Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΝΙΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΝΙΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 16 Απριλίου 2016
Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013
"Αναμνήσεις"...κείμενο του Κυριακίδη Νικου
Ένας άγνωστος μου φίλος που με τίμησε με τη κριτική του,
έγραψε για το βιβλιαράκι μου πως ‘’οι αναμνήσεις μου’’που το συνθέτουν, είναι
μιας άλλης εποχής που ευτυχώς οι νεότεροι δεν θα ζήσουν.
Χαίρομαι που άσχετα με τα σκαριφήματά μου με μηδενική
επίδραση στη θάλασσα της ποίησης και την αποτίμησή τους, όλα όσα νόμιζα
‘’σημερινά’’, δεν είναι παρά οι τραυματικές προβολές του ‘’χθες μου’’, στο
σήμερα. Χαίρομαι που το 1970 που ήμουν στα δέκα μου και θυμάμαι πιο ανοιχτά,
δεν θυμίζει καθόλου τις όμορφες μέρες
που βιώνουμε για ενεστώτα.
Θυμάμαι μια χούντα-έτσι τη λέγαν-και ένα χαφιέ της γειτονιάς
που έκανε τον χασάπη, να φέρνει βράδυ σπίτι στα κρυφά και κυρίως πολύ ακριβά, το καλό ντόπιο (άλογο ) για... το παιδί.
Βλέπω στα σούπερ μάρκετ, αρκετά: τα ευαίσθητα κοινωνικά τους
ληγμένα να πηγαίνουν σε άγνωστο προορισμό αλληλεγγύης, με διαφημιστική προώθηση
και καμπάνιες ‘’εθελοντισμού’’, ν’ αφήσουμε όλοι κάνα ψώνιο -κάνα ευρώ να
θρέψουμε κάποιους που θα βγούν από κλήρωση. Ακόμη βλέπω και κάποιους γέρους να
μαζεύουν απ’τη πίσω πόρτα φαγητά ,‘’σπάταλα πεταγμένα’’ όπως και κάτω απ’ το
δρόμο, φρέσκα φρούτα και λαχανικά στο τέλος της λαικής. Είναι όλοι
καλοντυμένοι, κάποιοι γεράκοι και με γραβάτα ...γιατί κάποιοι πιο ξεθαρεμένοι,
ίσως και πιο πεινασμένοι, ψάχνουν
λιγότερο καλοντυμένοι μαζί με τους Πακιστανούς ,κατευθείαν στα σκουπίδια-στους
κάδους. Απλά αυτοί, δεν έχουν τα στραβωμένα σίδερα για το γάντζωμα των
μεταλλικών πραγμάτων.
Τι σου είναι το μυαλό, τι σου είναι οι έμμονες ιδέες……
Θυμάμαι τους δοσατζήδες,οι θαυματοποιοί των πιτσιρικάδων. Τα
φέρναν όλα σε κάθε γειτονιά, κάποια που είχαν σ΄ενα μικρό πάντα μαγαζί (
πολυέλαιους, έπιπλα, μικρές ηλεκτρικές συσκευές) και δέχονταν παραγγελίες και
για μεγάλα πράγματα: Τηλεοράσεις που είχαν ελάχιστοι και μαζευόταν το σόι και
οι γνωστοί να δουν κυρίως τα κυνήγια του θησαυρού στην Αθήνα. Ακόμη και
...αυτοκίνητα, έφερνε! Εμείς το δεύτερο δεν το μπορέσαμε, μπόρεσε όμως κάποιος
θείος με καλλίτερη δουλειά.
Κράταγε το τεφτέρι του με τα γραμμάτια, ερχόταν κάθε μήνα
και υπήρχε στο σπίτι ένας πανικός να πληρωθεί αυτός πρώτος, μέχρι που όλοι τον
λέγαν με το επίθετό του. Το εργαλείο του, δεν ήταν το μαγαζί, ήταν το αυτοκίνητο.
Γύριζε σαν τη σβούρα, μοίραζε, έπαιρνε λεφτά..πάντα έλεγε : ‘’Χάρηκα και για
ό,τ άλλο χρειαστείτε, πάντα στη διάθεσή σας...’’
Τώρα κοιτάω τις τράπεζες, τα ειδοποιητήρια, που
λογαριασμούς, τους φόρους ( κυρίως ακινήτων, αυτό το φεγγάρι...τι θυμάμαι!όχι
βιωματικά...οι νικητές του εμφύλιου πέρασαν/επέβαλαν μαζικά την ιδιοκατοίκηση
στους φτωχούς, για το χτίσιμο της συνείδησης του νοικοκύρη) κοιτάω την
αποπληρωμή αυτών που δεν μπορούσαμε, αλλά ‘’κακομαθημένα’’ κάναμε...αλλά και ‘’τότε’’
δεν μπορούσαμε, νομίζω. Κι εδώ αυτά πρώτα..πριν απ΄το γιατρό, τα ψώνια, τους
καφέδες και κάνα σινεμά...γενικά όλα τα ‘’ελαστικά έξοδα’’.
Τι σου είναι το μυαλό, τι σου είναι οι έμμονες ιδέες……
Θυμάμαι τη γενικευμένη απάθεια, τις αληθινά τεράστιες
συγκεντρώσεις της χούντας, τίποτε από μαζικό αντιδικτατορικό αγώνα ιδίως πριν
το ‘73..κάποιοι γνωστοί αριστεροί, αλλά
αυτοί πιάνονταν και χωρίς χούντα μου φαίνεται. Για τα λοιπά.., καλά, κάνα
αστείο, κάνα τραγουδάκι, καμιά αμφίσημη δήλωση και νάτην η....
‘’αντιδικτατορική ‘’ζαβολιά. Ψέμμα, φόβος, ‘’η ζωή αρχίζει στα πενήντα,
έρχονται όμορφες τουρίστριες’’, αίσθηση αιωνιότητας όχι απλά ακινησία...
Βλέπω κυρίως, μια αριστερά απόντων που προσέχει για να έχει.
Τους έχουμε ταράξει στη νομιμότητα και τη θετική λύση ανεξάρτητα
περιτυλίγματος. Επίσης συνεχίζουμε τη συνεπή στάση του καρπαζοεισπράχτορα, στο
τέλος οι καλοί θα νικήσουν! Ειδικά τώρα που όλοι οι γεωπόνοι συμφωνούν, πως το
φρούτο σαπίζει μόνο του
Τους βλέπουμε να παίζουν με τα γκάλοπ, άλλοι πάλι, σαν
βλέπουν καμιά χιλιάδα που μαζεύτηκε να έχουν ονείρωξη για λαικά ποτάμια....τι
περίεργο ; Οι μοναδικοί που μάλλον ‘’κινούνται’’ που δένονται με το σημερινό
χάος. είναι κάποιοι τριτοκλασάτοι μεροκαματιάρηδες λούμπεν ( της ασφάλειας
λέγαμε τότε) ναζίδες-ναι, κάτι φονιάδες Γκοτζαμάνηδες του 21ου , που λένε –έμπραχτα κυρίως-‘’...οι εκλογές, η
δημοκρατία τους , μας φέρνουν αναγούλα’’, κι ας το λένε απατεωνίστικα κι ας
είναι τσιράκια αυτής της... ‘’δημοκρατίας’’τους.
Τι σου είναι το μυαλό, τι σου είναι οι έμμονες ιδέες……
Τελικά είμαι εντελώς διπολικός :
Σιχαίνομαι ό,τι πάντα ήθελα να με προσδιορίζει
Χαίρομαι όμως, που πέρα από αναμνήσεις και νοσταλγίες, θα
πεθάνω πιο θυμωμένος και λιγότερο φοβισμένος από ποτέ.
Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013
Ποίηση ...Κυριακίδη Νίκου
Οι μεγαλύτερες γυναίκες προσπαθούν
Να γίνουν παγίδες καναρινιών.
Μετά θρηνούν πάνω στα μικρά κίτρινα πτώματα
Λένε συνταγές, βάφονται.
Σαν βάζουν κάλτσες αποφεύγουν τις γαλακτόχρωμες
‘’Ποτέ’’ τους είπαν οι γιατροί,
‘’μαζί, γάλα και ψάρι’’.
Πως νομίζετε ότι γεννήθηκαν οι δικτυωτές κάλτσες ;
Τα παιδιά τους τις κοιτούν μοχθηρά
Εκει που μιλούν με άλλες λέξεις
Έμμεσες, τις λένε...
Για τη μητρότητα.
Σαν τα καναρίνια σκέφτονται
-σουφρώνοντας τη μύτη-
‘’θα πεθάνουμε πρώτα εμείς, ρε συ’’
Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013
Ποίηση...Κυριακίδη Νϊκου
ΞΑΝΑ
Κάνε μια μικρή βόλτα
Μετά θα ξανάρθεις πιο φοβισμένος
Οι μητέρες μας τελείωσαν
Τα σκαλιά δεν κυλάνε κυματιστά καρότσια
Τα μαλλιά έχουν την υφή της εφημερίδας.
Πήγαινε μέχρι το φαρμακείο
Πες συγχρόνως για καρδιά, καρκίνο και hiv, τι παίρνουν
Μίλα τους επιθετικά
Στην αρχή θα το πάρουν για στυλ
Μετά θα σε αποζητούν
Ονειρέψου μια πόλη νεκρή
Και το πείσμα των φτωχών να την κάνει θρύλο
Ονειρέψου μια εικόνα θολή
Και τα χρώματα των ουλών να την κάνουν πετράδι.
Πέρασαν οι μέρες
Θα έρθουν άλλες
Ζητάς μια μικρή ανάσα
Σου δίνουν μια μεγάλη επανάληψη
Ονειρεύεσαι έναν ολόκληρο έρωτα
Σου δίνουν, μια φιλία
Μια ηρεμία
Μια ανατριχίλα
Κάποιους σπασμούς
Ένα κατασπάραγμα
Ένα γλυκό ύπνο στον ώμο, αγκαλιά
Όχι , δεν συνδυάζονται.
Κάνε μια μικρή βόλτα
Γράψε ένα τραγούδι με τρυφεράδα
Δώστο σ΄έναν αξύριστο τραβεστί να το πει.
Πολλοί θα τα καταλάβουν αυτά
Όχι στο δικό σου θάνατο,
στο δικό τους.
Κυριακή 25 Αυγούστου 2013
2 ποιήματα του Κυριακίδη Νίκου
Μάτια με μαύρους κύκλους
‘’Η σελήνη ακουμπά το χέρι της στο μέτωπό μου,
ανέκφραστη και σιωπηλή σαν νοσοκόμα.’’
Sylvia Plath
Το κοράκι κατέβηκε
Άρχισε να ερωτοτροπεί με το κουφάρι.
Εν τω μεταξύ, εγώ αγάπησα
Την πιο αδύναμη απ’ όλες.
Αυτήν, σαν ατσαλάκωτη εφημερίδα
Αδιάβαστη
Άδικα αγορασμένη.
Τα πιο βαλτωμένα χωράφια,
δεν είναι χωράφια.
Είναι ‘’στίβος μάχης’’ (το θυμάμαι)
Παρκάρουν-κει μέσα-τα οχήματα
Τα μικρά άρματα.
Βαδίζουν-κει μέσα-φαντάροι νυχτιάτικα
Δε κοιμούνται ποτέ, βράδυ.
Όλα στο ίδιο μέρος
Καμιά μεταφορά
Ως έχουν
Κανείς υπαινιγμός
Ανάμεσα στη δημοσιά και το πίσω νεκροταφείο.
Κατεβαίνεις τη δημοσιά και βρίσκεις την πόλη
-αρκετά μακριά είναι αλήθεια-
Πας στο πίσω μέρος του νεκροταφείου
Στο ξέφωτο
Βλέπεις την πιο σκούρα χήρα.
Κάθεται στο καφενείο με λίγους άλλους κοντά
Πίνει καφέ, χωρίς ν’ ανοίξει εφημερίδα.
Υπομένει να μάχεται, τσαλαβουτώντας
σαν γουρουνάκι που γλύτωσε
Τη χηρεία της.
Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013
Κυριακίδης Νίκος ένα ποίημα
ΔΑΝΕΙΚΑ
Η καρδιά μου ξεκουρδίστηκε, γιατί δεν σεβάστηκα το αίμα.
Πέφτανε λέει, δεκάδες μανταρίνια πάνω μου
Άνοιγα μια πόρτα που μύριζε εμένα
Τα έχωνα, εκεί.
Ήτανε μία-
επέμενε να πάμε διακοπές χαμένοι,
είχε τα εισιτήρια
ετοίμαζε τους σπασμούς της.
Δεν πήγαινα
Φοβόμουν το διαμελισμό
Εκείνη δεν ταξίδευε ποτέ με λουρί.
Έν-δυο
Επιθεωρώ- δεν φιλώ- τα στόματα.
Έν-δυο
Πλένομαι με απολυμαντικά
Στα κατα καιρούς, ‘’πατρικά’’ μου.
Έν -δυο
Στα μεγαλύτερα απουσιάζω
Νεκρικά μετά, τα περιγράφω.
Έν-δυο
Δεν τρώω τα νύχια μου
‘Εχω χάσει τα χέρια.
Έν-δυο
Δεν έρχομαι ποτέ
Επιστρέφω.
Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013
ΑΡΧΗ- ΜΕΣΗ-ΤΕΛΟΣ του Νίκου Κυριακίδη
ΑΡΧΗ- ΜΕΣΗ-ΤΕΛΟΣ
Λοχαγέ!
Όλες οι κατηγορίες των βασανισμένων ζώων, υπό μορφήν δαγκωμάτων πάνου απ΄το κρεβάτι, χάσκουν σαν αιμάτινοι κύκλοι
Tristan Tzara
Η γιαγιά είναι υδροπλάνο. Εκεί που κολυμπάει, εκεί πετάει.
Η γιαγιά είναι πολυ γριά για να γδυθεί, μένει συνέχεια ντυμένη και ξαπλωμένη.
Σου είπε διάφορα παραμύθια σήμερα. Εσύ της λες κάθε μέρα: Για κούκλες σιωπηλές που τις τυφλώνουν οι μπούκλες. Για κούκλες κάθιδρες που ξαφνικά ασπρίζουν και χάνουν τα μαλλιά τους.
Η γιαγιά είναι μια χωματερή. Μόνο κάτι γυφτάκια τολμούν να τη σκαλίσουν. Εσύ μπαίνεις για λίγο αμήχανα μέσα, φοράς τα γάντια μιας χρήσης, κοιτάς κυρίως τα ιατρικά απόβλητα...Μετά ξαναβγαίνεις για να ξαναμπείς, μιαν άλλη φορά.
Ξαφνικά πετάς το βιβλίο, τότε λες: '' Θα πάω να μείνω μακριά της. Η γιαγιά είναι ένα καναρίνι. Έτσι που κάπου-κάπου τη συμπαθώ, μπορεί και να την πνίξω καμιά μέρα''.
Γιατί εσυ πνίγεις αγκαλιάζοντας-τόχεις δει-γιατί αφού δεν είναι άρρωστη τόσο καιρό, πρέπει να βρεθεί ένας λόγος να εξηγεί γιατί να μένει ξαπλωμένη.
Η γιαγιά πλέει στα χαμόγελα της περασμένης μέρας , αδύνατον πια, να πνιγεί.
Που και που έρχεται κάποιος και του μιλάει τόσο λογικά. Είναι χαρούμενη που δεν θα μείνει και σήμερα μόνη.
Είναι ένα γεωτρύπανο του λόγου της.
Ψάχνει να βρεί στο βάθος κάποιου κήπου, τον παράδεισό της.
Κυριακή 26 Μαΐου 2013
Ποίηση Κυριακίδη Νίκου
Λευκό ανελεύθερο τραγούδι
στη μικρή Σίβυλλα
Λευκές νύχτες
Πολύ μικρά δωμάτια, λευκά
Όπως το τίποτε.
Κόβεις μια βόλτα από πάνω σου
Σε σκέφτεσαι :
''Εχω επιστροφή, καθυστέρηση''
Μιλάς με δυσκολία, αλλά είσαι μικρή
Συνήθως αυτά, είναι αρχή εγκεφαλικού
Ειδικά σαν υπάρξει το κατάλληλο σχήμα κύστης,
το μπαλόνι που αποδρά
σαν την πίκρα από την πείνα
και βάζει στο χωλάκι, την αξιοπρέπεια.
Φάνηκε ακόμη πιο μικρό
Τόσο ελαφρύ σαν χαρισμένο σάλιο
Και πετάει...
όλα τα όνειρά μας, άλλωστε.
''Θα πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες εξετάσεις,
να ξέρουμε λεπτομέρειες, νάχουμε φωτογραφίες.
Αλλιώς θ΄αδικηθεί το τραύμα''
Κολυμπούν τα λευκά δωμάτια με φως λευκό
Αναπνέουν απ΄ τους πόρους των τοίχων
Τους καταστέλει-αυτόν θυμάσαι-ένας παιδόφιλος σωφρονιστής
Αναιδής, άπλυτος και φοβισμένος.
Χρόνια στο φως και δεν περνάει μέρα από πάνω του.
Τα παιδιά μεγαλώνουν, αλλαξοπιστούν, αρρωσταίνουν
πεθαίνουν.
Από γεράματα κυρίως, με ρυτίδες βαθειές πυκνές ουλές.
Ανέγγιχτος απ΄τη φθορά
Το φως το λευκό,θάναι.
Ο ουρανός είναι κίτρινος
Ποτέ του δεν πλησιάζει,
τέτοιαν αποφορά.
στη μικρή Σίβυλλα
Λευκές νύχτες
Πολύ μικρά δωμάτια, λευκά
Όπως το τίποτε.
Κόβεις μια βόλτα από πάνω σου
Σε σκέφτεσαι :
''Εχω επιστροφή, καθυστέρηση''
Μιλάς με δυσκολία, αλλά είσαι μικρή
Συνήθως αυτά, είναι αρχή εγκεφαλικού
Ειδικά σαν υπάρξει το κατάλληλο σχήμα κύστης,
το μπαλόνι που αποδρά
σαν την πίκρα από την πείνα
και βάζει στο χωλάκι, την αξιοπρέπεια.
Φάνηκε ακόμη πιο μικρό
Τόσο ελαφρύ σαν χαρισμένο σάλιο
Και πετάει...
όλα τα όνειρά μας, άλλωστε.
''Θα πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες εξετάσεις,
να ξέρουμε λεπτομέρειες, νάχουμε φωτογραφίες.
Αλλιώς θ΄αδικηθεί το τραύμα''
Κολυμπούν τα λευκά δωμάτια με φως λευκό
Αναπνέουν απ΄ τους πόρους των τοίχων
Τους καταστέλει-αυτόν θυμάσαι-ένας παιδόφιλος σωφρονιστής
Αναιδής, άπλυτος και φοβισμένος.
Χρόνια στο φως και δεν περνάει μέρα από πάνω του.
Τα παιδιά μεγαλώνουν, αλλαξοπιστούν, αρρωσταίνουν
πεθαίνουν.
Από γεράματα κυρίως, με ρυτίδες βαθειές πυκνές ουλές.
Ανέγγιχτος απ΄τη φθορά
Το φως το λευκό,θάναι.
Ο ουρανός είναι κίτρινος
Ποτέ του δεν πλησιάζει,
τέτοιαν αποφορά.
Τρίτη 7 Μαΐου 2013
Ποίηση Κυριακίδη Νίκου
ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΩΠΗ
Ο έρωτας των φτωχών ανθρώπων,
πόσο πολύ μου θυμίζει παιχνίδι πανηγυργιώτικο
σε χέρια μιας γελαστής φάτσας.
Τα τραγούδια των φτωχών ανθρώπων,
πόσο πολύ μου θυμίζουν την αγκαλιά μιας μάνας
μετά τον ξαφνικό ερχομό.
Το πένθος των φτωχών ανθρώπων,
πόσο πολύ μου θυμίζει πεταμένες σκληρές φλέβες
σ’ έναν κρεάτινο χώρο.
Μια υγρή αγάπη
Με αίματα στα χέρια.
Ένα μουρμούρισμα της τάβλας
Με την απουσία εκείνης.
Μια εκταφή
Γιορτή μιας κοντής μαυρισμένης γριάς
Που γίνηκε ψηλή, ξανθιά, ανοιχτοντυμένη.
ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
«Αὔριο θὰ κόψουμε
»Κάτι λουλούδια.
»Αὐριο θὰ ψάλουμε
»Κὰτι τραγούδια,
»Εἰς τὴν πολύανθη
»Πρωτομαγιά»
Διονύσιος Σολωμός
Όσοι αρνήθηκαν τον πατέρα και την μητέρα τους,
πράττοντας αλλιώτικα
Αυτοί που δεν πρόσεξαν την ασφάλεια των παιδιών τους,
ανεξαρτήτως εάν είχαν
Όσοι ξέρουν τη φλέβα που ενώνει τη σόλα με το πεζοδρόμιο,
χωρίς καμιά εξοχή να παρεμβάλλεται ακάλεστη
Αυτοί που δεν πίστεψαν πως υπάρχουν «ελάχιστοι» αδελφοί μας...
βλέποντας το Μέγιστο στα νύχια της οδύνης,
κολλημένο σαν βρώμα
Όσων τα γήπεδα της ηδονής ήταν κυρίως υπαίθρια
-με το μάτι να παραφυλάει στην τσίτα-
μη και μπει ο ευνούχος κανόνας
με τους υστερικούς του δολοφόνους
Τα παιδιά που παραμυθιάζονται -πιο πολύ- εκείνα τα δευτερόλεπτα,
πριν ξανακάνουν με λύσσα όσα ξορκίζουν
Όσοι όταν γερνούν
σιωπηλά αποσύρονται
και διώχνουνε με πείσμα
την πορνεία της αδράνειας
Όσοι λαθεύουν γιατί δεν ησυχάζουν
Όσοι μένουν άγνωστοι γιατί δεν ακκίζονται
Όσοι αγαπούν την ταχυπαλμία κι ας είναι η τελευταία
Αυτοί που θυμώνουν εύκολα
που ξεχνούν εύκολα
αλλά ξαναθυμώνουν οριστικά
Οι κακοί γείτονες
-από τότε που αυτοκτονήσαν οι αυλές-
που παραμυθιαστήκανε εκτός των εργατικών πολυκατοικιών,
με τα πρωινά ξυπνήματα, τις φωνές των ερώτων,
τις φωνές των «οικονομικών προβλημάτων»
Οι θαμώνες των προποτζίδικων
που μιλούν πολύ, ιδιαίτερα όταν δεν ξέρουν τίποτε
Οι αληθινοί αρχιεπίσκοποι των θρησκευόμενων:
Γριές κατσιασμένες και αγράμματες
που επέβαλαν τη φιλενάδα τους την Παναγία
στους μετα-ιουδαίους ινστρούχτορες,
που εννοούν, χωρίς φόβο κι εμετικό αυτοοίκτο, το
«Κουράστηκα,
πάω να βρω τον Πλάστη μου»
…
είναι «Πρωτομαγιά»
Πέμπτη 25 Απριλίου 2013
Ποίηση Κυριακίδη Νίκου
ΔΡΕΨΑΤΕ ΑΝΘΗ ΕΡΑΣΤΕΣ
Περπάτησε ο ερωτευμένος
χορεύοντας τα μέσα του.
Εικόνες σάρκας
ήχοι τρυφερότητας σκληρής.
Θα έκανε ένα ξεκίνημα.
Έγραψε πρωί-πρωί μια σημείωση:
«Σήμερα, είναι μια νέα μέρα».
Πιο πολύ σκεφτόταν
την ένταση
την αντίσταση
την αντιστροφή
την παραδοχή
την παράδοση.
«Αργείς ακόμη ρε;»
Ο μικρός ξεμύτισε απ’ τον κάδο
με μια μισάνοιχτη συσκευασία κιμά,
ένα χαρτονένιο κουτί, τσαλάκα, με δυο κομμάτια πίτσα
αναψοκοκκινισμένος.
Πεισματάρικα.
Περπάτησε ο ερωτευμένος
χορεύοντας τα μέσα του.
Εικόνες σάρκας
ήχοι τρυφερότητας σκληρής.
Θα έκανε ένα ξεκίνημα.
Έγραψε πρωί-πρωί μια σημείωση:
«Σήμερα, είναι μια νέα μέρα».
Πιο πολύ σκεφτόταν
την ένταση
την αντίσταση
την αντιστροφή
την παραδοχή
την παράδοση.
«Αργείς ακόμη ρε;»
Ο μικρός ξεμύτισε απ’ τον κάδο
με μια μισάνοιχτη συσκευασία κιμά,
ένα χαρτονένιο κουτί, τσαλάκα, με δυο κομμάτια πίτσα
αναψοκοκκινισμένος.
Πεισματάρικα.
Σάββατο 13 Απριλίου 2013
Ποίηση Κυριακίδη Νίκου
ΣΤΟΝ ΡΥΘΜΟ ΤΟΥ ΠΝΙΓΜΟΥ
Θα σου πω, πως όταν κάποιος τρελαθεί (αληθινά όμως)
Φοβερίζει τον οίκτο των πολλών
Φεύγει, για πολύμορφα παραμύθια που τα παίζει μέχρι τέλους
Σταματάει-
Χαιρετάει τον εαυτό του
Αγαπάει μια νεκρή κοπέλα
Του αρέσουν τα λεωφορεία το βράδυ
Ανάβει ηλεκτρικό τα πρωινά
Γίνεται λιχούδης σαν αρκουδάκι
Φωνάζει σαν άνθρωπος
Τρομοκρατεί τους απέναντι
Δεν μπαίνει σε κανέναν μέσα,
στο σπίτι, στη σκέψη, στο σώμα του
Ακουμπάει και λατρεύει τις λείες επιφάνειες που τον χαϊδεύουν
Κινείται, σαν χορεύοντας στη λίμνη του πόνου
Στα εκλογικά κέντρα γελάει που όλοι του χαμογελούν
Στις καβάντζες ψάχνει για γυναικεία υγρά, νωπά
Τα παιδιά τα βαριέται και τα λατρεύει
-όχι δεν χαϊδεύει κανένα-
Στη μάνα του λέει ψέμματα, πως πήρε όλα τα χάπια.
Έχει εμμονή με την ώρα.
Μη φύγει η τρέλα
και μείνει πάλι μόνος.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΣΕ ΛΙΓΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ''ΔΡΟΜΟΙ ΜΕ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΓΟΝΑΤΑ'' , ΕΚΔΟΣΕΙΣ ARS POETICA
Θα σου πω, πως όταν κάποιος τρελαθεί (αληθινά όμως)
Φοβερίζει τον οίκτο των πολλών
Φεύγει, για πολύμορφα παραμύθια που τα παίζει μέχρι τέλους
Σταματάει-
Χαιρετάει τον εαυτό του
Αγαπάει μια νεκρή κοπέλα
Του αρέσουν τα λεωφορεία το βράδυ
Ανάβει ηλεκτρικό τα πρωινά
Γίνεται λιχούδης σαν αρκουδάκι
Φωνάζει σαν άνθρωπος
Τρομοκρατεί τους απέναντι
Δεν μπαίνει σε κανέναν μέσα,
στο σπίτι, στη σκέψη, στο σώμα του
Ακουμπάει και λατρεύει τις λείες επιφάνειες που τον χαϊδεύουν
Κινείται, σαν χορεύοντας στη λίμνη του πόνου
Στα εκλογικά κέντρα γελάει που όλοι του χαμογελούν
Στις καβάντζες ψάχνει για γυναικεία υγρά, νωπά
Τα παιδιά τα βαριέται και τα λατρεύει
-όχι δεν χαϊδεύει κανένα-
Στη μάνα του λέει ψέμματα, πως πήρε όλα τα χάπια.
Έχει εμμονή με την ώρα.
Μη φύγει η τρέλα
και μείνει πάλι μόνος.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΣΕ ΛΙΓΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ''ΔΡΟΜΟΙ ΜΕ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΓΟΝΑΤΑ'' , ΕΚΔΟΣΕΙΣ ARS POETICA
Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013
3 Ποιήματα του Νίκου Κυριακίδη
Δεν θυμάμαι πόσο ήμουν...
Αφύλακτες διαβάσεις
Έχεις καντήλια για χέρια
Ακούγονται ανυπόφοροι στεναγμοί
Κυρίως πάνω στις γέφυρες.
Εκεί, που κανένα κορίτσια δεν κυρίεψε,
ακριβώς εκεί, που ψάχνεις τους συγγενείς σου.
Όταν πρωτοπήγαμε να κοιμηθούμε,
διηγηθήκαμε από ένα παραμύθι.
Για μια παραμόρφωση ενός λουλουδιού
-το δικό σου-
για ένα περπάτημα σίγουρο,
από μένα.
Αφύλακτες διαβάσεις
Το νοσοκομειακό έχει πάνω του,
ένα περίεργο σχήμα
Οι θείοι φορούν ριγωτές γραβάτες
‘Ολοι συμφωνούν:
‘’Καλύτερα, έτσι’’.
Πικρά στόματα
‘Αδεια κουτάκια
Η γλώσσα μνήμα,
σαν πεδίο μάχης.
Αφύλακτες διαβάσεις
Κοιμόμαστε μόνον με ηλιόφωτο,
σαν άρρωστοι ή σαν φαντάροι.
Κολλήσαμε βράδυ ολόκληρο,
στη λάσπη του πεδίου μάχης.
Μ΄έναν φόβο επανάληψης.
ΜΩΒ ΕΦΙΑΛΤΗΣ
(στον άγνωστό μου Νίκο Λέκκα-στην αλήθεια του)
Εσυ που ξέρεις να κρύβεσαι,
έχουν μπεί άλογα στο στομάχι σου.
Γι αυτό είσαι αδύνατη.
Μυρίζεις λόγια που τα είπε κάποιος
Γι αυτό είσαι αδύνατη.
Μυρίζεις λόγια που τα είπε κάποιος
Συχνά λες:
''Ήταν άλλουνού, γι αυτό''
Γλείφεις τα δικό σου πόδι,
''Ήταν άλλουνού, γι αυτό''
Γλείφεις τα δικό σου πόδι,
Με τη μακριά σου γλώσσα και πάντα λες:
''Δεν είναι δικό μου, ηλίθιοι''
Ξέρεις τι χωρίζει τον κόσμο;
Εκείνη η γριά με τα σκοινιά για χέρια,
που μαρτυράει τα παραμύθια,
''Δεν είναι δικό μου, ηλίθιοι''
Ξέρεις τι χωρίζει τον κόσμο;
Εκείνη η γριά με τα σκοινιά για χέρια,
που μαρτυράει τα παραμύθια,
για την ολόκληρη.
Εσυ που σε νιώθεις πριν κοιμηθείς,
Εσυ που σε νιώθεις πριν κοιμηθείς,
που πασπατεύεις τον ακρωτηριασμό,
βάλε σ ένα σακούλι τα κομμάτια σου
Και δώστα.
Θα τα βρεί-θα δεις- κάποιος
βάλε σ ένα σακούλι τα κομμάτια σου
Και δώστα.
Θα τα βρεί-θα δεις- κάποιος
που μετράει μέρες.
Εγω πάλι, θα σε βρω εκεί που σε πρωτοείδα.
Ανάμεσα στις σκάλες εκείνου του άδειου ξενοδοχείου
Στη μέση ενός κενού
Να τρέχω μήπως και προλάβω
Με νερά τριγύρω
-καθαρά γαλάζια νερά-
’’καλό όνειρο’’,
λένε οι γέροι.
Εγω πάλι, θα σε βρω εκεί που σε πρωτοείδα.
Ανάμεσα στις σκάλες εκείνου του άδειου ξενοδοχείου
Στη μέση ενός κενού
Να τρέχω μήπως και προλάβω
Με νερά τριγύρω
-καθαρά γαλάζια νερά-
’’καλό όνειρο’’,
λένε οι γέροι.
ΑΦΑΙΡΩ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Η απάτη συντελέστηκε
μέχρι το μεδούλι.
Το βραδυ δεν μ΄έπιανε ύπνος.
Ερχόταν αυτός
και ζητούσε άλλοθι.
Εγω συνέχεια απαντούσα :
‘’Αύριο, αυτά’’
Μετά το μπάνιο,
ερχόταν η ταχυπαλμία της απολύμανσης.
Φυσικότατη άφιξη.
Η καρδιά δεν συνηθίζει να ανήκει
σε καθαρό περιβάλλον.
‘’Δεν έχω ρυθμό κύριοι
Τον πούλησα για μια σταλιά,
αλήθειας’’
Χώρια ο έρωτας στον αιφνιδιασμό
Τον άναρχο αυτόν ιερέα.
Ιερουργεί κυρίως
σε κηδείες περιττών.
Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013
Ποίηση Κυριακίδης Νίκος
Ο θάνατος είχε
κέφια , τελευταία.
Παίζοντας μαζί
μου
έπαιρνε κάθε
φορά το πρόσωπο των κοριτσιών
που ποτέ δεν τόλμησα να προσεγγίσω,
να τους
μιλήσω,
να τα αγγίξω,
αν και το
ήθελα.
‘’Θα σε
άγγιζαν’’- είναι σαν να μου λέει-
‘’θα ήταν
κάμποσα τα βράδια, τα πρωινά, που θάσασταν μαζί.
Αλλά τότε με
φοβόσουν,
με
ξόρκιζες,
τις έχανες
πριν τις μυρίσεις.
Όλα σε
πήγαιναν,
δεν
οδηγούσες’’.
Και μετά
φεύγει για λίγο.
Σκασμένος στα
γέλια, ο βλάκας.
‘’Αλλά που το
ξέρει ακριβώς, το πόσο πολύ,
κάποιες μου
αρέσαν ή θα μου αρέσαν, σαν μεγαλώναν;’’
Το ξέρει
μάλλον
γιατί είναι
ομιλητική πολύ
η δειλία
μου.
Γιατί δεν
υπάρχει πιο διαφανές πράγμα
απ΄ την
ανεπάρκεια.
Δυόμιση βόλτες
αν μέτρησες καλά και άνοιξε το κεφάλι.
Ανεβοκατέβαινε
τις σκάλες με αστάθεια
Λυσσάρης- στην
ηλικία του.
Τα παιδιά που
είχαν βάρδια
σφουγγάρισαν
γρήγορα, το εγκεφαλικό υγρό-
τρίτο
σκαλοπάτι πριν φτάσεις
ή
ανεβαίνοντας.......πάλι τρίτο.
Σάββατο βράδυ
: κόσμος, μυρωδιές και υγρασία
Αναζητώντας
αυτό που χάθηκε πολύ νωρίς.
Φύγαν
λίγοι
Ούτε οι
αυτόπτες καν
Σφουγγαρίστηκε
καλά, άλλωστε.
Ο μεσήλικας
ιππότης του απέναντι δρόμου.
Θα
μνημονεύεται σε έργα ηλίθιων ηθικολόγων,
ίσως
και γλυκερών παρατηρητών των γκέτο.
Εσύ θα μείνεις κι άλλο
Η εξάρτηση από
τη μυρωδιά μάλλον
Μετά θα
επιστρέψεις-
τρομαγμένος
πάλι
με την αηδία
της ενοχής
με τη σιγουριά
της επανάληψης.
‘’Ήταν τουρίστας ‘’
Τα μπαρ δεν
έχουν μυστικά
Επέλεξε μήνες
πριν, μέρος ,τρόπο :
Αποτελεσματικά
Μη
συνειδητά
Εντυπωσιακά
Τη μέρα
εξόδου.
Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013
Ποίηση Κυριακίδης Νίκος
ΔΙΑΚΟΠΕΣ
Δυόμιση βόλτες
αν μέτρησες καλά και άνοιξε το κεφάλι.
Ανεβοκατέβαινε
τις σκάλες με αστάθεια
Λυσσάρης- στην
ηλικία του.
Τα παιδιά που
είχαν βάρδια
σφουγγάρισαν
γρήγορα, το εγκεφαλικό υγρό-
τρίτο σκαλοπάτι πριν φτάσεις
ή
ανεβαίνοντας.......πάλι τρίτο.
Σάββατο βράδυ : κόσμος, μυρωδιές και υγρασία
Αναζητώντας αυτό που χάθηκε πολύ νωρίς.
Φύγαν λίγοι
Ούτε οι αυτόπτες καν
Σφουγγαρίστηκε καλά, άλλωστε.
Ο μεσήλικας ιππότης του απέναντι δρόμου.
Θα μνημονεύεται
σε έργα ηλίθιων ηθικολόγων,
ίσως και
γλυκερών παρατηρητών των γκέτο.
Εσύ θα μείνεις
κι άλλο
Η εξάρτηση από
τη μυρωδιά μάλλον
Μετά θα
επιστρέψεις-
τρομαγμένος
πάλι
με την αηδία
της ενοχής
με τη σιγουριά
της επανάληψης.
‘’Ήταν τουρίστας ‘’
Τα μπαρ δεν
έχουν μυστικά
Επέλεξε μήνες
πριν, μέρος ,τρόπο :
Αποτελεσματικά
Μη
συνειδητά
Εντυπωσιακά
Τη μέρα
εξόδου.
Άδειοι είναι οι τοίχοι
Τις νύχτες φροντίζω
να είμαι σπίτι νωρίς.
Τώρα πια με ταριχεύουν μ΄επιμέλεια
με χρονική άνεση.
Εγω κοιτάω με το νου, πολύ μακρινές πολιτείες
και πλένομαι πολύ πριν το ξημέρωμα.
Πρόκειται για μιαν ωρίμανση-το δίχως άλλο-
πασπαλισμένη πιθανώς, με άχνη ανημπόριας.
Τα πρωινά φροντίζω να κοιτάζω μόνο τα δικά μου γραπτά.
Είναι το δυναμωτικό μου, για τη μέρα που ήρθε.
Θάρθουν φουρνιές επαναλήψεων
και όλα αυτά, θα με κουράσουν ιδιαίτερα.
Συλλαμβάνοντάς με να παραμιλώ,
σκέφτομαι πως πάντα ομιλώ μπροστά σε πλήθη.
Ενίοτε καλεσμένος σε τηλεοπτική εκπομπή, δηλαδή πάλι σε πλήθη
με το δικό μου, το μοναδικό στυλ που καθηλώνει :
‘’καλά, αυτός υπάρχει ή είναι μοντάζ;’’
Επικοινωνώ εδώ και καιρό, με μηνύματα.
Φτιάχνω μεθοδικά την οδύνη μου, αναμένοντας τις απαντήσεις.
Πρόκειται για υπέροχο παιχνίδι ,
κυρίως σαν ξεθαρεύω στα κείμενα.
Η απάντηση, είτε θα λέει κάτι σαν ‘’μόνον αυτό ήταν τελικά;’’
είτε-συνήθως-θα μένει αναπάντητη.
(Ίσως με μια μικρή κριτική μετά από μέρες)
Δεν είμαι καθόλου επιμελής :
όλα τριγύρω στο μυαλό μου
ίπτανται άναρχα.
Οι δικές μου αρχές-όντας άλλωστε κι αρχαίες-
υπάρχουν σιωπηλά,
σαν πουλιά υπέροχα για φωτογράφιση,
που αγνοούν το χάδι.
Τελικά, τα πιο όμορφα χρόνια
είναι αυτά που πέρασαν
-όπως οι πολυ γέροι επιμένουν-
κι είναι, ακριβώς γιατί πέρασαν.
Αποκλείεται να ξανάρθουν.
Τα χρώματα
Σε νησιά δραπετεύουμε
-ατμόπλοια άδεια
ναυτικοί νεκροί-
μας πηγαίνουν.
Φταίει η εμμονή στο ‘’πίσω’’
γιατί τάχα αυτό ελέγχεται.
Όπως πάντα γίνονται αποτιμήσεις
σε πείσμα της ανοησίας:
‘’Ο
αποθανών δεδικαίωται’’.
Φτάνοντας, όλα είναι ασπρόμαυρα.
Κατοικημένα από απόντες.
Σαν όμορφες πορσελάνες για κούπες,
γεμάτες αράχνες και πνιγμούς.
Φτάνουμε
Ξυπνούμε
Ξαναφτάνουμε.
Ο έρωτας ; Μια βεβαιότητα τέλους,
σε συσκευασία παιχνιδίσματος ανεμελιάς.
Περνούν οι μέρες!
Τις κακοφτιαγμένες αναμνήσεις από εμάς,
τις ετοιμάζουμε επιμελώς.
‘’Δεν υπάρχει επιστροφή
Ο χρόνος έχει βέλος
Τα όνειρα διακοπές
Οι γιατροί πάντα πειραματίζονται’’.
Μετά τα αλυσοδεμένα μεροκάματα,
πριν τις μισοτελειωμένες καθάρσεις ,
θα φτάσει αυτό που ποτέ δεν είδαμε.
Αυτό που ποτέ δεν ονειρευτήκαμε
-σαν παιδί στείρας γυναίκας, σε θαύμα-
το χρώμα.
Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012
Ποίηση Κυριακίδη Νίκου
Δύσκολα πρωινά
Το μπακάλικο είχε πάντα ρυθμό.
Ανάμιξη ετερόκλητων
μα πάντα πολύχρωμων παραγμάτων:
Εφημερίδες και γκοφρέτες
οδοντόπαστες κι αλλαντικά
κονσέρβες και κάτι λίγα φρούτα.
Έμοιαζε του έρωτα-
του ένοχου έρωτα που είναι έγχρωμος,
που αντιφάσκει συνέχεια,
που πωλείται πάντα.
Κάπου κάπου στις εκπτώσεις,
πότε-πότε σε προσφορές.
Ο ρυθμός που λείπει από το πρόσωπό μου
υπάρχει σ΄αυτό το μπακάλικο.
Οι ποικίλες μυρωδιές του
με του τυριού, να κυριαρχεί,
δεν υπάρχουν στην καθημερινότητά μου.
Μπαίνω
Βγαίνω
Κοιτάζω
πολύ συχνά, καθημερινά σχεδόν.
Φοβάμαι πως κάποιος θα το εκλάβει για εμμονή.
Κι όμως είναι μια αμήχανη, αθώα βόλτα
Μια βύθιση στο « ένα» των πολλών.
Πιθανότατα ασυνείδητη.
Τα καταστήματα φαρδαίνουν
οι άγνωστοι δεν αναμειγνύονται πια
τα κορίτσια ξανα συστέλλονται
τα αγόρια κοιτούν σκοτεινά.
Το μπακάλικο που ήταν και θα παραμείνει μπακάλικο
θα με κοιτάζει στον κάτω δρόμο, κάθε πρωί
κι ας έχει κρυφτεί προσωρινά
απ΄τα δεκαπέντε μου χρόνια.
ΧΩΡΙΣ ΘΕΟ
Ένα χαμόγελο ντροπαλό χάσκει
και δεν εμφανίζεται.
Δίπλα ξύνουνε μάρμαρα,
κάποιο άγαλμα θα γεννιέται.
‘’Αγαπήσαμε εμείς.
Άσχετους, σχετικούς,
κυρίως ερήμην’’.
Έμεναν τα χέρια που σφίγγουν :
Τον εαυτό τους, κάποια αδέφια τους
και σώθηκε η ‘’επαφή’’ στα λεξικά.
Σκέφτομαι πως συνήθως γράφουμε βλακείες.
Παίζουμε με τις λέξεις,
πλάθουμε εικόνες ενω προυπάρχουν.
Φοβόμαστε τα πράγματα
ελπίζοντας στον απόντα εαυτό μας.
Κι αν το άγαλμα είναι κάποιου θαρραλέου;
Κι αν το χαμόγελο φωτίσει τη μασκαράτα ;
Θα έρθει μια λούτρινη γυναίκα
–υποθέτω τότε-
θα κάτσει αναπαυτικά στον καναπέ μας
κι όλα θα τα κοιτάζει.
Έτσι που να μην αισθανόμαστε
τίποτε, απ΄το τίποτε
στο τίποτε.
( Nίκος Κυριακίδης)
( Nίκος Κυριακίδης)
Άδειοι είναι οι τοίχοι
Τις νύχτες φροντίζω
να είμαι σπίτι νωρίς.
Τώρα πια με ταριχεύουν μ΄επιμέλεια
με χρονική άνεση.
Εγω κοιτάω με το νου, πολύ μακρινές πολιτείες
και πλένομαι πολύ πριν το ξημέρωμα.
Πρόκειται για μιαν ωρίμανση-το δίχως άλλο-
πασπαλισμένη πιθανώς, με άχνη ανημπόριας.
Τα πρωινά φροντίζω να κοιτάζω μόνο τα δικά μου γραπτά.
Είναι το δυναμωτικό μου, για τη μέρα που ήρθε.
Θάρθουν φουρνιές επαναλήψεων
και όλα αυτά, θα με κουράσουν ιδιαίτερα.
Συλλαμβάνοντάς με να παραμιλώ,
σκέφτομαι πως πάντα ομιλώ μπροστά σε πλήθη.
Ενίοτε καλεσμένος σε τηλεοπτική εκπομπή, δηλαδή πάλι σε πλήθη
με το δικό μου, το μοναδικό στυλ που καθηλώνει :
‘’καλά, αυτός υπάρχει ή είναι μοντάζ;’’
Επικοινωνώ εδώ και καιρό, με μηνύματα.
Φτιάχνω μεθοδικά την οδύνη μου, αναμένοντας τις απαντήσεις.
Πρόκειται για υπέροχο παιχνίδι ,
κυρίως σαν ξεθαρεύω στα κείμενα.
Η απάντηση, είτε θα λέει κάτι σαν ‘’μόνον αυτό ήταν τελικά;’’
είτε-συνήθως-θα μένει αναπάντητη.
(Ίσως με μια μικρή κριτική μετά από μέρες)
Δεν είμαι καθόλου επιμελής :
όλα τριγύρω στο μυαλό μου
ίπτανται άναρχα.
Οι δικές μου αρχές-όντας άλλωστε κι αρχαίες-
υπάρχουν σιωπηλά,
σαν πουλιά υπέροχα για φωτογράφιση,
που αγνοούν το χάδι.
Τελικά, τα πιο όμορφα χρόνια
είναι αυτά που πέρασαν
-όπως οι πολυ γέροι επιμένουν-
κι είναι, ακριβώς γιατί πέρασαν.
Αποκλείεται να ξανάρθουν.
Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012
Ποίηση Κυριακίδης Νίκος
4 Δεκέμβρη
Στο επόμενο λεπτό κρατούσε
δυο νεκροκεφαλές
μιαν αποξηραμένη καρδιά
και δεν υπήρχε κανένα πεπρωμένο.
Φορούσε ένα σώμα του καπνού
μακριά στενά παντελόνια
τα κούμπωνε ο άνεμος.
Φορούσε μικρά τρύπια καλτσάκια
τα τρώγαν τα σκληρά παπούτσια
-τα καρφιά τους,ιδίως-
''Θα λύσουμε την παρεξήγηση''
Χειμωνιάτικος ήλιος να πεθαίνεις κοκκινισμένος
αρραβώνες να πεθαίνεις λησμονημένος.
Όμως δεν μιλάμε για νεκρούς
-αυτοί κόβουν βόλτες ανάμεσα σε παλιά κόκκαλα και φλυαρίες-
Δεν χρωματίζουμε το σπίτι
άβαφο αστόλιστο μένει εξόν
καμιά κορδέλα κόκκινη στη πόρτα, σα κλείσιμο ματιού.
Δεν προγραμματίζουμε να κοροιδέψουμε την πείνα
την πείνα τη σέβεσαι :
τα άγια των αγίων.
Ο πόνος σαν σκια είμαστε εμείς.
Το σώμα μας, μια γλώσσα τσαχπίνικα βγαλμένη όξω
ν΄απαντάει στις Γραφές.
Η ψευδαίσθηση...
ένας έρωτας που δεν υπήρξε παρα για μισή ώρα στο ρολόγι.
''Παναγιώτα σε 64 χρόνια
θα σκοπεύσουν τον μικρό που τη γλύτωσε,
γράφτο κάπου.
Να μη βρεθεί στο κέντρο τέτοιες μέρες
νάναι κάπου αλλού''
THAT JAZZ
Η Αμερική των καταραμένων κοριτσιών :
Τα μαύρα στη πορνεία, την άσπρη, τους άντρες που δέρνουν.
Να τους κάνουν παρέα στο ρέψιμο και την οδύνη στα κρεβάτια.
Ν΄αναζητούν να σταματήσει για λίγο το πήδημα.
Tα άσπρα στα ψυχιατρεία, με το φάντασμα μιας μάνας στα μάτια
χαμηλόφωνης νοικοκυράς που ζούσε συμβατικά, καθαρή αλλά νέγρα.
Να ονειρεύονται να υπάρξει ένα πήδημα.
Η Ρώμη της ΡΩΜΗΣ (ΑΝΤΡΕΑ)
Δεν προλαβαίνω να παντρευτώ.
Γυρίζοντας κάθε βράδι σπίτι να περνάω απ΄το πάρκο
Τις μέλισσες του μυαλού μου να βάζω στις κυψέλες
Να υπάρχει σαν τα ουρητήρια
μια πόρτα τρυφερότητας
μια πόρτα πόθου.
Διπολισμός, αυτό επιτρέπεται.
Να κάνω ένα παιδί αγόρι
Σαν μεγαλώσει να παθαίνω πανικό για τους συμμαθητές του
Μπορεί και τίποτε από αυτά......
Ίσως αρρωστήσω απ΄ την αρρώστεια της καταστολής
Να μου δώσουν στο νοσοκομείο έναν πρωκτό, δυο πέη κι ένα μυαλό
Κι εγω να τα κρύβω στην αριστερή τσέπη, δίπλα στα τσιγάρα,
καταταγμένος.
Δεν το γουστάρω σαν αστέρι
-πολύ γλυκερό-
προτιμάω να είναι στενό να μ΄ακουμπάει, να ερεθιζόμαστε μαζί.
Το χρώμα...ροζ-δεν το γουστάρω
Αλλά το γουστάρουν τ΄αγόρια, οι άντρες.
Τώρα θα με πάνε φυλακή
Μετά θα μου μιλήσουν για την ελευθερία, θα με πάνε σινεμά
Θα δούμε μίκυ μάους,
γουστάρω τον μαύρο Πήτ.
Ο ΜΙΖΕΡΑΜΠΛΙΣΤΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ
Εγγονόπουλε πρώτη φορά που σε
θυμήθηκα
Περίεργο πράγμα.
Και στη Λάρισα και την Ύδρα.
με κολλημένο το μυαλό μου
στις κρεάτινες μπάλες
τα ζωντανά ρυτιδιασμένα κεφάλια.
Στα μάτια της φαντασίας ανάμεσα
σε κολώνες κι΄ αψίδες,
γεμάτα με φως χωρίς υπηκοότητα.
Κύριε Εγγονόπουλε, την κούρασαν
τόσο οι επέτειοι
που έφτιαξε μιαν ακόμη, δικιά
της.
Κι΄αν βοά η Αθήνα από τα
μανιφέστα του άλματος στο βάθος
Αυτή η λεκτική μαγεία : ‘’Μιζεραμπλιστικός...’’
Όπως θα έλεγαν σε κάθε ροντέο
περιοπής στην Αριζόνα
Με τα ξανθά κορίτσια να
μεγαλώνουν,
με άγνοια πιάνου και κάτι
γαλλικούρες για τους γελαδάρηδες.
Εγγονόπουλε θυμάσαι το
‘’δισεγγονόπουλος’’, έτσι δεν είναι ;
Να είστε καλά για το -μίσος αντί
της συμπάθειας.
Κάποιοι σε μια γιορτή φθαρμένη
Πάντα θα μας χαρίζουν
αναγούλες ικανοποιητικές
ΕΛΕΛΕΥ
Τότε ήρθε ο Αχιλλέας ερωτικός και βίαιος.
Παλιοαδελφή τα βράδια, αυστηρός σύζυγος τα πρωινά
Και μονομάχησε με τον εχθρό εκτός των τειχών.
Και ξέραμε πως θα νικήσει,
όπως το έταξεν ο Άρης του ίδιου συναφιού,
όπως το θέλησε των Ελλήνων η στύση.
Όταν η μάχη τέλειωσε γρήγορα, θριαμβευτικά,
εκείνος κοίταξε το νεκρό βασιλιά.
Ήταν ένας πολύ μεγαλύτερός του
Ένας χωρίς πολλούς έρωτες στο σώμα
Θα μπορούσε να είναι ένας λογιστής.
Ο Αχιλλέας τρέχοντας
πήγε στη σκηνή του
‘’Πάντα πλένεται μετά το φονικό’’
Αλλά εκείνος απλά δάκρυσε-
-η Αχίλλειος πτέρνα του.
ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΕΣ
Διαλέγεις παιχνιδιάρικα ένα νούμερο
Μάλλον από τ΄ όνομα.
Μετά πορώνεσαι μαζί του, λες λογικές εξηγήσεις της επιλογής
:
‘’Έβρεξε... ο στίβος είναι βαρύς, αυτός είναι λασπιάρης’’
-Με την ευκαιρία. Γιατί πιστεύω κόντρα στο συγγραφέα
πως οι ‘’Ευτυχισμένες μέρες’’, παίζονται σε λόφο κοπριάς ;
Μετά φωνάζεις καρφωμένος πάνω στο νούμερο, στο όνομα
Επιτίθεσαι, αντέχεις λίγο ακόμη, χάνεις τη θέση σου,
λιγοστεύεις.
Αν έχεις καλή αγωγή ποτέ δεν βρίζεις το άλογο
Παρά τη θελήσή του αυτά τα μέτρα ήταν ένας στιγμιαίος
έρωτας.
Αλλά τον αναβάτη σίγουρα
Είναι ο ανάξιος άντρας της συνουσίας....
Άτεχνος, ανεπαρκής, συνήθως φοβισμένος
ΦΙΛΗ
Σε ξέρω πια τόσο καλά,
που σαν σε δώ στο δρόμο δεν σου μιλάω.
Όπως συμβαίνει στον καθένα,
με τον τοκογλύφο του.
Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012
4 ποιήματα του Κυριακίδη Νίκου
( στην I.)
Πενθούμε ή ποθούμε ;
Δεν είχα προλάβει να πάρω τις
πυτζάμες μου
Αυτές οι ρίγες πάνω μου
μ΄ανατριχιάζουν
Συναντάω πρώτη φορά την οσμή που
έρχεται,
από τα σχήματα από τα χρώματα.
Μοιάζω-λέει-μ΄ένα μικρό περίπτερο,
στο κέντρο της πλατείας.
Ένα μαξιλάρι στο καρεκλάκι
Ένας φακός στο μπροστινό ράφι
Ένα τρανζίστορ να λέει μόνον
αμανέδες, αλλά σιγά.
Πενθούμε ή ποθούμε ;
Βράδυ νωρίς στο τηλεφωνείο με τις ουρές στη θέση τους
Δεν μιλάω καθόλου καλά τη γλώσσα
Δεν έχω τα κέρματα που θα
ζητήσουν
Πάλι θα μου κάνουν παρατήρηση.
‘’Νάχα τώρα ένα καφέ ανάμεσα στα
πόδια’’
Να μοιραζόμουν τις απουσίες μου
Ιδίως αυτές που άργησαν να
γίνουν απουσίες.
Μπλεγμένος ανάμεσα σ΄εξιτήρια, αποδείξεις ασφάλισης
Τηλέφωνα δήθεν επιστροφής στη
μήτρα
Φοβισμένος απ΄τους δρόμους
πούναι άδειοι
Που αρχίζουν απ΄εκεί που
σταματούν.
Η ζωή μου… που λένε;
Ζόρικη, τρεμουλιαστή,
ανακυκλούμενη, μουσκεμένη
Μασκαρεμένη.
‘’Όχι, ποθούμε, στα νεκροταφεία μέσα,
στις αρνήσεις χωρίς έτοιμη
σωτηρία,
στο τυφλό πείσμα
στην επιμονή σα βγάζει τη γλώσσα
στην υπομονή.
Ποθούμε’’
(ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΚΤΟ)
Το βλέπεις ;
Σέρνεται χωρίς πόδια στη τρύπα του.
Χαίρεται -
Ακροατής περιγραφών, για το θανατικό τριγύρω.
Κάτι που δεν θάρθει ποτέ να τονε βρεί.
Όνειρα, απο που να φτάσουν……
Στοιχειωμένος στην αιώνια αυπνία
Καμιά τρικυμία δεν τον πλησιάζει.
Κι αυτός -
ζηλεύει την αρκούδα.
Με την ηρεμία του ύπνου στο λαγούμι της.
Την αξιοπρέπεια στη πείνα, την απέχθεια στο κρύψιμο.
Ο πατέρας της κοπέλας
κάνοντας ολόκληρο ταξίδι,ψάχνει αυτον που με το σάλιο
Μόλυνε τους αυριανούς του εγγονούς
Μάταια, όλα αυτά.
Μη ξαναμιλήσεις για ευθανασίες
Να σου πω, τι νομίζω :
Συναντήθηκαν κάποτε σε πόλη καφετιά
Το τίποτε
Ο περαστικός
Κι ένα πικρό κορίτσι με σπυριά.
Η κόρη μου βγαίνει τα βράδια
Πηγαίνει με πολλούς και τη ξευτιλίζουν
Επιστρέφει αξιοπρεπής μετά.
Κάποιοι νάνοι είπαν : ‘’καλά που χάσατε’’
‘’καλά που σας έσφαξαν, καλά που πεινάσατε’’
‘’καλά που γίνατε πράγμα, καλά που τρελαθήκατε’’
‘’καλά που τα σπίτια σας έχουν χώμα για πάτωμα’’
‘’καλά που τα μωρά σας παίζουν με νεκρές κούκλες’’
‘’καλά που τα έντερά σας έσπασαν απ’ το στρίψιμο’’
‘’καλά που ψόφησαν οι γάτες που σας γδάραν’’
‘’καλά που νίκησαν οι σάπιοι τους ..ανεπαρκείς’’.
Η κόρη μου δεν τα κάνει αυτά.
Ακόμη και για τον τελευταίο που την πήρε στο δρόμο μαζί με δυο κολλητούς του
μου είπε: ‘’Είναι όμως παίδαρος’’
Το κοριτσάκι ήταν μάλλον αδύνατον να κινηθεί.
Ένας ανόητος ιστορικός από απέναντι- μετά εβδομήντα χρόνια
θα μας βοηθούσε παρά τη θέληση του.
Στο τέλος αποφάσισαν ψύχραιμα να μη τρώνε πρώτα τους γέρους
Τα μωρά ήταν πιο εύκολο να μαλακώσουν.....
Ήταν κι ένας άλλος παρόμοιος ιστορικός που μας βοηθούσε πάλι.
Μετά ερχόταν το κάρο στη Χαραυγή και μάζευε τους ξεκουρασμένους
Την είδε : ‘’Φάε κάτι μικρή, στο επόμενο δρομολόγιο, σε βλέπω μέσα’’.
Στο Λένινγκραντ και το Στάλινγκραντ τη δουλειά την κάναν κυρίως
οι πολύ δοκιμασμένες γριές
Αυτές που ξέραν πια καλά τι θα πει κορμί ακούνητο και κορμί πεινασμένο.
Πηγαινοέρχομαι από μικρός μέσα στο αερόστατο μου,
από τη Χαραυγή στο Λένινγκραντ.....επιστρέφω μετά
Και θέλω ένα κόμμα, ένα χαπάκι, ένα σώμα χαρούμενο.
Με περιμένει ένα τρύπιο χέρι που φορά ένα γάντι
Ήχοι που είναι φρικτά ανόητοι
Συνενώσεις δήμων και μετονομασίες
Φαρμακεία χωρίς φάρμακα
Χαμόγελα –και γέλια-απόγνωσης
Κυρίως ένα ξεραμένο δέντρο
Και τηλέφωνα που πια δεν χτυπούν.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)













