Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Κυριακίδης Νίκος Νέα Ποιήματα


ΗΜΟΥΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ
Δε συμφέρει να χρησιμοποιηθεί αυτό τα γαλλικό κλειδί :
Πρόσθετοι νεκροί ανα γειτονιά
Συγκριτικά με προηγούμενα χρόνια
Την ίδια ακριβώς εβδομάδα
Μήνα.
Ο τρελός το κάνει μόνος
Απ τα αγγελτήρια :
‘’βάλε κι άλλους τόσους,
χωρίς δικό τους, χωρίς χρήμα για τελετές’’
Και λογικα ειδωμένο λέει ο τρελός :
‘’τόσοι πια τρώνε σκουπίδια, δεν έχουν φάρμακα,
βλέπω μικρά ποντίκια νεκρά στους κάδους’’
Έμμονη ιδέα του-
βέβαια βλέπω κι εγω τα ίδια,
μα δεν μετρώ.
Δεν έχω προσέξει καν αν οι μουσούδες είναι ματωμένες......
Όχι ‘’σαν’’,
η γνωστή πανούκλα, πάλι.
Θα έπρεπε να δω κι αν τρικλίζουν πριν.
Μακρόσυρτα υγρά καλοκαίρια
Πεντάμηνα-εξάμηνα
Με τον καθένα να γελά στη κηδεία της μάνας του
Να ερωτεύεται άλλον
Ν΄ανταλλάσει υγρά με άλλον.
Χτες τα παιδιά κυνηγούσαν ένα διανοούμενο
Σκιάχτηκε ο έρμος σαν είδε,
πως ήταν ανάκατα παιδιά-σκυλιά με δόντια θυμωμένα,
με μάτια να καίγονται.
Ζητούσε ένα καφενείο, μια κάμερα, κάπου να φυλαχτεί.
Τα παιδιά υπάρχουν παντού.
Από πίσω του πάντως δεν υπήρχε, παρα ο κάδος του δήμου.
Στη πλατεία ένα πανηγύρι -χριστιανικό νομίζω.
‘’Παρακαλώ, μη μιλάτε για ψεκασμούς,
εμβολιασμούς, μη βγάλετε κάποιον επιδημιολόγο να μιλήσει από άλλη ήπειρο’’.
Πείτε στον τρελό πως έχει δίκιο
Δεν τόχει ανάγκη......δίκιο έχει.


ΔΗΜΟΤΙΚΟ
Το μαύρο σκυλί
Άπλωσε τα όνειρα
Ντύθηκε στάχτες

Όταν δάκρυσε
Μάτωσαν οι θάλασσες
Έγιναν ρόδα


(Μια επεξήγηση γιαν τη κυρία Μαρία Θεοφιλάκου



ΓΙΟΥΔΙΑ

Δεκάδες θάνατοι
ντυμένοι προκλητικά.
Ωσαν τον φασισμό,
ντυμένον επανάσταση.
Μας μικραίνουν τις μερες
Μας παγώνουν τα χρώματα.
Κάτι δειλοί.
Πριν-το Θάνατο των μικροθανάτων.
Την υστερεκτομή-
Αυτής.....
Μαζί, μας μακέλεψαν τα μωρά μας
Μαζί, μας στράγγιξαν
τα γλυκά υγρά της σάρκας
και τ’ αλμυρίσαν.
Δεν ξέραν πως τα μωρά ξανάρχονται.
Και κυρίως- δεν έχει περάσει μέρα απο πάνω τους,
μητε μπουκάλι απ τ’ αμπέλι τους.
Με τα ίδια ρούχα
Φτωχικά
Ίδιο νούμερο
Νικηφόρα



ΜΩΒ ΕΦΙΑΛΤΗΣ

Εσυ που ξέρεις να κρύβεσαι, έχουν μπεί άλογα στο στομάχι σου
Γι αυτό είσαι αδύνατη.
Μυρίζεις λόγια που τα είπε κάποιος -συχνά είπες:
''ήταν άλλουνού, γι αυτό''
Γλείφεις τα δικό σου πόδι-πάντα λες:
''δεν είναι δικό μου, ηλίθιοι''
Ξέρεις τι χωρίζει τον κόσμο;
Εκείνη η γριά με τα σκοινιά για χέρια,
που μιλάει τα παραμύθια, για την ολόκληρη.
Εσυ που σε νιώθεις πριν κοιμηθείς, που πασπατεύεις τον ακρωτηριασμό
Βάλε σ ένα σακούλι τα κομμάτια
και δώστα-
θα τα βρεί κάποιος που μετράει μέρες.
Εγω θα σε βρω εκεί που σε πρωτοείδα-
Ανάμεσα στις σκάλες εκείνου του άδειου ξενοδοχείου
Στη μέση ενός κενού
Να τρέχω μήπως και προλάβω........
με νερά τριγύρω
καθαρά γαλάζια νερά
-καλό όνειρο-
λένε οι γέροι.


Ταπεράκια

Κάλεσα τους φίλους-
όλοι από πορσελάνη
εύθραστοι
Η χαρά του γείτονά τους.
Ανταποκρίθηκαν
-νάναι καλά-
οι περισσότεροι.
Τηρήθηκαν οι κανόνες
Οι ρόλοι
Εγω πειστικός θαρρώ, χωρίς περιττές κινήσεις
Ξαφνικά όπως σε κάθε κατ’ οίκον επίδειξη,
άρχισα να παρουσιάζω τις νέες συσκευασίες αηδίας
Σε πολλά μεγέθη
Σε πολλά χρώματα
Ποικιλία αηδίας
Φροντίζω να μιλώ προφίλ όταν δουλέυω
Καλύπτω
-μάταια ασφαλώς-
το ωοειδές μου.
Ένας θετικός άνθρωπος
που τον ακούνε συνήθως ,
δήλωσε απέχθεια......
‘Οχι για το προιόν
αλλα την πώληση σαν τρόπο βιοπορισμού :
‘’προτιμότερο να κάνω αποκομιδή σκουπιδιών’’.
Αγένεια θεωρώ
Λίγες τελικά οι παραγγελίες μου
Το στοκ είναι μεγάλο
Θα έτρεχα σε αγνώστους για δανεικά
Εκείνον,
τον τοποθέτησα σε μια σακούλα σκουπιδιών
τα οποία και πέταξα στον κάδο.
Τον δικό μου κάδο,
έξω απ΄το σπίτι.

ΚΥΡΙΑΚΕΣ
Στη Ριζούπολη
Εκεί που λέει η ταμπέλα πως σταματάει η ‘’ΑΘΗΝΑ’’
Με ματώνουν οι σταυροί της κάθε μέρας
Κάθε φορά, Κυριακές συνήθως.
Στη Καισαριανή στο καφενείο των νταμαριών
Έχανε ένα-ένα τα κομμάτια του
Έλεγε πως είχε σπίτι, παιδιά, γυναίκα
τηνε λέγαν μάλιστα, Σωτηρία.
Συνήθως βρώμικα τα αίματα,
που μουσκεύουν τις άσπιλες πληγές.
Γεμάτοι οι καφενέδες σ΄όλα τα νταμάρια,
με ‘’μπολσεβίκους από απέναντι’’.
Χωρίς τη μικρή δική τους ζωή
Με μνήμες μιας ξένης πόρνης- Ψηλής ιδέας.
Τέτοιοι ήρθαν μες τα καράβια
Ήρθαν μαγικά- κατευθείαν σ΄αυτούς τους καφενέδες.
Εκεί, συνάντησα πρώτη, τον κίτρινο παππού :
Με πήρε χέρι-χέρι
Με πήγε δίπλα στη Κολούμπια, πλάι στα νεκροταφεία


STRANGE FRUIT
Τίποτε δεν μου θυμίζει ούτε εσένα, ούτε άνεμο
Σκουριά...........φοβούνται τον τέτανο
Τουαλέτες.......φοβούνται κάποια ηπατίτιδα
Συνουσία........φοβούνται μη την συνηθίσουν.
Τίποτε δεν μου θυμίζει ούτε εσένα, ούτε άνεμο
Αγάπη ...........πολύς φόβος στο άκουσμά της
Τιμωρία.........πολύς χρόνος αναμονής μέχρι να έρθει
Ερεθισμοί......πολύς αγώνας για να κοιμηθείς μετα, το βράδυ.
Έφυγα-
Δεν βλέπω πια τόσο καθαρά,
αλλα μυρίζω καλύτερα τις συνθέσεις εδώ.
Καθαρά ακούω και γυναικείους ήχους :
‘’ Σαν τσαμπιά πολλά παράξενα φρούτα’’
Είχαμε και στην πατρίδα, τέτοια.
‘’Που με έχουν πάει;
Είμαι στη Νέα Ορλεάνη, νομίζω.
Μιλούν ελληνικά όλοι, μα δεν μετράει αυτό-
Γαλλική συνοικία, ελληνικά λόγια, εδώ έχει και φοβερή υγρασία’’
Θα φυσήξει εδω, απότομα.... τυφώνας
Ελπίζω και για τους δυο μας :
Να παίρνονται ξαφνικά όλοι ερεθισμένοι στις τουαλέττες
Λέγοντας άγνωστοι μεταξύ τους ‘’αγάπη μου’’
Απέξω μικρά κορίτσια με κοτσιδάκια να σκοτώνουν,
όσους έδωσαν το πρωί ελεημοσύνη
Όταν σκουριάσουν στο υπογάστριο να μη φοβούνται κάτι,
νάναι περήφανοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: