Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2022
Ποίηση, Β.Α.
Τετάρτη 13 Απριλίου 2022
ΕΣΥ ΤΟΥ ΕΓΩ
Εσύ που λες ότι περάσαν τα παλιά
με δέντρο μοιάζεις το ξερό των χέρσων τόπων
μια ξένη βάζεις μες το στόμα σου λαλιά
πιο μορφωμένος τάχατες να είσαι των ανθρώπων.
Εσύ που λες ότι περάσαν τα παλιά
με τα καμμένα μοιάζεις σκορπισμένα βούρλα
που επιτιμάς των γενεών πανηγυριώτικα βιολιά
και τα πρωτόγονα ακουρμαίνεσαι ταμπούρλα.
Εσύ που λες ότι περάσαν τα παλιά
σκιά είσαι ενός πολιτισμού που σε αργοσβήνει
σχέδιο απάνω σε αλαζονείας χιλιοπάτητα χαλιά
που ο υλοθεός σου τα στιβαρά τα χνάρια του αφήνει.
Εσύ που λες ότι περάσαν τα παλιά
την κάθε μέρα σου διαχειρίζονται αργυρίου ζητιάνοι
κι αν διαφωνήσεις σου ασπρίζουν τα μαλλιά
και στο μυαλό σου ανάβουν φλογοβόλο πυροφάνι.
Εσύ που λες ότι περάσαν τα παλιά
Πατέρα Μάνα Πάππο παρελθόν εσύ δεν είχες
αυτοφυής μελλοντογόνος στην τεχνολόγα τη σπηλιά
στις ηλεκτρόνιες θα εντρυφείς δυαδικοτρίχες.
Εσύ που λες ότι περάσαν τα παλιά
τις μέρες σου με μια τυμπανισμένη σκέψη θα ορίζεις
που σε χρωματιστά θα καθρεφτίζεται γυαλιά
και συ μπροστά τους θα γελάς και θα μουγκρίζεις.
Γιατί είπες κάποτε περάσαν τα παλιά
του Οδυσσέα πίστεψες σειρήνιο αιώνα
και στης πνευματικής σου αποστασίας τη θηλιά
κρεμάστηκες στον ιδιόχειρο σου αυτοχείριο κυκεώνα.
Β.Α.
Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2022
Ποίημα, ξενιτεία. Β.Α.
ΞΕΝΙΤΕΊΑ
Εκεί που οι μέρες έσμιγαν με ήλιους πρωινούς
τα αθώα της άνοιξε τα μάτια
το γάλα της αγάπης
στο ταπεινό της σπίτι θήλασε
από κουρασμένα στήθη πονεμένα.
Σ’ ένα κλωνάρι που λυγούσε ο άνεμος
για λίγο άνοιγε
με τ’ άλλα τα παιδιά
τ’ αγγελικά της τα φτερά
μια πεταλούδα ανοιξιάτικη χαϊδεύοντας.
Ανθόμυρους επιτάφιους στόλισε
και δάκρυσε στο << η ζωή εν τάφω >>.
Στη μυστική της μοναξιά
ακίνητη εκστατική
μαγεύτηκε σ’ ολόγιομο φεγγάρι
από τη χάρη τ’ ουρανού.
Βοριάδες χτένιζαν τα ξέπλεκα μαλλιά της
και χαμοκέρασα τα χείλη βάφαν κόκκινα
όταν μικρό ένα πουλί δροσούλες τίναζε
απ’ τα μικρά πολύχρωμα φτερά του.
Βρύσες τραγούδησαν εσπερινές αλαργινές αγάπες
κι οι ορίζοντες
τυλίγονταν τριγύρω απ’ το λαιμό της
με βραδινά αστέρια στολισμένοι.
Αγάπησε ! Προδόθηκε !
Της ξενιτιάς το τίμημα
ήταν της λησμονιάς της το βοτάνι.
Νερό ο καιρός νερό η ζωή
κάτω κυλάν στου χρόνου τα φαράγγια.
Μην την ξυπνάτε !
Σε κάποια βόρεια παγωμένη γη κοιμάται
προσμένοντας μια ακήρατη αγάπη
προσμένοντας τη μέρα
που η αληθινή δικαίωση θα ’ρθει
σε ήλιου ένα αιώνιο Αγάπης πανηγύρι.
Β.Α.
Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2022
Ποίηση, Β.Α.
Με χαμόγελα πλάνα και με πήλινα οράματα
τους φακέλους ανοίγουν με τα ψεύτικα γράμματα
ταχυδρόμοι που φέραν απ' του χρόνου τα άνομα
τα φορτία που μπήκαν στην ψυχή μας παράνομα
οι ταγοί των σημείων των καιρών οι αχάριστοι
υπερόπτες και πλάνοι τεχνηέντως ευχάριστοι
δρεπανίζοντας ήλιο κομματιάζοντας ύπαρξη
μες τα άδικα χρόνια σε αχυρένια συνύπαρξη
των <θεών> που ανασταίνουν της απάτης τα φρόνιμα
με ιδιόλιγδα πάθη και με λήξης επώνυμα
και ανθρώπων πηλίνων με απύθμενα στόματα
τα ξερά όπου πλάθουν χρονοκύκλων τα χρώματα
και μας λένε< διαβάστε> να εδώ η συνέχεια
ένα θάνατο ακόμα θα κρατήσει η ανέχεια
μα ελπίστε ελπίστε μη φοβάστε μη χάνεστε
απ' του τίποτα χέρια -όπου βρείτε- να πιάνεστε.
Β.Α.
Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2022
ΟΥ ΚΡΑΝΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ
<< Εἶδον σὺν πάντα τὸν περισπασμόν,
ὃν ἔδωκεν ὁ Θεὸς τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων
τοῦ περισπᾶσθαι ἐν αὐτῷ
σύμπαντα, ἃ ἐποίησε, καλὰ ἐν καιρῷ αὐτοῦ,
καί γε σὺν τὸν αἰῶνα ἔδωκεν ἐν καρδίᾳ αὐτῶν,
ὅπως μὴ εὕρῃ ὁ ἄνθρωπος τὸ ποίημα
ὃ ἐποίησεν ὁ Θεὸς ἀπ᾿ ἀρχῆς καὶ μέχρι τέλους>>
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ (3 , 11-12 )
ΟΥ ΚΡΑΝΙΑ
Αλοφρόνων οι μέρες σε Ου κρανία αναλώσιμα
και με λόγια δυσπέπτως πυροκρότητα βρώσιμα
σφενδονίζουν τα ανίατα εις εταίρους αλλήλους
γρατσουνώντας σε χάρτες παγερούς παραλλήλους.
Και του χθες τα ποτήρια με ανθέων εκχύματα
στα παχύχαλα πρέσβεια σαλονίων τα βήματα
χαμογέλια όμματα των χρωμάτων ευώχημα
στο διπλώματο υπόκριτο του πολέμου το όχημα.
Σιδερόδρακοι σβήνουν περιπάτους του σάλιαγγα
το θαμνί τρεμοπαίζει στου αέρα τη φάλαγγα
μανδαρίνος κορδώνει των φοβήτρων την έλευση
σ’ ασυνείδητου βάθους των σκιών τη διέλευση.
Γλωσσοτόμες οι φλόγες από μήτρα διάτρητη
απ’ απόκρυφες θάλασσες και στεριά μία άτρωτη
στα νεκρώτιμα εόρτια ετοιμάζουν μηνύματα
και του άδη στολίζουν ακεφάλιστα μνήματα.
Συνανθρώποι το πάλαι κι ως το χθές ήταν τούτοι
στη χλιδή βυθισμένη στην κραιπάλη στα πλούτη
κι όμως σάλεψε ο νους τους κοίτα δες πως κοιτάνε
κι από τώρα τους νιώθουν τα κουμπιά πως πατάνε.
Των κοράκων τα σμήνη περιμένουν τα ώνια
απ’ τους τάχα ανθρώπους κι εγκρυφίως τελώνια
να ξοφλήσουν το χρέος σε διπόδων αφάνισμα
σε πυρίφλεκτο χρόνου ποταπό ένα άνυσμα.
Ω αρχών ευτελείας σε κορφή πυραμίδια
λαθοσκέπτη επιστήμη κι ανθρωπότητα μήδεια
τόση γνώση σου πρέπει στου εγώ το ολοκάρπωμα
όση θέλεις να φτάσεις στο μεγάλο ολοκαύτωμα.
Β.Α.
Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022
3 Ποιήματα του Β.Α.
ΧΑΙ ΚΟΥ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
σκότωσαν την εικόνα
παλιάς αγάπης.
Κίτρινο φύλλο
στον άνεμο του χρόνου
πετάμε μαζί.
Κυματοξόρκι
με τα δεμένα στοιχειά
μέσα σου σβήνεις.
Πικρή ζωή
ίσκιοι ίσκιοι χάνονται
στ’ απόβραδο.
Χαμογελάμε
πεθαίνοντας στα στήθη
που θηλάσαμε.
Ονειρεύομαι
στη σκοτεινή νύχτα
ψάχνω τη χαρά.
Έπεσε μέσα
ο ουρανός απόψε
στο ποτήρι μου.
Φεγγαρόδειπνο
κι η μυστική θλίψη
ψάχνει ελπίδα.
θέλεις δύο
αθάνατη μοναξιά
για να πεθάνεις.
Ήρθα και φεύγω
όμορφες μέρες θλίψης
που θα ξαναβρώ.
ΕΝΤΡΟΠΙΑ ΕΝ ΤΡΟΠΗ
Απ’ της αρχαίας Σουμερίας τα νερά
του Φομαλχώ του Αντάρη τα αστρόφωτα
Σάρων και Νήρων Σώσων τη σειρά
από τα κόκκινα του Ταύρου απόφωτα
του Ποσειδώνα τις ομίχλες τις πυκνές
Ιαπετού Τιτάνα τα ενθυμήματα
του Άρη τις μοσχίδες τις οκνές
τ’ απόβραδα στην Αφροδίτη βήματα
στα Κρόνια τα γένη τα χρυσά
στα σμαραγδένια Διικά αστραποκοπήματα
στου Ερμή τα σύνολα ορχηστρικώς τα μουσικά
σε γης παλιροφέγγαρα ατοπήματα
κι απ ’τις ρομφαίες μέσα της ψυχής
με αγωνίας την κραυγή στο στόμα
χαμένο άστρο μιας ανάκυκλης αόρατης αυγής.
Εγώ... ο άνθρωπος... πορεύομαι ακόμα…
ΜΕΡΕΣ ΣΤΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗ
Τώρα στα λευκογέρατα εκείνες τις βραδιές
πεθύμησα στην όμορφη μάγισσα Μυτιλήνη
με το κρασί για γιατρικό στης μνήμης τις πληγές
και την αστροκαθρέφτιστη της θάλασσας γαλήνη.
Τ’ αγνάντεμα πεθύμησα στην Ιωνία πέρα
και το τρεμοπαιχνίδισμα απ’ του Αϊβαλιού τα φώτα
της βάρκας την κυματιστή στο πέλαο τη μέρα
και μια παλιά ερωτική μες το τραντζίστορ νότα.
Το αεροπλάνο που ’φευγε αντίθετα απ’ το πλοίο
παλιά αγάπη να περνά στη νέφελη σελήνη
να προσκυνά ευλαβικά άγρυπνο οπλίτη βίο
σε κάποιας θλίψης μακρινής να χάνεται τη δίνη.
Την ομορφιά πεθύμησα βραδιάς τρικυμισμένης
που πάντρευε ο άνεμος το κύμα με το χιόνι
κι οι νηριήδες έστρωναν κρεβάτι ειμαρμένης
με μοναξό κατάλευκο και απαλό σεντόνι.
Τον άνεμο που φύσαγε σε αναριούς πευκώνες
κι έφερνε κόσμους μυστικούς στο άρμα του δεμένους
τους επισκέπτες μες το νου Μυτιλινιούς αιώνες
στις χωραφιές των σαπφικών ποιητόστοιχων ζεμένους.
Το ιλαρό λιομάζωμα σε Θεοφίλου κάδρα
παλιό ένα άδειο αρχοντικό θάνατος που’χε κλείσει
ευλογημένη εσπερινή του Ιουλίου αύρα
σ’ ένα λειψό από σοβά παλιό ένα ξωκλήσι.
Το ιχνήλατο στην αμμουδιά απ’ τ’ άρβυλο το βήμα
του φλοίσβου το μουρμουρητό του βράχου το σιγόντο
μιας τράτας διαβατάρικης τη θορυβώδη ρίμα
που δίχτυζε σαρδελικά μπρος στον οικείο πόντο.
Πεθύμησα και μακρινά να βλέπω να διαβαίνουν
τα φορτηγά του ωκεανού καράβια ποντοπόρα
σε αφρισμένους δίαυλους ν΄ανεβοκατεβαίνουν
στη μεταμεσονύχτια να χάνονται την ώρα
κι άλλα να παν κα το βορά κατά το νότο άλλα
με τον εξάντα να μετράν τα μήκη και τα πλάτη
και πάνω θε να χύνεται γαλάξιο το γάλα
μες το αρμυρό το σκόταδο στης πλώρης το αλάτι.
Πόσες ακόμα μάγισσα όμορφη Μυτιλήνη
μου ’χεις αφήσει στην ψυχή μνημονικές εικόνες
που ένα Ωριόνιο τις κουβαλάει δελφίνι
στης στρατευμένης νιότης μου τους ιερούς ανθώνες.
B.A.

