα της πόλης και τις πολύμορφες γραφές,
το σύχνασμα των επισκεπτών κι η πρόκληση της γνώσης,
για το προσπόρισμα της επώνυμης αναγνώρισης και αξίας,
για τ’ άσυλο των αρχόντων και ταγών στο στέρεμα της φήμης,
για την αναδρομή στην απλωσιά  και τη μαρμαρυγή της μνήμης.
Εκεί στην αρχαία Απάνω Γειτονιά,
έτσι που γνωμοδοτικά περιστοίχιζαν την πόλη.

Ήταν το καταφύγιο αντάμωσης και επικοινωνίας
για των ψυχών τους το ευδαίμονο, τη σπονδή στην ευτυχία,
του νου τους το λευτέρωμα, της θέωσης τη μαγεία,
για το συλλείτουργο της πεθυμιάς, την αίσθηση του κόσμου,
την αρμονία της συνύπαρξης στην έλξη του αμοιβαίου,
για το μετείκασμα της ζωής στο φέγγος της αγάπης.
Εκεί στην απόμερη Απάνω Γειτονιά,
που το λιόβγαλμα κρυφά τους πορφύρωνε τα πάθη.

                      17-2-20

Δεν υπάρχουν σχόλια: